Η καταδίκη για μία εγκληματική πράξη συνεπάγεται την ποινή που η Δικαιοσύνη κρίνει κατάλληλη. Μια ποινή με αρχή και τέλος. Όμως, οι διαρκείς διακρίσεις κατά πρώην κρατουμένων αποτελούν de facto ισόβια ποινή. Στην πράξη οι διακρίσεις γίνονται βαρύτερες όταν αφορούν ανηλίκους, την πιο ευάλωτη κατηγορία κρατουμένων. «Τα παιδιά κρατούμενοι δεν έχουν προσδοκίες. Δεν περιμένουν να γυρίσουν σε μια κοινωνία όπου πραγματικά θα έχουν θέση και ελπίδα» (Γ. Μόσχος, Συνήγορος του Παιδιού). Πολλοί παράγοντες συντελούν στην αποτυχία επανένταξης: έλλειψη επιμελητών ανηλίκων, μη εφαρμογή ορισμένων αναμορφωτικών μέτρων (ελάχιστες οι αποφάσεις για παροχή κοινωφελούς εργασίας), υπερβολική καταφυγή στη «λύση» της φυλάκισης. Όμως «η σύλληψη, κράτηση ή φυλάκιση ενός παιδιού πρέπει να είναι σύμφωνη με το νόμο, να μην αποτελεί παρά ένα έσχατο μέτρο και να είναι της μικρότερης δυνατής χρονικής διάρκειας» (Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού). Άλλωστε, η νεανική συμπεριφορά που αποκλίνει από κοινωνικούς κανόνες και αξίες συνιστά συχνά μέρος της διαδικασίας ωρίμανσης. Η συμπεριφορά αυτή τείνει, στις πλείστες περιπτώσεις, να εξαλείφεται χωρίς καμία εξωτερική παρέμβαση με τη μετάβαση στην ώριμη ενηλικότητα.

Το βεβαρημένο ποινικό μητρώο είναι από τους κυριότερους παράγοντες διαρκούς αποκλεισμού. Εργαζόμενοι σε καταστήματα κράτησης ανηλίκων δυσκολεύονται να πείσουν τα παιδιά να ενταχθούν στην εκπαίδευση: η φοίτηση φαντάζει άσκοπη αφού δε θα μπορούν να εργαστούν (εξ αιτίας, μεταξύ άλλων, του ποινικού τους μητρώου). Μεταξύ 1993-2000 οι τέσσερις στους πέντε πρώην κρατούμενους ανηλίκους οδηγήθηκαν κάποια στιγμή πάλι στις φυλακές. Ένας στους τέσσερις πιθανολόγησε τη διάπραξη νέων εγκλημάτων εφόσον βιώσει ματαίωση των προσπαθειών για κοινωνική επανένταξη. Και διεθνώς όμως αποδεικνύεται η άμεση σχέση μεταξύ βεβαρημένου ποινικού μητρώου και μη πρόσβασης στην αγορά εργασίας, η οποία συνήθως οδηγεί στην υποτροπή. Έρευνες στην Αυστραλία έδειξαν ότι είναι λιγότερο πιθανό να βρουν δουλειά πρώην κρατούμενοι παρά άτομα με χρόνιες ασθένειες, αναπηρίες ή επικοινωνιακές δυσκολίες. Στη Μεγάλη Βρετανία το 60% των πρώην κρατουμένων μένουν άνεργοι λόγω ποινικού μητρώου, μολονότι η εργασία μπορεί να μειώσει την υποτροπή έως 50%.

Με βάση τα παραπάνω, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου προτείνει να αναμορφωθεί πλήρως το ποινικό μητρώο ανηλίκων στην κατεύθυνση του μέγιστου περιορισμού της χρήσης του. Οι μεγάλες προθεσμίες (5 ή 8 έτη) για την καταστροφή δελτίων ποινικού μητρώου που αφορούν εγκλεισμό ανηλίκου και η πληθώρα αρχών και προσώπων που έχουν πρόσβαση στο ποινικό μητρώο ευνοούν το στιγματισμό και δυσχεραίνουν την κοινωνική επανένταξη. Ανάλογες ρυθμίσεις προτείνονται και για τους νεαρούς ενηλίκους, τους οποίους ο νομοθέτης δε θεωρεί πλήρως ώριμους. Μια νέα ρύθμιση για το ποινικό μητρώο δεν πρέπει βέβαια να βλάπτει τη δημόσια ασφάλεια. Η πολιτεία μπορεί να ορίσει με εξαιρετική φειδώ και προσοχή συγκεκριμένα σοβαρά αδικήματα που θα καταχωρίζονται στο ποινικό μητρώο γενικής χρήσης.

Συχνά οι προτάσεις φορέων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου θεωρείται πως παραβλέπουν την κοινωνική πραγματικότητα, κινούμενες στη σφαίρα του ιδεατού. Ενίοτε δικαιολογημένη η μομφή, συχνότερα όχι. Πάντως, στην περίπτωση συγκεκριμένων, τεκμηριωμένων και εφικτών προτάσεων με ευεργετικά αποτελέσματα, όπως η συγκεκριμένη, θα πρέπει να είναι εξίσου τεκμηριωμένη η ενδεχόμενη μη υιοθέτησή τους από την πολιτεία.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Advertisements