Οι μετανάστες και το αίτημα για δημόσια ασφάλεια

Η εκρηκτική κατάσταση στις παρόδους της οδού Αθηνάς ήρθε στην επιφάνεια με τις συγκρούσεις μεταξύ μεταναστών. Πολλοί φοβούνται ότι τα καινοφανή περιστατικά προοιωνίζονται μια εξέλιξη παρόμοια με αυτή των γαλλικών γκέτο. Προφανώς σε καμία περίπτωση δεν είμαστε Γαλλία. Όμως ούτε η Γαλλία πριν λίγα χρόνια ήταν η σημερινή Γαλλία.

Εύκολοι αφορισμοί δε χωρούν, ας επιχειρήσουμε όμως μερικές βασικές διαπιστώσεις. Κατ’ αρχήν, η πανθομολογούμενη προβληματική επιχειρησιακή επάρκεια της αστυνομίας -η εξιχνίαση εγκλημάτων υψηλού προφίλ δεν εξισορροπεί την ελλειμματική αντιμετώπιση της καθημερινής εγκληματικότητας- επιτείνει το αίσθημα εγκατάλειψης που επικρατεί στο μαλακό υπογάστριο της πόλης. Ακόμα και αν απορρίψουμε την ακραία τηλεοπτική κινδυνολογία ότι η περιοχή έχει αφεθεί στον έλεγχο του οργανωμένου εγκλήματος, δε μπορούμε να αγνοήσουμε τις καταγγελίες ότι η αστυνόμευση ηθελημένα σταματά στις παρυφές της. Κατά δεύτερον, η κατάσταση αναπότρεπτα σχετίζεται με την ανάπλαση της περιοχής. Υπάρχει κάποιο σχέδιο των αρμόδιων υπηρεσιών ή του Δήμου Αθηναίων, μια πρόβλεψη για την ανθρωπογεωγραφία του κέντρου σε δέκα χρόνια; Πολλοί μιλούν για ηθελημένη απαξίωση της περιοχής που διευκολύνει την αλλαγή χρήσης και το πέρασμα σε άλλους ιδιοκτήτες.

Κατά τρίτον, ο λόγος περί δικαιωμάτων οφείλει να είναι συνεκτικός και καίριος. Δεν αρκεί η παραδοσιακή ρητορεία για να προσεγγίσουμε τέτοια ζητήματα. Το κύριο πρόβλημα είναι βέβαια ο αποκλεισμός που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονοι παρίες της μεγαλούπολης. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να στραφούμε στο εσωτερικό αυτών των ομάδων, στις δικές τους διαστρωματώσεις, στις συμμορίες και τα θύματά τους (όπως οι αιχμάλωτες του τράφικινγκ). Ας παραδεχτούμε ότι αποτελεί ξεπερασμένη ιδεοληψία η πεποίθηση πως ο λόγος υπέρ των δικαιωμάτων οφείλει να στέκεται πάντα ανταγωνιστικά απέναντι στο αίτημα για δημόσια ασφάλεια. Πρόκειται για μια κοντόθωρη αντίληψη που εντέλει θυσιάζει την ουσία, μας απομακρύνει από εκείνους που θα έπρεπε να είναι το ακροατήριό μας και διαστρεβλώνει την πραγματικότητα: δεν είναι a priori ξενόφοβοι και πολύ περισσότερο ρατσιστές όσοι βιώνουν το φόβο του οργανωμένου εγκλήματος των μεταναστών. Η απαξίωση της αγωνίας τους μπορεί επίσης να τροφοδοτήσει το ρατσισμό. Ειδικά μάλιστα σε περιόδους οικονομικής ύφεσης όπως η σημερινή, η υποτίμηση τέτοιων εντάσεων ευνοεί κοινωνικούς αυτοματισμούς που στρέφουν τη μια κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης. Η αποτελεσματική και σύγχρονη αστυνόμευση δεν αντιστρατεύεται de facto το σεβασμό των δικαιωμάτων. Γι’ αυτό και καμιά ολοκληρωμένη αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων κρίσης δε μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Το αίτημα για πολιτική κοινωνικής ενσωμάτωσης υποστηρίζει το αίτημα για προστασία της δημόσιας ασφάλειας και αντίστροφα. Εξάλλου, η εγκληματικότητα δεν κάνει διακρίσεις, πλήττει εξίσου Έλληνες και μετανάστες.

Και μια αυτονόητη τελευταία διευκρίνιση: ο λόγος περί αποτελεσματικής αστυνόμευσης δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση νεύμα ανοχής σε πράξεις αστυνομικής αυθαιρεσίας και ακραίας βίας, στις οποίες δυστυχώς διεκδικεί τα πρωτεία το αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s