You are currently browsing the tag archive for the ‘τρομοκρατία’ tag.
Οι λειτουργοί της ενημέρωσης και οι φύλακες του νόμου έχουν υψώσει τον πήχη της συνεργασίας τους σε αξιοθαύμαστο επίπεδο. Το αποδεικνύει η περίπτωση της 28χρονης Γερμανίδας Φέι-Μαρί Μάγερ. Τα ηλεκτρονικά –κυρίως- ΜΜΕ έσπευσαν να υιοθετήσουν σενάριο που έφερε την προσαχθείσα 28χρονη ως καταγόμενη εκ μητρός από την ένοπλη οργάνωση RAF. Η είδηση απεδείχθη εσφαλμένη. Επρόκειτο για μια κεντρικά διοχετευθείσα πληροφορία που κανένας δημοσιογράφος δε θεώρησε σκόπιμο να ελέγξει.
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που οι δημοσιογράφοι μετατρέπονται σε κούριερ των αρχών ασφαλείας. Λίγο παλιότερα o ίδιος ο Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών είχε δεχτεί διορθωτικό τηλεφώνημα στον αέρα από «αστυνομική πηγή» γιατί παρέλειψε να μεταδώσει κάποια «αποκάλυψη». Ο θεσμικός φύλακας της δημοσιογραφικής δεοντολογίας μάς ψιθύρισε «κάτι μου ‘παν να σας πω». Το ίδιο έκανε και τώρα μαζί με αρκετούς συναδέλφους του.
Αυτή η ενημέρωση «στο περίπου» επισκίασε ένα σοβαρότερο ζήτημα, την καταστολή «στο περίπου». Η Ελληνική Αστυνομία επικαλέστηκε συνωνυμία της 28χρονης για να δικαιολογήσει το ανακριβές της σενάριο. Δεν είπε όμως λέξη για την απόπειρα να εισαγάγει την έννοια της οικογενειακής ευθύνης, ωσάν τα γονίδια «κληρονομικής τρομοκρατίας» να αποτελούν αξιολογήσιμο επιβαρυντικό στοιχείο.
Ας συνδυαστεί το γεγονός αυτό με το σχεδόν ταυτόχρονο περιστατικό Παπαδάτου. Εν μέση οδώ, μέρα μεσημέρι, ένας πολίτης συλλαμβάνεται από κουκουλοφόρους με πολιτικά και με την απειλή όπλων. Σύμφωνα με όσα καταγγέλλει, οδηγείται στην Ασφάλεια, δέρνεται, εξευτελίζεται, αναγκάζεται να γδυθεί, απειλείται και στο τέλος ακούει ότι συνελήφθη κατά λάθος αφού μοιάζει με κάποιον ύποπτο. Μετά το δεύτερο σφάλμα ο αρμόδιος Υπουργός έσπευσε να επιβάλει σιγή ασυρμάτου.
Η πολιτική ηγεσία της ΕΛΑΣ και οι θεσμικοί εκπρόσωποι των δημοσιογράφων θεωρούν πως το πρόβλημα είναι ότι τσαλακώθηκε το κύρος των αρχών ασφαλείας και των μέσων ενημέρωσης. Κάνουν λάθος. Το πρόβλημα είναι ότι καταστολή και ενημέρωση δεν μπορούν να επιτελούνται «στο περίπου». Δεν μπορεί μια απλή ομοιότητα ή συνωνυμία να κινητοποιούν επιχειρήσεις της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και να συμπαρασύρουν υπηρεσίες της «αντιτρομοκρατικής ενημέρωσης» σε έναν χορό διαπόμπευσης. Δεν μπορεί να θεωρείται παράπλευρη απώλεια η ασφάλεια και η αξιοπρέπεια του καθενός που στιγματίζεται ως τρομοκράτης από κούνια ή αντιμετωπίζει ξαφνικά τη βία της σύλληψης από κουκουλοφόρους με όπλα.
Διπλό λοιπόν το μήνυμα των ημερών. Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη οφείλει να επιδείξει μέρος έστω της διατρανούμενης «περίφρακτης» αποφασιστικότητάς του και στο θέμα της προστασίας των πολιτών από την αστυνομική αυθαιρεσία. Πυκνώνουν οι ενδείξεις ότι οι αστυνομικοί (ιδίως εκείνοι με πολιτικά και οι των ειδικών μονάδων) δρουν σε καθεστώς απόλυτης έλλειψης λογοδοσίας, επικαλούμενοι διαρκώς μια ασαφώς οριζόμενη κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Οι δημοσιογραφικές ενώσεις, από την πλευρά τους, ας αναλογιστούν το γεγονός ότι πολλά μέλη τους συγχέουν το ρόλο του δημοσιογράφου με αυτόν του εκπροσώπου τύπου της ΕΛΑΣ. Αποτέλεσμα, μια «στο περίπου» ενημέρωση που απολήγει δίδυμη αδελφή μιας «στο περίπου» καταστολής. Αυτή η σύγκλιση αστυνόμευσης και πληροφόρησης κρύβει μόνο κινδύνους.
Αν οι 6 συλληφθέντες ως μέλη της οργάνωσης «Επαναστατικός Αγώνας» έχουν διαπράξει αυτά για τα οποία κατηγορούνται, τότε η σύλληψή τους είναι καλή είδηση. Το έχουμε ξαναγράψει: η κρίση του πολιτικού συστήματος, τα κοινωνικά προβλήματα, η κρατική ανεπάρκεια ή αυθαιρεσία δεν αποτελούν άλλοθι για σκοτεινούς τιμωρούς. Στο στόχαστρο της ένοπλης βίας βρίσκονται κατ’ ουσία η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αυτά ισχύουν με το παραπάνω για την εν λόγω οργάνωση που επέδειξε νοσηρή λατρεία στην ίδια την τελετουργία της βίας με βόμβες τεράστιας ισχύος, ένοπλες δολοφονικές επιθέσεις και αυτάρεσκες προκηρύξεις κτηνώδους ανοησίας. Άρα ισχύουν για τους 6 με την προϋπόθεση που προαναφέρθηκε. Δηλαδή, αν αποδειχθεί στο δικαστήριο –και μόνο στο δικαστήριο- η ενοχή τους. Αυτό το «αν» δεν αποτελεί περιττή πολυτέλεια. Αποτελεί στοιχειώδη εγγύηση του κράτους δικαίου ακόμα κι αν τα σε βάρος τους στοιχεία είναι ισχυρότατα.
Τα ΜΜΕ, κυρίως τα τηλεοπτικά αλλά όχι μόνο, έχουν χειριστεί το θέμα απογοητευτικά. Θεμελιώδεις αρχές δεοντολογίας παραβιάζονται συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση: σεβασμός στην προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή, τεκμήριο της αθωότητας, έλεγχος και τεκμηρίωση της πληροφορίας. Οι συλληφθέντες αποκαλούνται συλλήβδην και ανεπιφύλακτα τρομοκράτες. Στα σπίτια τους μπαινοβγαίνουν δημοσιογράφοι και κάμερες, ωσάν ο ιδιωτικός χώρος να γίνεται αυτοδικαίως δημόσιος αφ’ ης στιγμής ο ιδιοκτήτης συλλαμβάνεται. Φίλοι και συγγενείς διαπομπεύονται, πολίτες φωτογραφίζονται ως ύποπτοι για να ξεχαστούν την επόμενη μέρα, πολιτικοί χώροι στοχοποιούνται.
Η δημοσιογραφική έρευνα κατάντησε συνώνυμη της αυτολεξεί μετάδοσης ανώνυμων διαρροών των αστυνομικών αρχών. Το περιστατικό τα λέει όλα: δημοσιογράφος σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση δέχεται διορθωτικό τηλεφώνημα από «αστυνομική πηγή» γιατί παρέλειψε να μεταδώσει κάποια «αποκάλυψη». Δεν πρωταγωνιστεί κάποιο μαθητευόμενο λαγωνικό αλλά ο επικεφαλής της Ένωσης Συντακτών. Ο άνθρωπος που θα έπρεπε να είναι φύλακας της δημοσιογραφικής δεοντολογίας λέει με αφέλεια που εκπλήσσει «κάτι μου ‘παν να σας πω». Το συμβάν έχει χροιά λεπτής ειρωνείας που θα ζήλευαν μεγάλοι σατιρικοί συγγραφείς.
Στο τεκμήριο αθωότητας δεν χωρούν εξαιρέσεις και η επίκλησή του δε υπονοεί τίποτε περισσότερο από αυτό που λέει, ούτε υπόρρητη συμπάθεια προς τον εκάστοτε κατηγορούμενο (και την ένοπλη βία εν προκειμένω) ούτε άποψη για τη βασιμότητα των κατηγοριών. Ας μη σπεύδουν λοιπόν ορισμένοι δημοσιογράφοι και «σχολιαστές» να παρερμηνεύουν όσους μονότονα επιμένουν στην τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να ταπεινώνουν κι άλλο το δικό τους «τεκμήριο δημοσιογραφικής αθωότητας». Το ίδιο βέβαια κάνει και μέσο ενημέρωσης που δε δημοσιεύει σημαντική είδηση για να… προστατεύσει τους αναγνώστες από πιθανή παραπληροφόρηση. Το είδαμε κι αυτό…
…γυρίστε στις σπηλιές σας να παίζετε με βόμβες!
πατήστε εδώ μόνο αν θέλετε να δείτε τη φωτογραφία του 15χρονου Αφγανού
υγ. η φωτογραφία του 15χρονου Αφγανού είναι άγρια και ζητώ συγγνώμη από όσους δεν την αντέχουν. Μετά από το σχόλιο που ακολουθεί, την απέσυρα και μόνο όποιος επιλέγει τη βλέπει.
Εϊναι όμως άλλα πιο άγρια:
πιο άγρια η αμήχανη σιωπή για το θάνατό του -15χρονος είναι κι αυτός αλλά χωρίς όνομα- από όλους όσοι θα έπρεπε να κάνουμε τον κόσμο άνω κάτω για την …επαναστατική βία που σπέρνει παιδικά μέλη σε μια γειτονιά της Αθήνας
πιο άγριες οι υπουργικές κορόνες χωρίς αντίκρυσμα
πιο άγρια η δήθεν ιερή αγανάκτηση της ακροδεξιάς
αλλά κι εκείνη η κενή πολυλογία κάποιας αριστεράς που το μόνο που βρίσκει να καταγγείλει είναι οι νατοϊκές βόμβες στο Αφγανιστάν που έφεραν τους πρόσφυγες εδώ
ή πάλι οι κουβέντες περί ερμηνείας της επαναστατικής βίας που τροφοδοτείται από την κοινωνική αποδιοργάνωση μπλα μπλα και ρήξη του κοινωνικού ιστού μπλα μπλα και εξαθλίωση μπλα μπλα
Απ’ όλα αυτά ίσως καλύτερα σιωπή.
Ευτυχώς εντέλει που δε θα χρειαστεί να κοιτάξουμε την αδελφή του στα μάτια. Τα έχασε ένα βράδυ στα Πατήσια στο όνομα της επανάστασης…
Κανένας φόνος δεν ισοφαρίζει έναν άλλο φόνο και προσφέρουν πολύ κακή υπηρεσία όσοι καλλιεργούν μια λογική βεντέτας. Η αλυσιδωτή απαξίωση της ανθρώπινης ζωής κρύβει μια υπόρρητη παραδοχή: οι κινητοποιήσεις του Δεκεμβρίου και το αρνητικό κλίμα για την αστυνομία οδήγησαν στη δολοφονική απόπειρα κατά του αστυφύλακα των ΜΑΤ, ήταν δηλαδή ο προθάλαμος για να έλθουν στο προσκήνιο οι αυτόκλητοι τιμωροί. Ας επεκτείνουμε αυτή τη λογική: όσοι λοιπόν κατήγγειλαν την αστυνομική αυθαιρεσία όπλισαν το τρομοκρατικό καλάσνικοφ. Μα τότε με ανάλογο τρόπο όσοι εκφράζουν αίσθημα ανασφάλειας και θέλουν αποτελεσματικότερη αστυνομία όπλισαν το όπλο του ειδικού φρουρού. Η λογική αυτή αλληλοτροφοδοτείται με τη λογική της συλλογικής ευθύνης: όλοι οι διαδηλωτές συμμετέχουν σε βίαια επεισόδια, όσοι συχνάζουν στα Εξάρχεια είναι εκκολαπτόμενοι τρομοκράτες, όλοι οι αστυνομικοί είναι ράμπο έτοιμοι να σκοτώσουν. Απότοκο τέτοιων ακροβατικών συλλογιστικών σχημάτων είναι η σχηματοποίηση των δυο φονικών πράξεων ως αντίθετων πόλων που αλληλοεξουδετερώνονται.
Είναι όμως έτσι; Η απόπειρα κατά του αστυφύλακα μας φέρνει στην κατάσταση προ 6ης Δεκεμβρίου; Αστείο και να το σκεφτεί κανείς. Τέτοια προσέγγιση συσκοτίζει τα προφανή. Ας τα δούμε με αντίστροφη χρονική σειρά. Προφανής η καταδίκη της δολοφονικής απόπειρας κατά αστυνομικού. Όχι λόγω λύπησης, επειδή δηλαδή είναι 21 ετών νεοδιόριστος αστυφύλακας, γεγονός που διευκολύνει τη μιντιακή κατασκευή μιας συγκινησιακής «ισοπαλίας του αίματος» μέσω της συνάφειας των δυο θυμάτων. Το ίδιο καταδικαστέα θα ήταν η απόπειρα ανεξαρτήτως ηλικίας και βαθμού του θύματος. Η κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, τα κοινωνικά προβλήματα, η κρατική ανεπάρκεια ή αυθαιρεσία δεν αποτελούν άλλοθι για σκοτεινούς τιμωρούς. Αντίθετα, η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα βρίσκονται κατ’ ουσία στο στόχαστρο της ένοπλης βίας.
Προφανείς και οι ευθύνες της πολιτείας. Για λόγους δημοσιονομικούς ή πολιτικούς δημιουργήθηκε εντός της αστυνομίας ένα κακοπληρωμένο «ανειδίκευτο προλεταριάτο εργατών της τάξης», μια κοινωνική ομάδα ευεπίφορη στην ανάπτυξη θυλάκων παραβατικότητας και υποκουλτούρας της βίας. Υπήρξε ανοχή στο κλίμα ατιμωρησίας για αυθαιρεσίες αστυνομικών οργάνων, κλίμα που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τον φόνο της 6ης Δεκεμβρίου. Από την άλλη, η πολιτεία επέδειξε παροιμιώδη αδυναμία διαχείρισης της κρίσης που έκτοτε προέκυψε, αναμένοντας περίπου ως προδιαγεγραμμένη τη σπειροειδή τροχιά της τυφλής βίας. Τώρα πια, παρακολουθούμε την πολιτική επένδυση στο σίγουρο ομόλογο της ανασφάλειας: «το κράτος κάνει τη δουλειά του αν το αφήσουμε», ο εστί μεθερμηνευόμενο «η ασφάλεια απαιτεί να παραμερίσουμε ορισμένες πολυτελείς εγγυήσεις προστασίας των δικαιωμάτων». Ανησυχητικά δείγματα εκδηλώθηκαν ήδη: κατ’ οίκον έρευνες χωρίς εντάλματα και εγγυήσεις που επιτάσσει ο νόμος, αθρόες προσαγωγές, εφαρμογή αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας σε βάρος 15χρονων.
Προφανείς τέλος οι ευθύνες πολιτών και συλλογικών φορέων που μείναμε να παρακολουθούμε αμέτοχοι την απαξίωση κάθε δημόσιου συλλογικού αγαθού, την κατίσχυση της θεωρίας της συλλογικής ευθύνης, την καθολίκευση της βίας. Κανείς όμως δε μπορεί να θεωρείται αμέτοχος όταν θεριεύει η λαϊκιστική απαξίωση θεσμών, πολιτικών και πολιτικής, η οποία ειδικά σε περιόδους ύφεσης εύκολα μπορεί να γίνει μήτρα αυταρχικών εκτροπών.
Άγνωστο το αποτέλεσμα των εκλογών την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Όλα όμως δείχνουν ότι διαψεύστηκαν όσοι υποστήριζαν πως το συλλογικό τραυματικό σοκ από τα καμένα δάση θα ανέτρεπε τα πάντα. Το πολιτικό σύστημα ξαναβρήκε σύντομα το βηματισμό του (business as usual, όπως εύστοχα επεσήμανε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης). Τα μεγάλα κομματικά επιτελεία ενέθεσαν στα προγράμματα της τελευταίας στιγμής ψήγματα περιβαλλοντικής πολιτικής. Ενδεχομένως ούτε καν συλλογικό τραυματικό σοκ δεν υπήρξε, ίσως μόνο μια πρόσκαιρη λυπημένη ανάπαυλα. Το σοκ μπορεί να οδηγούσε σε συλλογικό αναστοχασμό, οι συνέπειες του οποίου θα υπερέβαιναν κατά πολύ, ποιοτικά και ποσοτικά, την αναγωγή σε ελάχιστες εκατοστιαίες μονάδες στο κομματικό παίγνιο.
Το θέμα του περιβάλλοντος δεν κατάφερε λοιπόν ακόμα και σε τέτοιες συνθήκες να αναχθεί σε καίριο, καταλυτικό ζήτημα της προεκλογικής αναμέτρησης. Τρανή απόδειξη, πραγματική ύβρις, η εκχώρηση γης προς τουριστική εκμετάλλευση. Στην παραλία της Ζαχάρως! Είκοσι ημέρες μετά τις φωτιές και τέσσερις πριν από τις εκλογές! Με την εύγλωττη σιωπή του αντίπαλου κόμματος!
Πώς μπορούσαμε να ελπίζουμε υπό τέτοιες συνθήκες πως ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα έβρισκαν τη θέση τους στις προγραμματικές δεσμεύσεις των κομμάτων; Αμάχητο τεκμήριο η ανταπόκριση στο προεκλογικό ερωτηματολόγιο της Διεθνούς Αμνηστίας: απάντησαν ο ΣΥΡΙΖΑ, η Δημοκρατική Αναγέννηση και οι Οικολόγοι Πράσινοι. Με αποκλίσεις ως προς το περιεχόμενο, με θέσεις που ως επί το πλείστον συνέπιπταν με τις θέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας αλλά και με ορισμένες αποκλίσεις που έδειξαν πως οι απαντήσεις ήταν γνήσιες και ουσιαστικές.
Είναι αυτονόητο πως η σιωπή των τριών μεγαλύτερων κομμάτων, αποτέλεσμα ελπίζουμε προεκλογικής ολιγωρίας, δεν αρκεί για να εκλείψουν τα ανοιχτά θέματα δικαιωμάτων από την ημερήσια διάταξη της επόμενης μέρας. Μπροστά μας βρίσκονται οι συνέπειες του πολέμου κατά της τρομοκρατίας στο επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων (χωρίς διερεύνηση παραμένουν οι υποκλοπές, οι έκνομες μεταγωγές και οι 64 πτήσεις της CIA που διήλθαν από την Ελλάδα, οι απαγωγές των Πακιστανών μεταναστών). Μπροστά μας βρίσκονται τα περιστατικά χρήσης βίας από την πλευρά της αστυνομίας. Μπροστά μας βρίσκονται τα προβλήματα του σωφρονιστικού συστήματος. Μπροστά μας βρίσκεται η ένταση γύρω από τα κοινωνικά δικαιώματα. Όχι μόνο σχετικά με το ασφαλιστικό που θα βρεθεί στο επίκεντρο το επόμενο διάστημα αλλά και με τα κοινωνικά δικαιώματα ιδιαίτερων ομάδων του πληθυσμού όπως οι Ρομά και οι μετανάστες. Μπροστά μας βρίσκονται βέβαια και τα μεγάλα θέματα περιβάλλοντος, οι κοινωνικές συνέπειες από την πρόσφατη καταστροφή, η μάχη για τη σωτηρία του αστικού και περιαστικού πρασίνου. Ας ξεκινήσουμε την επόμενη μέρα με αυτή τη δική μας φανερή ατζέντα, στον αντίποδα της φημολογούμενης κρυφής ατζέντας ορισμένων υποψηφίων.
Υποτίθεται πως οι ιστορίες κατασκοπείας και η δράση των μυστικών υπηρεσιών διακρίνονται από λεπτούς χειρισμούς και ευρηματικότητα. Η πραγματικότητα φανερώνει το αντίθετο. Χοντροκομμένες κατασκευές και γκροτέσκο σκευωρίες κυριαρχούν στον κόσμο των πρακτόρων. Περίτρανη απόδειξη η περίπτωση του Τζαβέντ Ασλάμ, Προέδρου της Πακιστανικής Κοινότητας στην Αθήνα.
Ο Ασλάμ βρέθηκε στο στόχαστρο των μυστικών υπηρεσιών όταν κατήγγειλε απαγωγές και μυστικές ανακρίσεις συμπατριωτών του το καλοκαίρι του 2005. Τόλμησε δηλαδή, ως εκπρόσωπος αδύναμων ανθρώπων που βρέθηκαν στη δίνη της διεθνούς αντιτρομοκρατίας, να πράξει το αυτονόητο: κατέφυγε στη δικαιοσύνη. Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη. Οι πιέσεις εντάθηκαν, οι απειλές απέλασης επίσης. Το αυταρχικό καθεστώς του Πακιστάν έκανε ό,τι μπορούσε για να εμπλέξει τον Ασλάμ σε ποινικές υποθέσεις (παράνομη μετανάστευση και λαθραία διακίνηση ανθρώπων– αδικήματα που τιμωρούνται στο Πακιστάν με ποινή φυλάκισης μέχρι 14 ετών). Το θέμα όμως δεν είναι το Πακιστάν. Πρόκειται εξάλλου για μια χώρα που βαρύνεται με σωρεία παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, άδικες δίκες, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια και εξαφανίσεις στο πλαίσιο αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων. Περισσότερο θυμό προκαλεί η δική μας πλευρά: οι δηλώσεις των Υπουργών Δημόσιας Τάξης που αρνήθηκαν ντε φάκτο οποιαδήποτε ανάμιξη κρατικών υπηρεσιών στις απαγωγές και προσπάθησαν να τις παρουσιάσουν σαν αντιζηλία στο εσωτερικό της πακιστανικής κοινότητας. Ποιος δεν αντιλαμβάνεται πως οι δύο υπουργοί επιχείρησαν να επηρεάσουν με τρόπο ανεπίτρεπτο τη δικαστική έρευνα; Ποιος δεν κατανοεί πως οι αρχές προσπαθούν να αποτρέψουν κάθε ουσιαστική διερεύνηση των απαγωγών; Ποιος μπορεί να δείξει κατανόηση στη μυστικότητα της όλης υπόθεσης, αφού ο Ασλάμ και οι δικηγόροι του δεν πληροφορήθηκαν ποτέ την ουσία των σε βάρος του κατηγοριών; Ποιος δε διακρίνει τη διεθνή της αντιτρομοκρατίας πίσω από τη σκευωρία; Αυτή τη διεθνή που ήρθε στο φως μετά τις αποκαλύψεις περί απαγωγών και τώρα γυρεύει εκδίκηση και αυτοπροστασία. Υπενθυμίζεται πως μετά από ανώνυμη καταγγελία είχαν απαγγελθεί και άλλοτε σε βάρος του παρόμοιες κατηγορίες που κατέρρευσαν στο δικαστήριο. Ευτυχώς, το συμβούλιο εφετών ομόφωνα απέρριψε το αίτημα για έκδοσή του και άφησε παντελώς έκθετους τους δύο υπουργούς και τις μεθοδεύσεις τους. Η εισαγγελέας μάλιστα συνέδεσε ευθέως τη δίωξη με τη δράση του.
Στις αστυνομικές ταινίες ο μάρτυρας- κλειδί προστατεύεται από την αστυνομία γιατί η μαφία θέλει να τον βγάλει από τη μέση. Εδώ έχουμε το αντίθετο. Όλες οι εμπλεκόμενες μυστικές υπηρεσίες, ελληνικές, βρετανικές και πακιστανικές, θα ήταν πανευτυχείς με την έκδοση του Ασλάμ. Κάθε προσπάθεια για διερεύνηση των απαγωγών θα σταματούσε. Ένα σαφές μήνυμα εκφοβισμού, στο όνομα της «αντιτρομοκρατικής ασφάλειας» θα είχε σταλεί. Το ποιος παίζει το ρόλο του μαφιόζου στην ιστορία μας είναι προφανές.
Μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης υποδέχτηκε με καχυποψία την είδηση της σύλληψης των επίδοξων αερο-τρομοκρατών. Διατυπώθηκαν σενάρια που υπαινίσσονταν σκηνοθετημένη εξάρθρωση ανύπαρκτης τρομοκρατικής οργάνωσης. Τα δυο κόμματα της Αριστεράς, με διαφορετική ένταση, φλέρταραν με αυτές τις θεωρίες συνωμοσίας στις επίσημες ανακοινώσεις τους. Ο Στάθης (Ελευθεροτυπία, 12/8) είπε επιγραμματικά αυτό που πολλοί σκέπτονταν: απαντήστε στο ερώτημα που έθεταν οι Λατίνοι από καταλύσεως δημοκρατίας: «ποιος ωφελείται;»… Ορθό το ερώτημα. Μια αποκάλυψη που ενισχύει την επιχειρηματολογία κάποιου και τον βγάζει, έστω και πρόσκαιρα, από μια δύσκολη θέση εμβάλλει σε σκέψεις. Σε έναν πόλεμο λέξεων, εντυπώσεων και προπαγάνδας, κάθε κίνηση μπορεί να γίνεται εκ του πονηρού. Χρήσιμο λοιπόν το ερώτημα. Ποιος ωφελείται; Οφείλει κανείς να είναι καχύποπτος. Ιδίως όταν οι κάμερες προσωρινά εγκαταλείπουν τους νεκρούς αμάχους του Λιβάνου και στρέφονται στις ουρές των αεροδρομίων. Εξάλλου, η αναδρομή σε προηγούμενες απόπειρες παραπλάνησης της δυτικής κοινής γνώμης γεννάει καχυποψία. Δεν ξεχνιούνται οι μαζικοί τάφοι της Τιμισοάρα, οι θερμοκοιτίδες του Κουβέιτ, ο κορμοράνος του Κόλπου, τα όπλα του Ιράκ.
Δεν είναι όμως αρκετό το ερώτημα «ποιος ωφελείται». Η μιντιακή εκμετάλλευση των επίδοξων βομβιστών για την απόσπαση συναίνεσης δεν αναιρεί την εγκληματική φύση των ισλαμικών οργανώσεων τυφλής βίας. Έτερον εκάτερον. Οι κυβερνήσεις ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας εγκαλούνται διότι αξιοποιούν εργαλειακά έναν υπαρκτό κίνδυνο για δικούς τους σκοπούς και με την πολιτική τους πυροδοτούν τον ισλαμικό φανατισμό. Προσχώρησαν στη λογική της σύγκρουσης πολιτισμών και ακολουθούν πρακτικές κρατικής τρομοκρατίας. Από την άλλη όμως, το να ωφελούνται από την αποκάλυψη του Λονδίνου δεν αναιρεί τη βαρύτητα του εγκλήματος που ετοιμαζόταν.
Είναι δύσκολο να κοιτά κανείς προς όλες τις κατευθύνσεις σε καιρό κρίσης. Απαιτεί ενάργεια πνεύματος και υπεύθυνη στάση, ακόμα και αυτοκριτική ενίοτε. Οι θεωρίες συνωμοσίας τον απαλλάσσουν από αυτή τη δυσκολία. Είναι απλουστευτικές, αποδίδουν τα πάντα σε σκοτεινές δυνάμεις. Δε χωρούν διάψευση, αυτοεπιβεβαιώνονται νομοτελειακά. Στη χώρα μας βρίσκουν ιδιαίτερα εύφορο έδαφος. Δεξιά και Αριστερά έχουν κατά καιρούς επιδοθεί κατά κόρον στο άθλημα αυτό. Ο αρχιεπισκοπικός λόγος βασίζεται πάνω τους. Στα ΜΜΕ διαχέονται σαν πλημμυρίδα. Επιβεβαιώνουν τα εθνικά μας στερεότυπα. Αποθεώνουν την κοντόφθαλμη λογική «ο εχθρός του εχθρού μου φίλος μου», με αποτέλεσμα την ταύτιση με θεοκρατικά καθεστώτα που εκμηδενίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Ή, για να μείνουμε στην επικαιρότητα, οδηγούν στην αποθέωση του Φιντέλ Κάστρο, που κατόρθωσε ως σύμβολο της αιώνιας επανάστασης να νικήσει όλες τις σε βάρος του συνωμοσίες και να παραδώσει από το νοσοκομείο την εξουσία στον αδελφό του μετά από 48 χρόνια!
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ
Ο πρώην Δημόσιας Τάξης και νυν Πολιτισμού κ. Βουλγαράκης υποστήριζε από καιρό πως έχει «στοχοποιηθεί». Μετά ήρθε η έκρηξη βόμβας κοντά στο σπίτι του και διατυπώθηκε επισήμως η άποψη πως η επίθεση ήταν αποτέλεσμα της στοχοποίησής του. Χρειάζονται όμως δυο βάναυσες στρεβλώσεις της πραγματικότητας για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο.
Από τη μια, ο κ. Βουλγαράκης δε βρέθηκε στο στόχαστρο της κριτικής (προσοχή! της κριτικής, όχι της βίας) για λόγους προσωπικούς. Ήταν ο αρμόδιος για την εν Ελλάδι εφαρμογή της παγκόσμιας «αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας» και το έκανε με αξιοζήλευτο ζήλο. Σε γενικές γραμμές όπως και ο προκάτοχός του, για να είμαστε δίκαιοι. Για τον λόγο αυτόν, η αξιωματική αντιπολίτευση θα έπρεπε βέβαια να είναι πιο μετρημένη. Εύκολα θυμάται κανείς πώς και πότε ξεκίνησαν όλα αυτά: την ώρα που σε ολόκληρη την Ευρώπη από κοινού συντηρητικές και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις έχτιζαν το νέο πλέγμα της αντιτρομοκρατίας. Βέβαια, ο κ. Βουλγαράκης επέδειξε υπερβάλλοντα ζήλο και επέτρεψε, ανέχτηκε, αποσιώπησε την κατά γράμμα εφαρμογή των αγριότερων από τις υπερατλαντικές εμπνεύσεις. Γιατί τι άλλο είναι η απαγωγή των Πακιστανών παρά η ελληνική εκδοχή των ανακριτικών πτήσεων της CIA; Μήπως το δικό μας σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι η ελληνική έκφανση του πλανητικού Μεγάλου Αδερφού; Άρα, ο κ. Βουλγαράκης υπέστη οξεία κριτική διότι εντός του πεδίου της πολιτικής του ευθύνης εφαρμόστηκε πολιτική περιστολής δικαιωμάτων και υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως διαπράχτηκαν παράνομες πράξεις. Όχι διότι εν γένει κάποιοι αποφάσισαν να τον στοχοποιήσουν.
Η δεύτερη λογική ακροβασία συνδέει ευθέως την κριτική με τη βόμβα. Υποστηρίζει πως η δημοσιοποίηση μιας αποδεδειγμένης ή ενδεχόμενης παρανομίας, το δελτίο τύπου μιας Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης, η απόφαση μιας Ανεξάρτητης Αρχής, η τοποθέτηση ενός πολιτικού φορέα, ακόμα και το πόρισμα ενός εισαγγελέα μπορούν να οπλίσουν έναν αυτόκλητο τιμωρό. Τίθεται λοιπόν ευθέως ένα ερώτημα: όταν ένας θιασώτης της αυτοδικίας καταδικάζει στο όνομα της δικής του δικαιοσύνης, όταν δηλαδή σε καιρό δημοκρατίας η βόμβα εντέλλεται να εκφράσει την υποτιθέμενη λαϊκή βούληση, όσοι είχαν ασκήσει κριτική στο θύμα της τυφλής βίας γίνονται συνένοχοι; Μα τότε η θεωρία της «στοχοποίησης» οδηγεί σε πέπλο σιωπής! Το Ουοτεργκέιτ μένει κρυφό μήπως πάθει κάτι ο Νίξον; Δεν καταγγέλλεται ο πόλεμος του Ιράκ μήπως κάποιος τρελός πυροβολήσει τον Μπους; Η βόμβα δηλαδή θα καθορίσει τα όρια άσκησης των δημοκρατικών μας δικαιωμάτων; Τότε, η εκάστοτε εξουσία αποκτά ένα επιπλέον εργαλείο για να περιστείλει τον δημοκρατικό έλεγχο: θα κατηγορεί τους αντιπάλους της για «στοχοποίηση».
Ένα τέρας έχει εγκατασταθεί για τα καλά ανάμεσά μας. Καταλαμβάνει όσο χώρο του αφήνουμε διαθέσιμο, τρέφεται από την αδυναμία μας. Σαν πλημμυρίδα μετά την 11η Σεπτεμβρίου -αν και η ετοιμασία είχε νωρίτερα αρχίσει- η κατάσταση έκτακτης ανάγκης κατέκλυσε τον πλανήτη. Μονομερής άσκηση βίας, νέες νομοθεσίες, μυστικές διμερείς συμφωνίες, αυστηρότεροι έλεγχοι, κατάργηση του δικαιώματος ασύλου, βιομετρικά δεδομένα, ειδικές συνθήκες λειτουργίας των δικαστηρίων σε «δίκες τρομοκρατίας».
Το ελληνικό γαϊτανάκι της έκτακτης ανάγκης δεν έχει τέλος. Δεν προλάβαμε να χωνέψουμε τα (δια)δικαστικά στραβοπατήματα περί την 17 Νοέμβρη και ήρθαν οι Ολυμπιακοί αγώνες. Μαζί τους ήρθαν οι κάμερες. Οι πιο μετριοπαθείς είπαν «ας δείξουμε κάποια ανοχή μέχρι το τέλος των αγώνων και μετά, αν χρειαστεί, θα πάμε μαζί να τις κατεβάσουμε». Μόνο που οι κάμερες έμειναν και το βλοσυρό τους μάτι συνοδεύει κάθε κινητοποίηση στο κέντρο της πόλης, ενώ όσοι μιλούν περί ρύθμισης της κυκλοφορίας κανέναν δεν πείθουν. Ακολούθησαν οι απαγωγές μεταναστών. Οι καλόπιστοι πάλι δυσπιστούσαν. Μετά τις πρόσφατες αποκαλύψεις, οι τότε ψευδείς υπουργικές διαψεύσεις δίνουν τώρα τη θέση τους σε μια τεχνηέντως ασαφή επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας. Η χρήση μεθόδων μαφίας από κρατικές υπηρεσίες όμως παραμένει. Ακριβώς όπως με τις μυστικές πτήσεις της CIA. Χιονοστιβάδα οι καταγγελίες πως η Αθήνα αποτέλεσε σταθμό για τα αεροπλάνα- φυλακές. Αιδήμων σιωπή από τις αρχές.
Το αποκορύφωμα είναι οι υποκλοπές. Ένας πλήρης παρακρατικός μηχανισμός με συνεργασία πολυεθνικών εταιριών, ξένων και ενδεχομένως εγχώριων υπηρεσιών. Το τρίπτυχο φοβίζει: αυτονομημένα παράκεντρα εξουσίας, υπόγειες δικτυώσεις με πλήρως έκνομο χαρακτήρα και αντικείμενο, ομολογημένη αδυναμία της πολιτικής εξουσίας να ελέγξει τα πράγματα. Ο υποκλεπτόμενος πρωθυπουργός συμβολίζει την καταρρακωμένη δημοκρατική πολιτεία που ποδηγετείται από το υπερεθνικό και πολυεθνικό παρακράτος.
Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης επιβάλλει τους κανόνες του, άρα γίνεται κανονικό. Οι εγγυήσεις του κράτους δικαίου που γνωρίζαμε κινδυνεύουν να γίνουν έκτακτες. Τι άλλο χρειάζεται; Δεν είναι σαφές πως ζούμε ήδη με το τέρας; Η απειλή δεν αφορά απλώς τον ένοχο, ούτε καν απλώς τον κατηγορούμενο, αφορά πλέον τον καθένα, γιατί ο καθένας είναι δυνάμει ύποπτος. Τα έκτακτα μέτρα δεν κάνουν διακρίσεις, στοχοποιούν τον γενικό πληθυσμό. Η συναίνεση είναι ασυγχώρητη αφέλεια. Κάθε νέο δήθεν έκτακτο μέτρο πρέπει να συναντά ανυποχώρητη αντίδραση. Να πιέσουμε να ξηλωθεί το πλέγμα των έκτακτων μέτρων που δυσανάλογα περιορίζουν τις ελευθερίες μας στο όνομα της ασφάλειας. Ο λόγος απλός: ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία η κρατική εξουσία δεν αυτοπεριορίστηκε οικειοθελώς. Το να περιμένουμε λοιπόν να επανέλθουν αυτομάτως οι προηγούμενες εγγυήσεις των δικαιωμάτων μόλις εκτιμηθεί πως πέρασαν οι έκτακτες συνθήκες είναι ακραία αυταπάτη.
Ποτάμια θυμωμένων πιστών τυλίγουν τον πλανήτη για τα σκίτσα μιας λαϊκής συντηρητικής δανέζικης εφημερίδας. Οι αντιδράσεις τους μοιάζουν ακατανόητες. Θα περιμέναμε να έβλεπαν πρώτα τα σκίτσα κι έπειτα να γελάσουν ή να θυμώσουν, να αγοράσουν ή να μην ξαναγοράσουν την εφημερίδα. Θα μπορούσαν να φωνάξουν, να οργανώσουν εκστρατεία διαμαρτυρίας. Έτσι λέμε διακινούνται οι ιδέες, έτσι δοκιμάζονται τα όριά τους και η αντοχή του κοινού. Όταν η αντίδραση δεν προέρχεται από τους αναγνώστες αλλά από φανατισμένους ανθρώπους που δεν είδαν τα σκίτσα αλλά απλώς άκουσαν γι’ αυτά, τότε λέμε πως υπάρχει πρόβλημα. Όταν μάλιστα η αντίδραση αυτή είναι βίαιη, κάθε συζήτηση σταματάει. Ακόμα κι αν ένα σκίτσο είναι απεχθές ή ρατσιστικό, δε μπορεί με τίποτα ο ρατσισμός της σκέψης να συγκριθεί με το ρατσισμό της πράξης που βασισμένος στην αρχή της συλλογικής ευθύνης αναζητά δανούς ή νορβηγούς όπου γης για να τους θανατώσει, ως εξίσου υπαίτιους με τον σκιτσογράφο. Έτσι λέμε εμείς. Μόνο που μιλάμε μάλλον εκ του ασφαλούς.
Δυτικοί ηγέτες τρέχουν τώρα να σβήσουν τη φωτιά ζητώντας συγγνώμη. Δυστυχώς απολογούνται για λάθος λόγους. Η Δύση όντως ευθύνεται για πολλά δεινά της Ανατολής. Συχνά έλυσε δικά της προβλήματα επεκτεινόμενη ανατολικά. Υπέθαλψε το πολιτικό Ισλάμ και εκμεταλλεύτηκε τις εσωτερικές αντιθέσεις των Αράβων. Τσαλάκωσε το γόητρό τους. Για όλα αυτά είναι ιστορικά υπόλογη. Όπως είναι υπόλογη για την ανοχή της απέναντι στη φονταμενταλιστική υστερία των ΗΠΑ που επένδυσαν τον τρομοκρατικό τους πόλεμο κατά της τρομοκρατίας με το μανδύα της μάχης κατά του κακού. Συμπιέζει τους μουσουλμάνους για να χωρέσουν στο πορτρέτο του τρομοκράτη, τους θέλει ταπεινωμένους. Προσοχή όμως! Δεν είναι υπόλογη γιατί αυτό το κάνει σκίτσο. Δεν είναι υπόλογη γιατί αφήνει ακόμα και σκάρτες ιδέες να κυκλοφορούν ελεύθερα. Η αυτοκριτική της Δύσης για τα εγκληματικά της λάθη δεν πρέπει να εκλαμβάνεται σαν ανοχή στην κατατρομοκράτηση της σκέψης που η κραυγάζουσα πτέρυγα του Ισλάμ θέλει να επιβάλει. Η λογική των απαγορεύσεων, της δημόσιας συγγνώμης υπό τον φόβο λιντσαρίσματος, της ταύτισης κράτους και θρησκείας είναι μακριά από τη λογική μιας σύγχρονης ανοιχτής κοινωνίας. Κάθε υποχώρηση από τις αρχές της δεν ωφελεί μακροπρόθεσμα ούτε εμάς ούτε τους αμέτρητους μετριοπαθείς μουσουλμάνους που τώρα σιωπούν μπροστά στους ακραίους ιμάμηδες.
Εν κατακλείδι, καίτοι κυνικό, ισχύει αυτό που είπε ο υπεύθυνος πολιτιστικού της επίμαχης εφημερίδας, όταν τον ρώτησαν αν μετάνιωσε για τη δημοσίευση των σκίτσων: «Είναι σα να ρωτάτε ένα θύμα βιασμού αν μετάνιωσε που φόρεσε κοντή φούστα για να πάει το βράδυ στη ντίσκο».
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ








