Μετανάστες και κατανάλωση

Μετανάστρια από τη Λιθουανία, με Ευρωπαϊκή πλέον ιθαγένεια, έχει εγκατασταθεί εδώ και χρόνια νόμιμα στην Ελλάδα. Εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος εκπληρώνοντας στο ακέραιο όλες τις φορολογικές και ασφαλιστικές της υποχρεώσεις. Όταν όμως επιχειρεί να αγοράσει με δόσεις οικιακή συσκευή από γνωστή αλυσίδα καταστημάτων εισπράττει άρνηση, παρά το γεγονός ότι προθυμοποιείται να προσκομίσει όλα εκείνα τα έγγραφα που θα πιστοποιούσαν τόσο τη νομιμότητα και μονιμότητα της διαμονής της όσο και τη φερεγγυότητά της. Υφίσταται δηλαδή, σύμφωνα με την αγωγή που κατέθεσε κατά του καταστήματος, άμεσες φυλετικές διακρίσεις, αφού επειδή είναι «ξένη» και όχι Ελληνίδα τής επιφυλάσσεται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας θα τύγχανε ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση. Εξάλλου, σύμφωνα με την αγωγή, η άρνηση του καταστήματος υποκρύπτει και έμμεση φυλετική διάκριση, αφού σύμφωνα με τις Κοινοτικές Οδηγίες που έχουν ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο, συντρέχει έμμεση διάκριση «όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα (…)».

Συνηθίζουμε όταν μιλάμε για ρατσισμό να φέρνουμε στο νου τις εικόνες των εξαθλιωμένων που συνωθούνται στις ουρές των αιτούντων άσυλο στην Πέτρου Ράλλη ή τους στοιβαγμένους στα κρατητήρια και τα κέντρα υποδοχής μεταναστών. Η μεγάλη πρόκληση όμως είναι η ενσωμάτωση της  κρίσιμης μάζας όσων έχουν ήδη εγκατασταθεί, ο περιορισμός των διακρίσεων της καθημερινότητας σε βάρος των πολλών «ξένων» που ζουν εδώ και χρόνια ανάμεσά μας. Εκείνων που παρήγαγαν μαζί μας το εθνικό προϊόν των τελευταίων δεκαετιών και υφίστανται ήδη, μαζί μας πάλι, την οικονομική κρίση. Η ομαλή τους ένταξη προϋποθέτει την απόλαυση βασικών δικαιωμάτων και την ικανοποίηση βασικών  αναγκών. Για ορισμένες από τις ανάγκες αυτές είναι ευεξήγητη η αμφιθυμία ή απροθυμία της πλειονότητας: δεν είναι πρόθυμη να μοιραστεί με τους «ξένους» μια ούτως ή άλλως περιορισμένη πίτα, όπως αυτή της εκπαίδευσης ή της περίθαλψης. Δεν είναι ευεξήγητη όμως καμιά απροθυμία απέναντι στην ισότιμη δυνατότητα πρόσβασης στα καταναλωτικά αγαθά, και μάλιστα σε περίοδο ύφεσης και πτώσης της αγοραστικής κίνησης. Ας φανταστούμε μάλιστα μια γενίκευση αυτής της πρακτικής, δηλαδή μεγάλες επιχειρήσεις να προβαίνουν σε διακριτική μεταχείριση σε βάρος των «ξένων», αρνούμενες να πωλήσουν σε αυτούς με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους Έλληνες. Το ξενοφοβικό μήνυμα προς την κοινωνία θα ήταν ισχυρότατο και θα θύμιζε άλλες ηπείρους και άλλες εποχές.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s