Το θέατρο και η διαμαρτυρία

Η διακοπή θεατρικών παραστάσεων ή τηλεοπτικών προγραμμάτων και η χρήση της Ακρόπολης ως φόντου για εκδηλώσεις διαμαρτυρίας προκάλεσαν έναν διάλογο όπου κυριάρχησαν το ανάθεμα και η επιβράβευση, αφήνοντας σε αρκετούς μια απροσδιόριστη αμηχανία. Οι συμβολικές διαμαρτυρίες ακολούθησαν πάντως τις προηγούμενες βίαιες, άρα μπορούμε κατ’ αρχήν να τις δούμε ως μια έμπρακτη αντίστιξη στη βία ή απόπειρα υπέρβασής της. Η αμηχανία όμως παραμένει. Σε  οποιαδήποτε συζήτηση για τα «όρια της διαμαρτυρίας» υπεισέρχεται αναπόφευκτα μια στάθμιση υποκειμενική: πώς αξιολογούμε εντέλει ένα «κακό» που διαπράττεται στο όνομα ενός «καλού».

Ας επιχειρήσουμε ορισμένα ερωτήματα. Επιχειρεί η διαμαρτυρία μέσω ενός εύγλωττου συμβολισμού να διαδώσει ένα μήνυμα με τρόπο ειρηνικό; Αποσκοπεί στην άρση μιας συγκεκριμένης αδικίας; Έχουν πρόσωπο οι διαμαρτυρόμενοι, κινούνται στον δημόσιο χώρο, αναλαμβάνουν την ευθύνη και τις συνέπειες της διαμαρτυρίας τους; Υπάρχει σχετική έστω αναλογικότητα μεταξύ σκοπού και μέσων; Έχει η διαμαρτυρία διάρκεια συγκεκριμένη, δηλαδή η «τομή του φυσιολογικού χρόνου» υπηρετεί συντεταγμένα το σκοπό της χωρίς να εκφυλίζεται σε μια αυτιστική ες αεί επίθεση σε βασικές κοινωνικές λειτουργίες; Απευθύνεται η διαμαρτυρία πρωτίστως στην κρίση του πολίτη, ζητά «νομιμοποίηση» υπερασπίζοντας βασικές αρχές του συντάγματος; Και βέβαια, δεσπόζει το ποσοτικό κριτήριο: πόσες παραστάσεις αντέχουμε να διακοπούν, πόσες συμβολικές διαμαρτυρίες να τάμουν τον φυσιολογικό χρόνο; Διαμαρτυρία χωρίς κόστος κοινωνικό δε νοείται. Η σαγήνη της διαμαρτυρίας απειλεί όμως να γίνει αυτοσκοπός και να παραγνωριστεί ότι υπάρχει ένα απώτατο όριο στην ικανότητα της δημόσιας σκηνής να αφομοιώσει τέτοιες εκδηλώσεις. Πέρα από το όριο αυτό οδηγούμαστε σε μια μέθοδο φθίνουσας αποτελεσματικότητας που τροφοδοτεί τη συγκρουσιακότητα, αδιαφορεί για τον υποτιθέμενο σκοπό της, τη διάδοση του μηνύματος, και λειτουργεί πολλαπλώς εκφυλιστικά. Δίπλα στο ποσοτικό κριτήριο, στέκει το συγκεκριμένο ή μη του αιτήματος. Ποια είναι η μακροπρόθεσμη δυναμική μιας διαμαρτυρίας που καίει το κάρβουνο της οργής χωρίς να το μετουσιώνει σε αίτημα συγκεκριμένης (δημοκρατικής, να εξηγούμαστε) αλλαγής; Κι από την άλλη, μπορούμε να απαιτούμε από την οργή να γίνει αίτημα και μάλιστα στα πρώτα της ξεσπάσματα;

Ο καθένας μπορεί να απαντήσει σε αυτά ή άλλα ερωτήματα. Έτσι κι αλλιώς, είναι πολύ περισσότερα τα ερωτήματα από τις απαντήσεις, ιδίως επειδή λείπει η ικανή χρονική απόσταση. Γιατί βέβαια, κανείς δε θα κατήγγελλε σήμερα την παραβίαση της ελευθερίας έκφρασης που σήμανε η διακοπή μιας πανεπιστημιακής διάλεξης ή θεατρικής παράστασης από τους εξεγερμένους του γαλλικού Μάη ή από το κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Η Ιστορία δικαίωσε τις διαμαρτυρίες τους. Αλλά και πιο κοντά μας, λίγοι εναντιώθηκαν στην πρόσφατη «προσβολή» της τελετής στην Ολυμπία, ακριβώς γιατί το αγαθό του σεβασμού των δικαιωμάτων στην Κίνα ήταν καταφανώς μείζον. Να γιατί η καταδίκη των «απολίτιστων» που τώρα διαμαρτύρονται συμβολικά στα θέατρα μοιάζει, αν μη τι άλλο, πρωθύστερη και αβασάνιστη (ακόμα κι αν θεωρεί κανείς την άνευ όρων επιβράβευσή τους το ίδιο αβασάνιστη).

Πολλά δοκιμάστηκαν τούτες τις μέρες, μεταξύ τους και οι αντοχές μας απέναντι στη διαμαρτυρία. Ζούμε εξάλλου σε μια χώρα με υπερπαραγωγή διαμαρτυρίας, μάλλον διότι υπάρχει και υπερπαραγωγή αιτίων που τη γεννούν. Να γιατί δε χωρούν εύκολοι αφορισμοί. Αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι μπήκαμε σε έτος κοινωνικής έντασης, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι οι εύκολοι αφορισμοί. Είναι όμως βέβαιο ότι θα μας περισσέψουν.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s