Οι κάμερες και οι εμπρηστές της νομιμότητας

Προ ημερών επιβλήθηκε σε κατηγορούμενο βαριά ποινή για τον εμπρησμό κάμερας ασφαλείας. Έπονται παρόμοιες δίκες, γεγονός που φέρνει ξανά στην επιφάνεια τα συστήματα παρακολούθησης σε δημόσιους χώρους.

Η ιστορία γνωστή: η Αθήνα πλημμύρισε από τα εκατοντάδες ηλεκτρονικά μάτια του (αστρονομικού κόστους) συστήματος C4I, κατόπιν προσωρινής αδείας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Η Αρχή συναίνεσε σε ορισμένες υποχωρήσεις σε επίπεδο ατομικών δικαιωμάτων για να επιτευχθεί η ασφαλής τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι προϋποθέσεις όμως που τέθηκαν για τη λειτουργία του συστήματος δεν τηρήθηκαν και η ασφάλεια προσωπικών δεδομένων αποδείχτηκε όνειρο θερινής (ολυμπιακής) νύχτας. Η Αρχή διαπίστωσε με επιτόπια έρευνα πως δεν είχε εγκατασταθεί «λογισμικό απόκρυψης» (πρόγραμμα που εμποδίζει τη λήψη εικόνας από εισόδους, μπαλκόνια και εσωτερικό σπιτιών). Οι ρητές δεσμεύσεις για καταστροφή των αρχείων εντός 7 ημερών αγνοήθηκαν. Από τις 32 κάμερες που υποχρεώθηκε η ΕΛΑΣ να θέσει εκτός λειτουργίας (διότι κατέγραφαν δευτερεύοντες δρόμους, πεζοδρόμους, χώρους συνάθροισης πολιτών), οι 13 βρέθηκαν να λειτουργούν κανονικότατα. Με τεχνάσματα δηλαδή επιχειρείται να παραταθεί η ανεξέλεγκτη λειτουργία τους, αδικώντας και όσους με σοβαρά επιχειρήματα υποστηρίζουν την ελεγχόμενη και λελογισμένη χρήση τους υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Η νομιμότητα πρωτίστως παραβιάζεται από την ίδια την πολιτεία και η Αρχή επέβαλε στην ΕΛΑΣ πρόστιμο!

Με βάση τα παραπάνω, ας δούμε τώρα τις περιπτώσεις καταστροφής καμερών. Πρόκειται για απλές πράξεις βανδαλισμού, όπως παρουσιάζονται; Είναι δηλαδή όμοιες με την καταστροφή ενός φωτεινού σηματοδότη; Μήπως αντίθετα η συμβολική βία κατά της κάμερας απαντά σε μια προηγηθείσα «κρατική παρανομία» και επιπλέον ασκείται στο όνομα ενός υπέρτερου αγαθού, δηλαδή της προστασίας της προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής; Αν ναι, το αδύνατο σημείο είναι η εν κρυπτώ καταστροφή της κάμερας. Οφείλουμε όμως να αναγνωρίσουμε πως οι «Δον Κιχώτες των καφάο», ακόμα και αν πολεμούν τη δημοκρατική νομιμότητα, στην προκειμένη περίπτωση την τιμούν περισσότερο από εκείνους που υποτίθεται πως τη διαφυλάσσουν. Και πάντως, ιδού η πρόκληση: επώνυμοι ενεργοί πολίτες, στο φως της μέρας, μπορούν παρανομώντας να διεκδικήσουν την τήρηση της νομιμότητας. Η συμβολική, προαναγγελθείσα, δημόσια εξουδετέρωση μιας κάμερας θα αποτελούσε την τελετή λήξης της παρατεταμένης ολυμπιακής εκεχειρίας μεταξύ υπερασπιστών των ατομικών δικαιωμάτων και Μεγάλου Αδελφού. Η πολιτική ανυπακοή (η δημόσια, μη βίαιη, συνειδησιακή αλλά παρ’ όλα αυτά πολιτική δράση που εκδηλώνεται ενάντια στον νόμο, με σκοπό τη μεταβολή του, κατά τον John Rawls) θα ωθούσε στον τερματισμό της διελκυστίνδας μεταξύ Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Εξάλλου, οι «δράστες» δε θα έκαναν τίποτα περισσότερο από το να ανταποκριθούν, έστω και καθυστερημένα, στη δημόσια δήλωση του φίλου συνταγματολόγου κ. Αλιβιζάτου που είπε πριν από τους Ολυμπιακούς: «αν μετά τους αγώνες οι κάμερες εξακολουθούν να λειτουργούν, θα πάμε μαζί να τις κατεβάσουμε».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s