Η συζήτηση για τα ιερατικά ΑΕΙ φέρνει εμμέσως στην επικαιρότητα το ζήτημα της διδασκαλίας των θρησκευτικών στο ελληνικό σχολείο, όπου το μάθημα διδάσκεται υποχρεωτικά και έχει σαφέστατο ομολογιακό χαρακτήρα. Ο σχετικός νόμος του 1985 ορίζει ως σκοπό του σχολείου να λειτουργεί έτσι ώστε οι μαθητές «να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης», επιχειρώντας έτσι με τρόπο ακροβατικό να συγκεράσει στόχους εμφανώς αποκλίνοντες, όπως η πίστη και η ενδογμάτιση αφενός, ο σεβασμός της θρησκευτικής συνείδησης, η δημιουργική και κριτική σκέψη των μαθητών αφετέρου.

Όποτε έχει επιχειρηθεί να τεθεί σε συζήτηση ο κατηχητικός χαρακτήρας του μαθήματος, η συζήτηση εντέχνως μετατίθεται στο πεδίο της υπεράσπισης «θεμελιωδών αξιών του ελληνισμού». Αρκεί όμως μια ψύχραιμη ματιά, και αρκετοί ευτυχώς θεολόγοι τη διαθέτουν, για να γίνει αντιληπτό πως το ισχύον πρότυπο διδασκαλίας των θρησκευτικών ενέχει πολλές και ισχυρές αντιφάσεις, οι οποίες με σφοδρότητα θα έρχονται στην επιφάνεια τα επόμενα χρόνια.

Ο αποκλειστικά ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος συνεπάγεται δύο κεντρικές παραδοχές. Η πρώτη είναι η αναγωγή του ιδιωτικού σε δημόσιο. Η προσευχή στην εκκλησία, ως προσωπική επιλογή, ανήκει στην ιδιωτική σφαίρα. Η δημόσια προσευχή, η κατήχηση, η δήλωση θρησκευτικής ταυτότητας που ζητείται από όσους επιλέγουν να εξαιρεθούν από το μάθημα (άρα έμμεσα και από όσους δεν το επιλέγουν) ανήκουν στη δημόσια σφαίρα. Έτσι όμως, η λατρευτική ανάγκη μετατρέπεται από προσωπική στάση ζωής που αγγίζει τον βαθύτερο πυρήνα της ύπαρξης του καθενός σε στοιχείο ένταξης σε μια κοινωνική ομάδα, άρα και διαχωρισμού. Αυτό πλήττει πρώτα τους μη ορθόδοξους, αλλά όχι μόνον αυτούς.

Ερχόμαστε έτσι στη δεύτερη παραδοχή. Ο ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος στο σχολείο, σε ένα χώρο δηλαδή κατ’ εξοχήν συνδεδεμένο με τη γνώση, προτάσσει την πίστη, τη μία και μοναδική, και καθιστά τη γνώση συμπληρωματικό αγαθό. Έτσι όμως το σύνολο των μαθητών, ορθόδοξοι και μη, καταδικάζονται σε μια μονομερή πρόσληψη των πραγμάτων, ασύμβατη με την ποικιλομορφία του γύρω τους κόσμου αλλά και του ίδιου του σχολικού τους περιβάλλοντος που γίνεται ολοένα πιο σύνθετο και πολυσυλλεκτικό. Αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση.

Ο ελληνικός χώρος είναι δεμένος με την Ορθοδοξία αλλά ταυτόχρονα και πολυπολιτισμικός. Το ελληνικό σχολείο, πεισματικά προσκολλημένο στο πρώτο σκέλος, παραγνωρίζει αυτή τη διττή πραγματικότητα. Έτσι όμως οχυρώνεται πίσω από τα τείχη της μιας και μοναδικής αλήθειας, υποβαθμίζει τον πλούτο της ετερότητας και χάνει την ευκαιρία να αντιμετωπίσει τις θρησκείες ως γέφυρες αλληλοκατανόησης και ενίσχυσης της συνοχής του μαθητικού πληθυσμού. Σε μια περίοδο όξυνσης κάθε είδους φονταμενταλισμού η λογική αυτή είναι επιεικώς κοντόφθαλμη.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Advertisements