You are currently browsing the tag archive for the ‘αστυνομική βία’ tag.

Δελτίο Τύπου
Στις 15 Νοεμβρίου 2011 ο Μάριος Λώλος συμμετείχε σε συνέδριο της Ένωσής μας με θέμα αστυνομική βία και ατιμωρησία. Στην ομιλία του είχε κάνει λόγο για τη βία που συχνά δέχονται οι φωτορεπόρτερ από τα ΜΑΤ κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους. Δυστυχώς, επιβεβαιώθηκε με τον χειρότερο τρόπο. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Την τελευταία περίοδο, παράλληλα με τις εντεινόμενες κοινωνικές αντιδράσεις και διαμαρτυρίες των πολιτών παρατηρείται σαφής έξαρση και γενίκευση της αστυνομικής βίας. Έτσι, από τις καταγγελίες των προηγούμενων ετών για ξυλοδαρμούς και κακομεταχείριση μεταναστών και «συνήθων υπόπτων», βρισκόμαστε πλέον αντιμέτωποι και με γενικευμένη χρήση βίας που στρέφεται κατά απροσδιόριστου αριθμού προσώπων που διαδηλώνουν. Οι καταγγελίες για ανεξέλεγκτη χρήση βίας και χημικών και για υπόγειες διαδρομές μεταξύ μελών των σωμάτων ασφαλείας και ομάδων με παρακρατικά χαρακτηριστικά έχουν συχνά σύμμαχο τον αδιάψευστο δημοσιογραφικό φακό.
Η ανοχή και η ατιμωρησία για υποθέσεις αστυνομικής βίας αφενός μεν την καθιστούν αχαλίνωτη, αφετέρου δε παραβιάζουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Το πρόβλημα της αστυνομικής ατιμωρησίας δεν είναι νέο, αλλά ενδημικό και πολλάκις διαπιστωμένο τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Επί των ημερών μας, όμως, όσο η κοινωνική διαμαρτυρία εντείνεται, η αστυνομική βία αποκτά χαρακτηριστικά ανεξέλεγκτα και μαζικά. Το ότι η βία στις διαδηλώσεις εντείνεται δεν μπορεί να είναι πρόσχημα για την αστυνομική βία. Και τούτο, διότι η αστυνομία δεν είναι μια αντίπαλη συμμορία, αλλά μηχανισμός της συντεταγμένης Πολιτείας που οφείλει να λογοδοτεί για τις πράξεις του.
Στο πλαίσιο αυτό και ενόψει των εκδηλώσεων και κινητοποιήσεων του επόμενου διαστήματος, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) διοργανώνει εκδήλωση-συζήτηση την Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011 στην Ε.Σ.Η.Ε.Α. (Ακαδημίας 20), στις 18:00.
Θα μιλήσουν:
1.Πάνος Παπανικολάου (Ιατρός, Μέλος του ΔΣ της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας-Πειραιά),
2.Όλγα Κοσμοπούλου (Ιατρός, Μέλος της ΕΓ της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας),
3.Μάριος Λώλος (Φωτορεπόρτερ, Πρόεδρος της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας),
4.Γιώργος Καραβοκύρης (Δικηγόρος, Μέλος του ΔΣ της ΕΕΔΑ),
5.Βαγγέλης Μάλλιος (Δικηγόρος, Μέλος του ΔΣ της ΕΕΔΑ).
Οι λειτουργοί της ενημέρωσης και οι φύλακες του νόμου έχουν υψώσει τον πήχη της συνεργασίας τους σε αξιοθαύμαστο επίπεδο. Το αποδεικνύει η περίπτωση της 28χρονης Γερμανίδας Φέι-Μαρί Μάγερ. Τα ηλεκτρονικά –κυρίως- ΜΜΕ έσπευσαν να υιοθετήσουν σενάριο που έφερε την προσαχθείσα 28χρονη ως καταγόμενη εκ μητρός από την ένοπλη οργάνωση RAF. Η είδηση απεδείχθη εσφαλμένη. Επρόκειτο για μια κεντρικά διοχετευθείσα πληροφορία που κανένας δημοσιογράφος δε θεώρησε σκόπιμο να ελέγξει.
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που οι δημοσιογράφοι μετατρέπονται σε κούριερ των αρχών ασφαλείας. Λίγο παλιότερα o ίδιος ο Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών είχε δεχτεί διορθωτικό τηλεφώνημα στον αέρα από «αστυνομική πηγή» γιατί παρέλειψε να μεταδώσει κάποια «αποκάλυψη». Ο θεσμικός φύλακας της δημοσιογραφικής δεοντολογίας μάς ψιθύρισε «κάτι μου ‘παν να σας πω». Το ίδιο έκανε και τώρα μαζί με αρκετούς συναδέλφους του.
Αυτή η ενημέρωση «στο περίπου» επισκίασε ένα σοβαρότερο ζήτημα, την καταστολή «στο περίπου». Η Ελληνική Αστυνομία επικαλέστηκε συνωνυμία της 28χρονης για να δικαιολογήσει το ανακριβές της σενάριο. Δεν είπε όμως λέξη για την απόπειρα να εισαγάγει την έννοια της οικογενειακής ευθύνης, ωσάν τα γονίδια «κληρονομικής τρομοκρατίας» να αποτελούν αξιολογήσιμο επιβαρυντικό στοιχείο.
Ας συνδυαστεί το γεγονός αυτό με το σχεδόν ταυτόχρονο περιστατικό Παπαδάτου. Εν μέση οδώ, μέρα μεσημέρι, ένας πολίτης συλλαμβάνεται από κουκουλοφόρους με πολιτικά και με την απειλή όπλων. Σύμφωνα με όσα καταγγέλλει, οδηγείται στην Ασφάλεια, δέρνεται, εξευτελίζεται, αναγκάζεται να γδυθεί, απειλείται και στο τέλος ακούει ότι συνελήφθη κατά λάθος αφού μοιάζει με κάποιον ύποπτο. Μετά το δεύτερο σφάλμα ο αρμόδιος Υπουργός έσπευσε να επιβάλει σιγή ασυρμάτου.
Η πολιτική ηγεσία της ΕΛΑΣ και οι θεσμικοί εκπρόσωποι των δημοσιογράφων θεωρούν πως το πρόβλημα είναι ότι τσαλακώθηκε το κύρος των αρχών ασφαλείας και των μέσων ενημέρωσης. Κάνουν λάθος. Το πρόβλημα είναι ότι καταστολή και ενημέρωση δεν μπορούν να επιτελούνται «στο περίπου». Δεν μπορεί μια απλή ομοιότητα ή συνωνυμία να κινητοποιούν επιχειρήσεις της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και να συμπαρασύρουν υπηρεσίες της «αντιτρομοκρατικής ενημέρωσης» σε έναν χορό διαπόμπευσης. Δεν μπορεί να θεωρείται παράπλευρη απώλεια η ασφάλεια και η αξιοπρέπεια του καθενός που στιγματίζεται ως τρομοκράτης από κούνια ή αντιμετωπίζει ξαφνικά τη βία της σύλληψης από κουκουλοφόρους με όπλα.
Διπλό λοιπόν το μήνυμα των ημερών. Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη οφείλει να επιδείξει μέρος έστω της διατρανούμενης «περίφρακτης» αποφασιστικότητάς του και στο θέμα της προστασίας των πολιτών από την αστυνομική αυθαιρεσία. Πυκνώνουν οι ενδείξεις ότι οι αστυνομικοί (ιδίως εκείνοι με πολιτικά και οι των ειδικών μονάδων) δρουν σε καθεστώς απόλυτης έλλειψης λογοδοσίας, επικαλούμενοι διαρκώς μια ασαφώς οριζόμενη κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Οι δημοσιογραφικές ενώσεις, από την πλευρά τους, ας αναλογιστούν το γεγονός ότι πολλά μέλη τους συγχέουν το ρόλο του δημοσιογράφου με αυτόν του εκπροσώπου τύπου της ΕΛΑΣ. Αποτέλεσμα, μια «στο περίπου» ενημέρωση που απολήγει δίδυμη αδελφή μιας «στο περίπου» καταστολής. Αυτή η σύγκλιση αστυνόμευσης και πληροφόρησης κρύβει μόνο κινδύνους.
Πάγιο αίτημα όσων παρακολουθούν το ζήτημα της αστυνομικής βίας είναι η διερεύνηση των καταγγελιών και η λογοδοσία των υπευθύνων. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν μπορεί παρά να δει κανείς επί της αρχής θετικά τη σύσταση «Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας» από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.
Εντούτοις, οι λεπτομέρειες του σχεδίου νόμου αμέσως ανακόπτουν την ικανοποίηση.
Το Γραφείο δεν θα προβαίνει στη διερεύνηση της ουσίας μιας καταγγελίας αλλά θα αποφασίζει απλώς την προώθησή της στις αρμόδιες Υπηρεσίες ή την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Συγκριτικά με το προηγούμενο προσχέδιο που συντάχθηκε επί υπουργίας Χρυσοχοϊδη, συρρικνώνεται σαφώς η λειτουργία του, αφού τότε γινόταν λόγος για «συλλογή, καταγραφή, αξιολόγηση και διερεύνηση ή περαιτέρω προώθηση προς διερεύνηση».
Επίσης, εξαλείφεται η διάταξη που προέβλεπε τη διενέργεια πειθαρχικής έρευνας από το επιστημονικό προσωπικό του Γραφείου και την υποβολή του πορίσματος στον Αρχηγό του οικείου Σώματος για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου χωρίς διενέργεια άλλης έρευνας. Επίσης, δεν προβλέπεται η δυνατότητα να επιλαμβάνεται το Γραφείο αυτεπαγγέλτως, όταν για παράδειγμα δημοσιοποιούνται περιστατικά κακομεταχείρισης.
Η επιτροπή που θα αξιολογεί τις καταγγελίες απαρτίζεται από έναν επίτιμο Αρεοπαγίτη, τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και έναν επίτιμο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή Εφετών. Η υψηλού επιπέδεου στελέχωση της επιτροπής αποτελεί ένδειξη της βαρύτητας που της αποδίδεται. Ωστόσο, η απουσία προσώπων με έμπρακτη πείρα και ευαισθησία σε ζητήματα αστυνομικής αυθαιρεσίας αποτελεί δυσαναπλήρωτο κενό.
Ανησυχία προκαλεί και η στελέχωση του Γραφείου: δεν προβλέπεται επιστημονικό προσωπικό αλλά ούτε καν αμιγώς πολιτικό προσωπικό που ως εγγύηση ανεξαρτησίας του Γραφείου θα διασκέδαζε υπόνοιες συγκάλυψης στο πλαίσιο της κακώς εννοούμενης συναδελφικής αλληλεγγύης.
Η πολλαπλή και μακροχρόνια περσινή διαβούλευση για το θέμα αυτό κακώς δημιούργησε λοιπόν αυξημένες προσδοκίες. Τελικά το πολυαναμενόμενο Γραφείο θα εξετάζει απλώς το παραδεκτό και μόνο της καταγγελίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν αποτελεί ανεξάρτητο μηχανισμό διερεύνησης καταγγελιών και δεν δικαιολογεί τον τίτλο του Γραφείου περί αντιμετώπισης της αυθαιρεσίας.
Κρίμα, γιατί έτσι χάνεται άλλη μια ευκαιρία θαρραλέας τομής στο συγκεκριμένο ζήτημα. Κρίμα επίσης, γιατί η ηγεσία του Υπουργείου δεν αξιοποιεί τις συστάσεις των διεθνών οργάνων ελέγχου. Δεν ακολουθεί τα διεθνή πρότυπα που πρέπει να πληροί ένας ανεξάρτητος και αποτελεσματικός μηχανισμός διερεύνησης καταγγελιών σύμφωνα με τον Επίτροπο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης. Και μολονότι ούτε η προηγούμενη εκδοχή της διάταξης δεν ανταποκρινόταν πλήρως στα διεθνή πρότυπα, τώρα εγκαταλείπονται και οι όποιες θετικές της πτυχές.
Σε καιρούς κοινωνικής έντασης και αυξημένης αστυνομικής παρουσίας η επιλογή αυτή δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Μπορούν λοιπόν να μένουν ήσυχοι όσοι, μέσα στο Υπουργείο και την ΕΛΑΣ, θεωρούν ότι τα περιστατικά απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης καλώς μένουν αδιερεύνητα και ατιμώρητα.

Η δημόσια ασφάλεια, κρίσιμο μέγεθος για τη δημοκρατία και την κοινωνική ειρήνη, είναι αναπόσπαστα δεμένη με την αποτελεσματική αστυνόμευση. Για να έχει νόημα όμως η σχετική συζήτηση και να μη γίνονται εκ του πονηρού παρερμηνείες, πρέπει να ξέρουμε για ποιο πράγμα μιλάμε, πώς δηλαδή μετριέται η αποτελεσματικότητα αυτή. Για παράδειγμα, η αποτελεσματική αστυνόμευση μιας διαδήλωσης φυσικά προϋποθέτει επαρκή αντιμετώπιση των βίαιων εκτρόπων και εκτροπών: βιτρίνες που δεν σπάνε, καταστήματα που δεν καταστρέφονται, αυτοκίνητα που δεν καίγονται και κυρίως ζωές που δεν απειλούνται. Σημαίνει μόνο αυτό; Όχι, αυτή είναι η μια όψη της αποτελεσματικής αστυνόμευσης. Η άλλη όψη είναι ο σεβασμός των δικαιωμάτων όλων των πολιτών, διαδηλωτών και μη: αστυνόμευση χωρίς παράνομες συλλήψεις, χωρίς αυθαίρετη βία, χωρίς περιορισμό του δικαιώματος στη συνάθροιση.
Κατά την επέτειο του φόνου Γρηγορόπουλου, η εύλογη ανησυχία για ενδεχόμενη επανάληψη των περσινών εκτεταμένων επεισοδίων καθιστούσε προφανή την ανάγκη αποτελεσματικής αστυνόμευσης. Ας δούμε λοιπόν, με ψυχραιμία και νηφαλιότητα, αν οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας αστυνομεύτηκαν αποτελεσματικά. Για όσους περιορίζουν την αποτελεσματικότητα στο πρώτο της σκέλος η απάντηση είναι καταφατική και δικαίως επιχαίρει το αρμόδιο Υπουργείο. Αν όμως συμφωνούμε ότι η ασφάλεια είναι πιο σύνθετη έννοια, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Πριν και κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων πραγματοποιήθηκαν περίπου 1000 προσαγωγές, κατά κύριο λόγο αδικαιολόγητες (προσαγωγή ατόμου που κατέχει αποδεικτικό στοιχείο της ταυτότητάς του επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που η συμπεριφορά του, και όχι απλώς ο τόπος, ο χρόνος και οι περιστάσεις, κινεί υποψίες διάπραξης εγκλήματος). Οι προσαγωγές αυτές προσέβαλαν το δικαίωμα του κάθε πολίτη να διαδηλώνει ελεύθερα χωρίς να καθίσταται αυτόματα ύποπτος. Επιπλέον, για πολλοστή φορά απόπειρα ψευδούς ενοχοποίησης συλληφθέντων αποκαλύφθηκε με τρόπο τυχαίο. Αυτό δείχνει ότι δε μιλάμε πια για μεμονωμένα περιστατικά αλλά για τεκμηριωμένη δράση θυλάκων αυθαιρεσίας εντός της ΕΛΑΣ.
Η επιλογή ανάμεσα στην περιοριστική και την ευρεία νοηματοδότηση της αποτελεσματικής αστυνόμευσης, άρα και της ασφάλειας, είναι κρίσιμη για την ποιότητα της δημοκρατίας που θέλουμε. Δεν προσφέρουν καλές υπηρεσίες όσοι συρρικνώνουν το περιεχόμενό της. Από τη μια, υπάρχουν όσοι προσποιούνται ότι δεν τίθεται ζήτημα με τη μητροπολιτική βία, τον αντιεξουσιαστικό χουλιγκανισμό, τον βιασμό του πανεπιστημιακού ασύλου και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Η επιλεκτικότητα αυτή τους απομακρύνει από την κοινή λογική και τροφοδοτεί τη μηδενική ανοχή την οποία καταγγέλλουν. Από την άλλη, υπάρχουν όσοι θεωρούν ότι η απόλαυση του αγαθού της ασφάλειας μπορεί να συμβαδίζει με προληπτική αναστολή των δικαιωμάτων. Έτσι οδηγούνται στην αποδοχή της συλλογικής ευθύνης και στις προληπτικές συλλήψεις λάθος ανθρώπων για λάθος λόγους. Όσοι με τέτοιο τρόπο επενδύουν στην αύξουσα –και λόγω κρίσης- κοινωνική συντηρητικοποίηση στην ουσία σπέρνουν ανέμους.
Τέλος, επιβάλλεται τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη να εκφέρουν λόγο υπεύθυνο και νηφάλιο. Όταν εμπλέκονται σε προσωπική βεντέτα με τους «βιτρινοθραύστες» κερδίζουν μεν πρόσκαιρη δημοσιότητα αλλά γίνονται μέρος του προβλήματος που έχουν κληθεί να λύσουν.
Το Δεκέμβριο συνέβη μια τρομερή πύκνωση του χρόνου: έγιναν περισσότερα από όσα μπορούσε να καταναλώσει η δημόσια σκηνή. Το αρχικό συμβάν έβαλε φωτιά σε ένα φυτίλι που περίμενε καιρό. Η τραγικότητα του συμβάντος ήταν τέτοια και με τέτοιους πρωταγωνιστές που προβλήθηκε αυτομάτως στην αρχέγονη διάσταση καλού-κακού και ικανοποίησε την καθολική ανάγκη για σύμβολα. Ακολούθησε η βίαιη είσοδος πολλών νέων στο πολιτικό προσκήνιο. Η ένταση της φωνής τους και η πανελλαδική εξάπλωση έφερε συγκίνηση και αναθάρρυνση. Κι επειδή η φωνή δεν είχε άλλο να πει από το «είμαστε εδώ και είμαστε θυμωμένοι», το μέσο γρήγορα έγινε το μήνυμα. Πολλούς συνεπήρε και μια διάχυτη αίσθηση δύναμης, ένα «όλα είναι δυνατά» που ενισχύθηκε από την εικόνα μιας «αλωμένης πόλης-γυναίκας», μιας πόλης που παραδόθηκε αμαχητί στην πάντοτε εκμαυλιστική, ακόμα και στις πιο ακραίες εκφάνσεις της, χαρά της καταστροφής. Άλλωστε -ας είμαστε ειλικρινείς- χωρίς αυτήν την όψη δεν θα μιλούσαμε για το Δεκέμβριο. Η παρατεταμένη και εκτεταμένη βία είναι που τον σαρκώνει στις συζητήσεις μας.
Ταυτόχρονα όμως ήταν από την πρώτη στιγμή ορατή η απουσία συλλογικού υποκειμένου με συγκεκριμένο πρόταγμα. Το στοιχείο αυτό λειτούργησε πολλαπλά, απελευθερώνοντας δυνάμεις που αλλιώς θα έμεναν αδρανείς αλλά και ακυρώνοντας την εφηβική ένταξη αφού τον τόνο τελικά έδιναν όχι τόσο οι δικές τους συλλογικές δράσεις όσο οι ατομικές πορείες της βίαιης εκτόνωσης. Παράλληλα εμφανίστηκε η ανόητη κολακεία της «αιώνιας λιακάδας του εφηβικού μυαλού» που συνοψίστηκε στο κούφιο «ας ακούσουμε τους νέους». Φράση – επιτομή της αμήχανης νεολαγνείας που διέκρινε πολιτικές/ πνευματικές ηγεσίες και εθνικούς διασκεδαστές.
Ο Δεκέμβριος ήταν εύλογα αντιφατικός. Ενδεικτική η αντιμετώπιση των δημόσιων αγαθών: ένα τέτοιο κίνημα διαμαρτυρίας αποτελούσε από την ίδια του τη φύση μια κατάφαση στα δημόσια αγαθά την ώρα που πολλές εκφάνσεις του την αναιρούσαν. Ενώ λοιπόν έκτοτε πλήθυναν οι πρωτοβουλίες αναβάθμισης των δημόσιων χώρων και προστασίας του αστικού πρασίνου, ταυτόχρονα εντάθηκε η καταστροφή ή η απαξίωση δημόσιων αγαθών και η κοινότοπα επαναλαμβανόμενη αφετηρία αλλά και απόληξη κάθε κινητοποίησης, η κατάληψη και η αναστολή της λειτουργίας ενός δημόσιου χώρου ή ιδρύματος. Μαζί υπονομεύτηκε το πιο σημαντικό αγαθό της δημόσιας σφαίρας, ο ελεύθερος διάλογος. «Κληρονομιά του Δεκέμβρη» όλα αυτά.
Παραπλήσια αντίφαση είχαμε και στα μέσα της διαμαρτυρίας. Η δημιουργική αναζήτηση νέων τρόπων παρέμβασης (παρεμβολή στο πρόγραμμα της κρατικής τηλεόρασης, παρεμβάσεις σε θέατρα) έχει αφήσει μια αυξημένη διαθεσιμότητα κινητοποίησης, μια διάχυτη εγρήγορση. Μέρος της όμως γρήγορα εκφυλίστηκε σε μια αυτιστική επιμονή στο ίδιο το μέσο της διαμαρτυρίας, ανεξαρτήτως μηνύματος και αποδεκτών. Έτσι φτάσαμε στην καταστολή της άλλης άποψης, στις φασιστικής κοπής διακοπές εκδηλώσεων, στον μεταδεκεμβριανό αντιεξουσιαστικό φονταμενταλισμό. «Κληρονομιά του Δεκέμβρη» κι αυτά.
Τελικά, μπορούμε να δούμε το Δεκέμβριο σαν μια περιδίνηση στο κενό. Αφού μετεωριστήκαμε για λίγο, ξαναπήραμε τις θέσεις μας. Η πολιτεία αξιοποίησε την «κληρονομιά του Δεκέμβρη» με την υιοθέτηση των νομοθετημάτων του καλοκαιριού (κουκούλες, DNA, κάμερες). Μέρος της Αριστεράς τρόμαξε με τη δική του «κληρονομιά του Δεκέμβρη», τις εκλογικές απώλειες, και επέλεξε τη σταδιακή αποστασιοποίηση από τη δίνη της μη καταγγελλόμενης βίας. Μέρος των διαμαρτυρομένων διολίσθησε στην ιδιότυπη ασφάλεια που παρέχει η αυτοεκπληρούμενη προφητεία της βίας. Έτσι, πολύ γρήγορα ο Δεκέμβριος πέρασε στο χώρο μιας κάπως θολής μνήμης. Για τους πολλούς που πορεύτηκαν στους δρόμους έγινε «ο γύρος της εξέγερσης σε 15 ημέρες»: συμμετοχή, στράτευση, έξαψη, σύγκρουση, επιστροφή στη μελαγχολική κανονικότητα. Μετά το ποδοσφαιρικό καλοκαίρι του 2004, τον Δεκέμβριο ζήσαμε ένα άλλο «Γιούρο», το «Γιούρο της εξέγερσης». Η εικαζόμενη επετειακή επανάληψη των κινητοποιήσεων δεν αναιρεί, μάλλον επιβεβαιώνει την εικόνα.
Υγ. Συζητώντας με μαθήτρια λυκείου (το σχολείο της τελεί ήδη υπό κατάληψη), τη ρώτησα τι να γράψω σε τούτο το άρθρο. «Εγώ έμαθα από το Δεκέμβρη ότι δε χρειάζομαι αιτήματα για να κάνω κατάληψη. Φτάνει ο θυμός», μου είπε. Η απάντησή της ανοιχτή σε κάθε σχολιασμό και ερμηνεία.
Ελευθεροτυπία, 5 Δεκεμβρίου 2009
Καλή η μετονομασία υπουργείων, έχουν και οι συμβολισμοί τη σημασία τους. Όμως θα φανεί στην πράξη αν η Προστασία του Πολίτη επιτυγχάνεται καλύτερα όταν γίνεται υπουργείο και αν η Δικαιοσύνη απονέμεται καλύτερα όταν κατοικοεδρεύει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εν ολίγοις, στην πράξη θα φανούν τα δείγματα μιας άλλης γραφής στο πεδίο των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Κάποιες αποφάσεις ουσιαστικού αλλά και συμβολικού χαρακτήρα μπορούν και πρέπει να ληφθούν άμεσα. Λίγοι μήνες μόνο έχουν περάσει από την υιοθέτηση σφόδρα εριζόμενων μέτρων με τα οποία η σημερινή κυβερνητική παράταξη είχε διαφωνήσει. Τα θερινά νομοθετήματα περί καμερών και χρήσης γενετικού υλικού αλλά και ο νόμος περί απέλασης αλλοδαπών με την απαγγελία κατηγορίας και μόνο χρήζουν άμεσης κατάργησης. Άνευ ετέρου. Δεν είναι μόνο ζήτημα πολιτικής συνέπειας των κυβερνώντων. Είναι κυρίως θέμα αποκατάστασης του κράτους δικαίου και του κύρους των θεσμών (ας θυμηθούμε την απαξίωση των ανεξάρτητων αρχών που υπέκρυπτε η θερινή νομοθετική σπουδή). Το ίδιο ισχύει και για την καταπολέμηση των διακρίσεων. Ας προχωρήσει το υπουργείο στην άμεση θεσμοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης χωρίς διακρίσεις, όπως έχει δεσμευτεί το κυβερνών κόμμα.
Σε ένα δεύτερο στάδιο, των επόμενων μηνών, πρέπει να ενταχθούν κινήσεις που απαιτούν σχετική προετοιμασία και κυρίως διαρκή βούληση εφαρμογής. Απαιτείται να επιβεβαιωθεί ο νέος τίτλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης στο σωφρονιστικό πεδίο: οι φυλακές πάσχουν από έλλειμμα δικαιοσύνης, διαφάνειας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Προτάσεις έχουν γίνει πολλές, ορισμένες μάλιστα τις υποστήριζε το ΠΑΣΟΚ ως αντιπολίτευση πέρσι, τον καιρό της εξέγερσης στις φυλακές. Μένει να υλοποιηθούν. Ας ξεκινήσει τώρα η άρση του αβάτου και η πρόσβαση ελεγκτικών μηχανισμών και ας ακολουθήσουν μέτρα ουσιαστικής αποσυμφόρησης των φυλακών. Από την άλλη, το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη θα δικαιολογήσει τον τίτλο του αν η καλύτερη αστυνόμευση και η εμπέδωση αισθήματος ασφάλειας των πολιτών επιτευχθούν χωρίς εκπτώσεις σε επίπεδο δικαιωμάτων. Αυτό προϋποθέτει έμπρακτη παύση της ατιμωρησίας για περιπτώσεις αστυνομικής αυθαιρεσίας, ριζικές αλλαγές στην εκπαίδευση και σπάσιμο των στεγανών εντός της ΕΛΑΣ. Προϋποθέτει επίσης τερματισμό της επιλεκτικότητας: αστυνόμευση εκτός από τα Εξάρχεια χρειάζεται και ο Άγιος Παντελεήμονας που υφίσταται την ανεξέλεγκτη δράση φασιστοειδών συμμοριών.
Σε ένα τρίτο στάδιο εντάσσεται η θαρραλέα αντιμετώπιση χρόνιων ζητημάτων. Ως τέτοιο ζήτημα λογίζεται κατ’ αρχήν η ουσιαστική ενσωμάτωση των μεταναστών και μια νέα πολιτική ιθαγένειας. Η μεγάλη αυτή πρόκληση δεν αφορά μόνο ή κυρίως τους μετανάστες. Η κυβέρνηση καλείται να αναζητήσει τρόπους ουσιαστικής ένταξης των νέων συγκατοίκων μας στην πολιτική κοινότητα και να προλάβει έναν κάθετο στεγανό αποκλεισμό που αποτελεί βραδυφλεγή βόμβα. Χρόνιο ζήτημα είναι ακόμα η ρύθμιση των σχέσεων κράτους και εκκλησίας και τα συναρτώμενα ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας. Τα μαθήματα του πρόσφατου παρελθόντος ελπίζουμε να έχουν κάνει σοφότερες και τις δύο πλευρές.
Αυτή η (ενδεικτική) ατζέντα δικαιωμάτων έλειπε από τον προεκλογικό διάλογο που ήταν ευεξήγητα μονοθεματικός, αλλά η προώθησή της δε μπορεί να περιμένει. Μια νέα πολιτική δικαιωμάτων μπορεί να εκδηλωθεί και να αποδώσει στον χρονικό ορίζοντα μιας κυβερνητικής θητείας. Απαιτούνται όμως γενναίες αποφάσεις από την αρχή.
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ
Ακούστηκε λοιπόν και το «Αλλάχ ου ακμπάρ» στους δρόμους της Αθήνας. Ο θεός είναι μεγάλος, αλλά είναι αλλιώς να το ακούμε από χιλιάδες μουσουλμάνους δίπλα μας. Φοβίζει πολλούς το θρησκευτικό συναίσθημα που εκφράζεται με τρόπο ξένο προς δικούς μας πολιτισμικούς και γλωσσικούς κώδικες. Ήρθαν νωρίτερα από όσο περιμέναμε όσα φοβόμασταν. Πολλοί επιχειρούν φυγή στο παρελθόν: «Δεν είμαι ρατσίστρια, θέλω απλώς να ζω όπως ζούσα πριν από 20 χρόνια», έλεγε Αθηναία στις κάμερες, χρεώνοντας στους μετανάστες με τρόπο σχεδόν μεταφυσικά νοσταλγικό όλα όσα άλλαξαν.
Το θέμα είναι τι λέμε τώρα. Προηγείται η επίσημη συγγνώμη για την καταστροφή του κορανίου ή φωτοτυπίας του (συγγνώμη αυτονόητη για όλους πλην ηγεσίας Υπουργείου Δημόσιας Τάξης). Ακολουθούν μέτρα υπερεπείγοντος χαρακτήρα: νομική ρύθμιση των δεκάδων χώρων λατρείας που λειτουργούν άτυπα και ανέλεγκτα, εφαρμογή του νόμου για την ανέγερση τζαμιού, μέριμνα για την κατασκευή μουσουλμανικού νεκροταφείου στο Σχιστό ή για την παραχώρηση τμημάτων στα υπάρχοντα κοιμητήρια για την ταφή μουσουλμάνων. Και ας πάψει επιτέλους η πρωτοφανής σιωπή και ακινησία της τοπικής αυτοδιοίκησης, με προεξάρχοντα τον Δήμο Αθηναίων σε ένα θέμα κατεξοχήν αρμοδιότητας και ευθύνης του. Χρειάζεται επίσης συνεχής συνεργασία με τις οργανώσεις των μουσουλμάνων. Δήλωσε ο πρόεδρος της Μουσουλμανικής Ένωσης Ελλάδος κ. Ελγαντούρ: «Κάνω έκκληση σε όλους να σταματήσουν τα παιχνίδια με το θρησκευτικό αίσθημα αυτών των νέων που είναι ήδη εξαιρετικά επιβαρυμένοι, έχουν άγνοια των πολιτικών παιχνιδιών και βιώνουν την πίστη ως έσχατο καταφύγιο στις τρομακτικές δυσκολίες τους». Θέλουμε ή δεν θέλουμε να συνομιλούμε με τέτοιες φωνές;
Η ελληνική πολιτεία καλείται να αντιληφθεί ότι το πολιτικό κόστος από τα απαραίτητα μέτρα είναι πολύ μικρότερο από το κόστος μιας ρήξης με τους μουσουλμάνους μετανάστες. Η καταγγελία του θρησκευτικού φανατισμού χωρίς αντιμετώπιση των αιτίων που τον τροφοδοτούν μοιάζει με ξόρκι. Όταν το θρησκευτικό συναίσθημα εξωθείται στα υπόγεια «τζαμιά» των πολυκατοικιών, δηλαδή κάτω από το χαλί, ενδέχεται να πάρει άλλους δρόμους, επικίνδυνους για την κοινωνική συνοχή. Να γιατί πρέπει να νιώθουμε ευτυχείς για την αντίδραση των μεταναστών που ευθέως μας λένε πως η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο.
Παράλληλα, η πολιτεία πρέπει εμπράκτως να δείξει πως κατανοεί την αγωνία των κατοίκων του κέντρου, τους οποίους είναι λάθος να χρεώνουμε και να χαρίζουμε συλλήβδην στο «ρατσιστικό μπλοκ». Χρειάζεται λοιπόν αποτελεσματική αστυνόμευση. Προσοχή όμως! Αστυνόμευση δεν είναι μόνο ή κυρίως καταστολή. Είναι ταυτόχρονα πρόληψη, κοινωνική ειρήνευση, μηχανισμοί διαμεσολάβησης, κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων του κάθε πληθυσμού, της κάθε γειτονιάς και κοινότητας, συνεργασία με δομές πρόνοιας. Αυτή η αστυνόμευση θα αφαιρούσε ζωτικό χώρο από τις συμμορίες αυτόκλητων υπερπατριωτών που έχουν αναλάβει δράση στους δρόμους της πόλης και στο πεδίο του κοινού ποινικού δικαίου. Με λίγα λόγια, αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση δυναμική που τροφοδοτείται από την αύξηση του αριθμού των μεταναστών που ζουν σε καθεστώς εικονικής ανυπαρξίας, από την διογκούμενη ανασφάλεια και από τον διαγκωνισμό φορέων που σπεύδουν να επενδύσουν στο πολιτικό κενό της ανασφάλειας. Το τι θα γίνει αύριο δεν μπορούμε λοιπόν να το αφήσουμε στα χέρια του θεού, όσο μεγάλος κι αν είναι.
Και κάτι τελευταίο: ο φιλελεύθερος λόγος παγίως υποστηρίζει τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και τον περιορισμό της θρησκείας στο πεδίο που της αναλογεί. Οι αντοχές του λόγου αυτού θα δοκιμαστούν, καθώς απευθυνόμενος στους μουσουλμάνους κινδυνεύει να χρεωθεί ξενοφοβικά κίνητρα. Πρέπει να επιμείνει στις ίδιες αρχές, διεκδικώντας ταυτόχρονα πλήρη σεβασμό των θρησκευτικών δικαιωμάτων. Η περίπτωση των σκίτσων του Μωάμεθ αποτελεί πολύτιμο μάθημα αμφισβήτησης θεμελιωδών αρχών της ανοιχτής κοινωνίας και ως τέτοιο πρέπει να το έχουμε διαρκώς κατά νου.
Οι συνθήκες είναι ιδανικές για την εκκόλαψη του εγχώριου αυγού του φιδιού και τα δείγματα είναι ήδη πολλά. Οι επιθέσεις και οι σοβαροί τραυματισμοί μεταναστών έχουν πληθύνει σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούμε πια να μιλάμε για μεμονωμένα περιστατικά. Τον Απρίλιο μόνο καταγγέλθηκαν τουλάχιστον 30 τέτοια «μεμονωμένα περιστατικά». Στις επιθέσεις διακρίνεται επαναλαμβανόμενη τυπολογία: οργανωμένες ομάδες κινούνται συντεταγμένα σε συγκεκριμένες περιοχές και χτυπούν ορισμένη «ομάδα στόχο», συνήθως Πακιστανούς μετανάστες.
Η έως τώρα διερεύνηση των επιθέσεων δεν κρίνεται αποτελεσματική. Ίσως αυτό εξηγείται από απλή αδράνεια ή αδυναμία των αρχών. Η εξήγηση όμως φαίνεται ανεπαρκής όταν η δράση των φασιστικών ομάδων προαναγγέλλεται και πραγματοποιείται στο φως της μέρας στους δρόμους της Αθήνας. Τότε δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει τις εικόνες (έχουν δημοσιευτεί επανειλημμένα) της συνύπαρξης ή και αλληλοϋποστήριξης μεταξύ των ομάδων αυτών και μελών της Ελληνικής Αστυνομίας. Δεν μπορεί να μένουν αναπάντητες οι καταγγελίες για κραυγαλέα ανοχή ορισμένων οργάνων της τάξης σε συγκεκριμένης απόχρωσης εγκληματικές ενέργειες. Είναι αδιανόητο να μη διερευνώνται οι «παρεμβάσεις» αστυνομικών σε ρατσιστικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και οι δημοσιευμένες στις εφημερίδες ανακοινώσεις «οργάνωσης αστυνομικών» όπου δηλώνουν ότι θα πάρουν τον νόμο στα χέρια τους.
Το Δεκέμβριο, υπό το φως της ανθρωποκτονίας Γρηγορόπουλου, ετούτη τη στήλη απηύθυνε έκκληση με τίτλο «Τολμήστε κ. Παυλόπουλε». Επισημαίναμε τότε τη διάχυτη υποκουλτούρα βίας στους κόλπους της ΕΛΑΣ και αναφερόμασταν στις παρακρατικές ομάδες που δρουν στις παρυφές της Αστυνομίας όποτε γίνονται βίαια επεισόδια. Επαναλαμβάνουμε την έκκληση, πιο συγκεκριμένα αυτή τη φορά. Η πολιτεία πρέπει να κινηθεί σε δυο κατευθύνσεις. Από τη μια να εξετάσει πώς αντιμετωπίζεται το οργανωμένο ρατσιστικό έγκλημα σε πολλές χώρες στην Ευρώπη και πέραν του Ατλαντικού. Εκεί αναγνώρισαν ότι το φαινόμενο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και το μελέτησαν συστηματικά. Έδρασαν συστηματικά σε αστυνομικό και δικαστικό επίπεδο. Εξειδικευμένο προσωπικό έθεσε τις ρατσιστικές ομάδες στο στόχαστρο. Στην ίδια κατεύθυνση να κινηθούμε και εδώ.
Από την άλλη, ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε θαρραλέα την κατάσταση στο εσωτερικό της αστυνομίας. Απαιτείται γενναία διερεύνηση των καταγγελιών για εμπλοκή ή ανοχή των αστυνομικών σε εγκληματικές πράξεις ρατσιστικών ομάδων. Απαιτείται έρευνα από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων για σχετική «εξωυπηρεσιακή δράση» αστυνομικών οργάνων. Ενδεχόμενες ανεπίτρεπτες υπόγειες διαδρομές μεταξύ φασιστικών ομάδων και αστυνομικών πρέπει να παταχθούν. Μόνο έτσι δεν θα θεωρείται από κανέναν ο χώρος των σωμάτων ασφαλείας προνομιακό πεδίο για να διεισδύσουν ρατσιστικές ιδέες και πρακτικές. Το εκρηκτικό κοκτέιλ που δημιουργείται από την οικονομική ύφεση και τη διάχυτη κοινωνική ανασφάλεια δεν επιτρέπει εθελοτυφλία ή εφησυχασμό.
Κανένας φόνος δεν ισοφαρίζει έναν άλλο φόνο και προσφέρουν πολύ κακή υπηρεσία όσοι καλλιεργούν μια λογική βεντέτας. Η αλυσιδωτή απαξίωση της ανθρώπινης ζωής κρύβει μια υπόρρητη παραδοχή: οι κινητοποιήσεις του Δεκεμβρίου και το αρνητικό κλίμα για την αστυνομία οδήγησαν στη δολοφονική απόπειρα κατά του αστυφύλακα των ΜΑΤ, ήταν δηλαδή ο προθάλαμος για να έλθουν στο προσκήνιο οι αυτόκλητοι τιμωροί. Ας επεκτείνουμε αυτή τη λογική: όσοι λοιπόν κατήγγειλαν την αστυνομική αυθαιρεσία όπλισαν το τρομοκρατικό καλάσνικοφ. Μα τότε με ανάλογο τρόπο όσοι εκφράζουν αίσθημα ανασφάλειας και θέλουν αποτελεσματικότερη αστυνομία όπλισαν το όπλο του ειδικού φρουρού. Η λογική αυτή αλληλοτροφοδοτείται με τη λογική της συλλογικής ευθύνης: όλοι οι διαδηλωτές συμμετέχουν σε βίαια επεισόδια, όσοι συχνάζουν στα Εξάρχεια είναι εκκολαπτόμενοι τρομοκράτες, όλοι οι αστυνομικοί είναι ράμπο έτοιμοι να σκοτώσουν. Απότοκο τέτοιων ακροβατικών συλλογιστικών σχημάτων είναι η σχηματοποίηση των δυο φονικών πράξεων ως αντίθετων πόλων που αλληλοεξουδετερώνονται.
Είναι όμως έτσι; Η απόπειρα κατά του αστυφύλακα μας φέρνει στην κατάσταση προ 6ης Δεκεμβρίου; Αστείο και να το σκεφτεί κανείς. Τέτοια προσέγγιση συσκοτίζει τα προφανή. Ας τα δούμε με αντίστροφη χρονική σειρά. Προφανής η καταδίκη της δολοφονικής απόπειρας κατά αστυνομικού. Όχι λόγω λύπησης, επειδή δηλαδή είναι 21 ετών νεοδιόριστος αστυφύλακας, γεγονός που διευκολύνει τη μιντιακή κατασκευή μιας συγκινησιακής «ισοπαλίας του αίματος» μέσω της συνάφειας των δυο θυμάτων. Το ίδιο καταδικαστέα θα ήταν η απόπειρα ανεξαρτήτως ηλικίας και βαθμού του θύματος. Η κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, τα κοινωνικά προβλήματα, η κρατική ανεπάρκεια ή αυθαιρεσία δεν αποτελούν άλλοθι για σκοτεινούς τιμωρούς. Αντίθετα, η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα βρίσκονται κατ’ ουσία στο στόχαστρο της ένοπλης βίας.
Προφανείς και οι ευθύνες της πολιτείας. Για λόγους δημοσιονομικούς ή πολιτικούς δημιουργήθηκε εντός της αστυνομίας ένα κακοπληρωμένο «ανειδίκευτο προλεταριάτο εργατών της τάξης», μια κοινωνική ομάδα ευεπίφορη στην ανάπτυξη θυλάκων παραβατικότητας και υποκουλτούρας της βίας. Υπήρξε ανοχή στο κλίμα ατιμωρησίας για αυθαιρεσίες αστυνομικών οργάνων, κλίμα που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τον φόνο της 6ης Δεκεμβρίου. Από την άλλη, η πολιτεία επέδειξε παροιμιώδη αδυναμία διαχείρισης της κρίσης που έκτοτε προέκυψε, αναμένοντας περίπου ως προδιαγεγραμμένη τη σπειροειδή τροχιά της τυφλής βίας. Τώρα πια, παρακολουθούμε την πολιτική επένδυση στο σίγουρο ομόλογο της ανασφάλειας: «το κράτος κάνει τη δουλειά του αν το αφήσουμε», ο εστί μεθερμηνευόμενο «η ασφάλεια απαιτεί να παραμερίσουμε ορισμένες πολυτελείς εγγυήσεις προστασίας των δικαιωμάτων». Ανησυχητικά δείγματα εκδηλώθηκαν ήδη: κατ’ οίκον έρευνες χωρίς εντάλματα και εγγυήσεις που επιτάσσει ο νόμος, αθρόες προσαγωγές, εφαρμογή αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας σε βάρος 15χρονων.
Προφανείς τέλος οι ευθύνες πολιτών και συλλογικών φορέων που μείναμε να παρακολουθούμε αμέτοχοι την απαξίωση κάθε δημόσιου συλλογικού αγαθού, την κατίσχυση της θεωρίας της συλλογικής ευθύνης, την καθολίκευση της βίας. Κανείς όμως δε μπορεί να θεωρείται αμέτοχος όταν θεριεύει η λαϊκιστική απαξίωση θεσμών, πολιτικών και πολιτικής, η οποία ειδικά σε περιόδους ύφεσης εύκολα μπορεί να γίνει μήτρα αυταρχικών εκτροπών.










