Επιβεβαιώνοντας τον Καββαδία στον στίχο του τίτλου, οι Ελβετοί ψήφισαν την απαγόρευση ανέγερσης νέων μιναρέδων. Η διενέργεια ενός τέτοιου δημοψηφίσματος προκαλεί ανησυχία μεγαλύτερη κι από το αποτέλεσμά του, αφού συνδέεται με ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας και διακρίσεων. Τα δικαιώματα δεν είναι θέμα πλειοψηφίας και μειοψηφίας. Η καταδίκη του ωστόσο είναι τόσο εύκολη που σχεδόν στερείται ουσιαστικού αντικρίσματος, αν παράλληλα δεν απαντά σε ορισμένα βασικά ζητήματα.

Μάνταμπα, Ιορδανία (φωτο αντίφωνο)

Με βάση τις αρχές της ανοιχτής κοινωνίας ο μιναρές στην Ευρώπη αντανακλά τη θρησκευτική ελευθερία και το σεβασμό της ετερότητας. Η ξενοφοβική δημαγωγία επικαλείται όμως την προστασία των ευρωπαϊκών δημοκρατικών αξιών από την απειλή του ισλαμικού σκοταδισμού. Για να απευθυνθεί σε ευρύτερα ακροατήρια η ευρωπαϊκή ακροδεξιά αναδεικνύει εκείνη την όψη του μιναρέ που τον καθιστά σύμβολο περιορισμού των δικαιωμάτων των γυναικών. Προβάλλει την απαγόρευση ως βίαιη υπόμνηση ότι η εισβολή της θρησκείας στη δημόσια ζωή έχει όρια. Η απάντηση στη ρητορική αυτή πρέπει να είναι σαφής και αποφασιστική: δεν υπερασπιζόμαστε την ανοιχτή κοινωνία περιορίζοντάς την. Οι αξίες της δεν εκχωρούνται σε έναν χριστιανικό φονταμενταλισμό που καταπίνει την κάμηλο των αμέτρητων καμπαναριών και διυλίζει τον κώνωπα των τεσσάρων(!) ελβετικών μιναρέδων.

Από την άλλη, υπάρχουν όντως αδιανόητα φαινόμενα που θέτουν την ανοιχτή κοινωνία σε δοκιμασία, όπως τα εγκλήματα τιμής και ο γενετήσιος ακρωτηριασμός των γυναικών. Ο κληρικός και δάσκαλος στη Γενεύη Hani Ramadan απολύθηκε, γιατί υποστήριξε δημόσια τον λιθοβολισμό των μοιχών και την ποινή του ακρωτηριασμού. Πώς αντιδρούμε στις περιπτώσεις αυτές; Γράφει ο Τοντόροφ (Ο φόβος των βαρβάρων, εκδ. Πόλις): «Αν ορισμένοι άνθρωποι που κατοικούν στη Γαλλία αρνούνται το κράτος δικαίου, καταπιέζουν τις γυναίκες τους ή προσφεύγουν συστηματικά στη φυσική βία, πρέπει να καταδικάζονται, όχι επειδή οι συμπεριφορές αυτές είναι ξένες στη γαλλική ταυτότητα (που δεν είναι), αλλά επειδή παραβιάζουν τους ισχύοντες νόμους, οι οποίοι είναι εμπνευσμένοι από έναν πυρήνα ηθικών και πολιτικών αξιών». Αυτή είναι η απάντηση. Η εφαρμογή των νόμων. Απόλυτη, ανυποχώρητη, χωρίς πολιτισμικό πρόσημο, χωρίς επιλεκτικότητα ή εξαιρέσεις για λόγους οποιωνδήποτε ιδιαιτεροτήτων.

Παράλληλα όμως χρειάζεται να γίνεται καθετί που εκθέτει τις κλειστές κοινότητες στον ήλιο της ουσιαστικής συνύπαρξης. Σαν να απαντά στον κληρικό, γράφει ο αδελφός του Tarik Ramadan, καθηγητής της Οξφόρδης: «Επαναλαμβάνω για χρόνια σε μουσουλμάνους ότι πρέπει να είναι ορατοί με θετικό τρόπο, ενεργοί και προοδεύοντες μέσα στις ευυπόληπτες Δυτικές κοινωνίες τους.(…) Το Ισλάμ είναι πλέον μια ελβετική και μία ευρωπαϊκή θρησκεία και οι μουσουλμάνοι πολίτες είναι σε μεγάλο βαθμό «αφομοιωμένοι». Αντιμετωπίζουμε κοινές προκλήσεις, όπως ανεργία, φτώχεια και βία -προκλήσεις που από κοινού πρέπει να αντιμετωπίσουμε». (Ελευθεροτυπία, 5/12). Ζητούμενο για την Ευρώπη είναι οι μουσουλμανικές της κοινότητες να βγουν στη δημόσια σκηνή, όχι να σπρωχθούν στην άκρη. Το ευρωπαϊκό Ισλάμ χρειάζεται ενθάρρυνση για να κερδίσει τη δική του μάχη.

Εντέλει, τι λέει το δημοψήφισμα στον ανώνυμο μουσουλμάνο της Γενεύης που απαγορεύει στη μικρή του κόρη το κολυμβητήριο για να μην έρθει σε επαφή με αγόρια; Του στέλνει λάθος μήνυμα, τον ωθεί να κλειστεί ακόμα περισσότερο στα θρησκευτικά του τείχη. Τον κάνει να νιώθει ότι η ταυτότητά του βιάζεται, ότι αποτελεί a priori τεκμήριο κάποιας απροσδιόριστης ενοχής. Ποιος θα πληρώσει την περιχαράκωσή του; Πρώτη απ’ όλους η κόρη του, στο όνομα της οποίας υποτίθεται ότι ψήφισαν οι Ελβετοί.

Advertisements