Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδησή μου

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εξέτασε πρόσφατα την υπόθεση Αλεξανδρίδης κατά Ελλάδος και έκρινε ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Ο προσφεύγων δεν επιθυμούσε να δώσει το θρησκευτικό όρκο για να πάρει τη δικηγορική άδεια και αναγκάστηκε να αποκαλύψει ενώπιον δικαστηρίου ότι δεν ήταν ορθόδοξος χριστιανός.

Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει την ελευθερία επιλογής, διατήρησης, αλλαγής ή εγκατάλειψης μίας συγκεκριμένης θρησκείας, καθώς και της επιλογής ή εγκατάλειψης της θρησκείας εν γένει, της αθρησκείας ή της αθεΐας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η θρησκευτική ελευθερία «είναι ένα από τα πιο βασικά στοιχεία για την ταυτότητα των πιστών και τις αντιλήψεις τους για τη ζωή, αλλά είναι επίσης πολύτιμη για τους άθεους, τους αγνωστικιστές, τους σκεπτικιστές και τους αδιάφορους». Κατοχυρώνεται ακόμα το δικαίωμα να διατηρεί κάποιος μυστικές τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και να μη δίνει σε κανέναν λόγο για το είδος και τον αριθμό των θρησκειών τις οποίες πρεσβεύει ή την εκκλησία και θρησκεία στην οποία ανήκει. Με βάση τα ανωτέρω δε μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικά επιτρεπτή η επιβολή της υποχρέωσης δήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων κατά την ορκοδοσία.

Για τους λόγους αυτούς, η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (και άλλοι φορείς) έχει επανειλημμένα προτείνει την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου και την αντικατάσταση του από τον πολιτικό, όπου προβλέπεται ορκοδοσία. Ενδεικτικά: το άρθρο 408 (όρκος μάρτυρα) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας να αντικατασταθεί ως εξής: Πριν εξετασθεί, ο μάρτυρας οφείλει να δώσει τον ακόλουθο όρκο: «Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδησή μου ότι θα πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να κρύψω τίποτε».

Εντέλει, γιατί καλείται ένας μάρτυρας ενώπιον του δικαστηρίου; Καλείται για να προσφέρει όσα γνωρίζει για την εκδικαζόμενη υπόθεση. Με τον όρκο διαβεβαιώνει προκαταβολικά το δικαστήριο πως θα πει την αλήθεια και θα ανταποκριθεί στη σπουδαιότητα της διαδικασίας. Όμως, ποιο τεκμήριο ειλικρίνειας και εντιμότητας οποιουδήποτε χρειάζεται ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος, αν όχι την επίκληση της ιδιότητας του υπεύθυνου μέλους του συνόλου, του πολίτη με την πιο ευρεία και βαθιά έννοια του όρου; Με αυτή την ιδιότητα συμμετέχει στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης, όχι με την ιδιότητα του πιστού (ή του μη πιστού).

Υγ. Ειδικότεροι ημών υποστηρίζουν ότι η ορκοδοσία απαγορεύεται από τη χριστιανική θρησκεία, με βάση χωρία από το Ευαγγέλιο, Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας και Εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Άρα, όταν ορκίζονται οι ορθόδοξοι χριστιανοί ενεργούν κατά τρόπο που παραβιάζει τις επιταγές της θρησκείας τους και τη θρησκευτική τους συνείδηση. Κατά συνέπεια, μολονότι αποτελούν την πλειονότητα, θίγονται εξίσου από την  υποχρεωτικότητα του θρησκευτικού όρκου, καθώς για να τον αποφύγουν θα έπρεπε να δηλώσουν ετερόδοξοι.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s