Η βουλευτική ασυλία και η γυναίκα του Καίσαρα

«Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος» (άρθρο 62, παρ. 1 του Συντάγματος)

Το «ακαταδίωκτο» των βουλευτών σκοπό έχει να εγγυηθεί την άσκηση των καθηκόντων τους με πλήρη ελευθερία γνώμης και ψήφου. Ο Κανονισμός της Βουλής ορίζει ότι η Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας ερευνά αν η πράξη για την οποία ζητείται η άρση της ασυλίας συνδέεται με την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή ή αν η δίωξή του υποκρύπτει πολιτική  σκοπιμότητα (να τρωθεί το κύρος της Bουλής ή του βουλευτή, να παρακωλυθεί η άσκηση του λειτουργήματός του, να επηρεασθεί η λειτουργία της Bουλής ή της κοινοβουλευτικής του ομάδας).

Ως εδώ καλά. Έρχεται όμως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και καταδικάζει δύο φορές την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Στην υπόθεση Τσαλκιτζής κατά Ελλάδας (16/11/2006) το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίμαχες πράξεις (εκβίαση, παράβαση καθήκοντος και δωροδοκία κατά την περίοδο που ο βουλευτής ήταν δήμαρχος) δεν ήταν δυνατό να σχετίζονται με την άσκηση κοινοβουλευτικών καθηκόντων.

Στην πρόσφατη υπόθεση Συγγελίδης κατά Ελλάδας (11/2/2010) το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι πράξεις στις οποίες στηρίζεται η δίωξη (παρεμπόδιση από μέρους της βουλευτού της επικοινωνίας του πρώην συζύγου της με το τέκνο τους) ήταν εντελώς ασύνδετες με την εκτέλεση κοινοβουλευτικών καθηκόντων και με τη λειτουργία του Κοινοβουλίου γενικά.

Και στις δυο περιπτώσεις κρίθηκε ότι η μη άρση της βουλευτικής ασυλίας παραβίασε το δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος σε δικαστήριο. Στη δεύτερη περίπτωση το Δικαστήριο επισήμανε επίσης την έλλειψη αιτιολόγησης από την Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας.

Στην ουσία, το σώμα του ελληνικού κοινοβουλίου τίθεται προ των ευθυνών του και εγκαλείται για μία εξόχως προβληματική πρακτική από άποψης δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η πρακτική αυτή στρεβλώνει το νόημα της βουλευτικής ασυλίας. Τη μετατοπίζει από τη διασφάλιση της ελευθερίας του λόγου των βουλευτών και την προστασία της λειτουργίας του Κοινοβουλίου στην αφαίρεση μίας κατηγορίας υποθέσεων από τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων.

Κάτι τέτοιο αποτελεί σε συμβολικό και ουσιαστικό επίπεδο στίγμα για το κοινοβούλιο. Η διαδεδομένη πεποίθηση ότι οι αιτήσεις άρσης της ασυλίας απορρίπτονται σχεδόν αβλεπί, στο όνομα μιας ιδιότυπης συναδελφικής αλληλεγγύης, συντελεί στην αμφισβήτηση του κοινοβουλευτικού συστήματος και στη συλλήβδην απαξίωση πολιτικής και πολιτικών.

Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου απευθύνθηκε στους πολιτικούς αρχηγούς και τον Πρόεδρο της Βουλής καλώντας τους να αναλάβουν τις κατάλληλες πρωτοβουλίες ώστε να αποκατασταθεί το νόημα της βουλευτικής ασυλίας, με την πλήρη και απαρέγκλιτη εφαρμογή του Κανονισμού της Βουλής κατά τρόπο σύμφωνο προς το γράμμα και το πνεύμα των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Η ανταπόκρισή τους αναμένεται φυσικά με μεγάλο ενδιαφέρον.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s