«Η παραποίηση μορφής αγάλματος Ελληνικής ιστορίας κάλλους και πολιτισμού, της περιόδου που εκεί τρώγανε «μπανάνες» πάνω στα δέντρα, είναι ανεπίτρεπτο(sic) και ασυγχώρητο από τους μετά εξανθρωπισμένους»,  Ινστιτούτο Καταναλωτών.

Ο Έλλην ξεσπαθώνει. Πολιτειακοί παράγοντες κάνουν διαβήματα σε ξένους πρέσβεις. Κορυφαία στελέχη της σημερινής και της χτεσινής κυβέρνησης θυμούνται τις πολεμικές αποζημιώσεις. Πρώην υπουργοί Παιδείας(!) κάνουν πλάκα σχολιαρόπαιδου υποδεικνύοντας στη Γερμανία τι να κάνει το δάχτυλο της Αφροδίτης. Αποτυχημένοι δήμαρχοι βρίσκουν όχημα ανέξοδης δημοσιότητας. Το πολιτικό προσωπικό καβαλάει το κύμα του «θιγμένου λαϊκού αισθήματος» και δίνει μάχες για ένα εξώφυλλο αδειανό, για μια Αφροδίτη…

Ο Έλλην ξεσπαθώνει και θυμάται το αρχαίο κλέος. Διόλου τυχαίο ότι το εξώφυλλο αυτό το κλέος έθιξε. Πρώτη και ύστατη καταφυγή οι «απευθείας πρόγονοι» και τα έργα τους. Ανεξαρτήτως του θέματος που συζητείται, του ζητήματος για το οποίο εγκαλείται. «Ως δήμαρχος της πόλεως των Αθηνών, της πόλεως του Παρθενώνα και του Μουσείου της Ακρόπολης» άστραψε και βρόντηξε ο ένοικος της πλατείας Κοτζιά. Πάντα στα δύσκολα ο Έλλην ανακαλεί το γνωστό: Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε; Και απαντάει μόνος του: Εγώ έφτιαξα Παρθενώνες, αντιστάθηκα στους κατακτητές, κέρδισα νόμπελ ποίησης.

Ο Έλλην ξεσπαθώνει με πληγωμένο εγωισμό. Με φόβο, λύπη, ντροπή και θυμό που σωρεύονται μέσα του τα τελευταία χρόνια. Αναζητά στόχο, οι Γερμανοί προσφέρονται ως σύμβολο του απόλυτου κακού. Έτσι ο Έλλην ακολουθεί το γνώριμο μονοπάτι της θυματοποίησης και ντύνει τον κυνισμό με τα κουρέλια του μονίμως κατατρεγμένου. Γιατί θέλει κυνισμό να επικαλείσαι τους νεκρούς όταν κατηγορείσαι για απάτη. Είναι ύβρις να ρίχνεις το Δίστομο και τα Καλάβρυτα σε μια συζήτηση για πλαστά στατιστικά, χρησιμοποιώντας τα θύματα της θηριωδίας ως διαπραγματεύσιμο οικονομικό μέγεθος.

Ο Έλλην ξεσπαθώνει. Αν ξεσπάθωναν κι οι άλλοι, οι έλληνες πρέσβεις στο εξωτερικό θα έπρεπε να ξημεροβραδιάζονται παραλαμβάνοντας διαβήματα για τους τίτλους των εφημερίδων του, τις κορώνες των ιεραρχών του, τις δηλώσεις των μουσουργών του, τις παρλάτες των διασκεδαστών του, τις καμένες σημαίες των διαδηλωτών του.

Ο Έλλην ξεσπαθώνει. Έτσι αποφεύγει το αυτονόητο. Δε μιλάει για το Σύμφωνο Σταθερότητας, τις αγορές και τις τράπεζες. Προσπερνά τις ευθύνες του πολιτικού προσωπικού, τη γενικευμένη φοροδιαφυγή, το πελατειακό σύστημα, τη δανεική ευμάρεια, τους καταραμένους Ολυμπιακούς του 2004. Κάνει αυτό που ξέρει καλά. Με μια φτηνή φιγούρα ζεϊμπέκικου κι ένα «όπα!» συνοικιακού λεβεντόμαγκα επιχειρεί πάλι να αποφύγει τα δύσκολα. «Δε σας χρωστάμε εμείς, εσείς μας χρωστάτε!» Αν δεν υπήρχε το εξώφυλλο του Focus, ο Έλλην θα το είχε εφεύρει.

Υγ. Πολλοί δεν υπέκυψαν στην «εθνοπαθολογία» και επέδειξαν σοβαρότητα στη διαχείριση της κρίσης του εξωφύλλου. Αυτοί απαιτούν σοβαρότερες ηγεσίες.