Περί ανυπακοής, με αφορμή τους καταπέλτες των πλοίων

Με αφορμή τα περί ανυπακοής που έχει δηλώσει η κ. Παπαρήγα και τα χτεσινά στα λιμάνια, σκέφτηκα πως μπορεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον ένα απόσπασμα από παλιότερο γραπτό μου για το θέμα της πολιτικής ανυπακοής.


Η πολιτική ανυπακοή ανάγει το άτομο σε ηθική προσωπικότητα που δύναται να αντιπαραβάλει τις αρχές του με τις αρχές της πολιτείας και να αντιδράσει σε ενδεχόμενη σοβαρή απόκλιση μεταξύ τους. Πολιτικά τοποθετεί στο επίκεντρο εκείνον τον πολίτη που είναι διατεθειμένος να αναλάβει το βάρος μιας σύγκρουσης, προκειμένου να διαφυλάξει συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές όταν αυτές διακυβεύονται από έναν άδικο νόμο.

Εξίσου σημαντική είναι όμως και η συνακόλουθη αμφισβήτηση μιας θεώρησης των πολιτευμάτων ως ενός μονοδιάστατου άξονα που έχοντας ως βέλτιστο πολίτευμα τη δημοκρατία παραβλέπει τις εγγενείς της αδυναμίες ή τις θεωρεί μη αναστρέψιμες. Συνεκδοχικά, η αριστοτελική παθολογία των πολιτευμάτων θα μπορούσε να προϋποθέτει τον ανυπάκουο πολίτη ως φορέα ίασης (αλλά και στρέβλωσης) της δημοκρατικής αρχής. Δεν πρέπει ακόμα να παραγνωριστεί και ο παιδευτικός χαρακτήρας της πολιτικής ανυπακοής, ως στάσης παραδειγματικής υφής για το πολιτικό σύνολο, άρχοντες και αρχόμενους.

Αφετηρία της πολιτικής ανυπακοής είναι ένας νόμος που γεννά αδικία. Η παραβίαση του νόμου έχει σκοπό την ανατροπή του. Ενυπάρχει λοιπόν ένα καθοριστικό κριτήριο προσδοκώμενης αποτελεσματικότητας που επιτρέπει να μετατραπεί η ηθική επιταγή σε πολιτική πράξη. Η παραβίαση του νόμου (όχι κατ’ ανάγκην εκείνου εναντίον του οποίου στρέφονται οι σχετικές διαμαρτυρίες) περιορίζεται από προϋποθέσεις, ποιοτικές ως προς το είδος και την ένταση της αδικίας και ποσοτικές ως προς τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την άρση της αδικίας και την ανάγκη ποσοτικού αυτοπεριορισμού στη χρήση της πολιτικής ανυπακοής.

Ο κίνδυνος άκρατου υποκειμενισμού στην πρόσληψη της αναγκαιότητας μιας πράξης πολιτικής ανυπακοής θα μπορούσε να σχετικοποιηθεί με την προϋπόθεση μετατροπής της ατομικής αντίδρασης σε συλλογική δράση η οποία θα «νομιμοποιήσει» την αντίδραση, μολονότι η αναγωγή αυτής της προϋπόθεσης σε απόλυτο κριτήριο θα αποδυνάμωνε την αξία της ατομικής ευθύνης η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτικής ανυπακοής.

Πάντως, κατά πρώτον δε θα πρέπει εύκολα να αναιρείται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας μιας πράξης πολιτικής ανυπακοής και κατά δεύτερον αυτή δε μπορεί να κινηθεί εκτός των ορίων που θέτει το σύνταγμα, αφού αυτό αποτυπώνει, ρητά ή υπόρρητα, τον ανώτερο νόμο στο όνομα του οποίου διαπράττεται η παραβίαση του συγκεκριμένου νόμου.

Στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ για να διατηρήσει η πολιτική ανυπακοή τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της είναι να παραμείνει ο πολίτης φορέας της και υπόλογος για αυτήν. Στο βαθμό που αποπροσωποποιείται η παραβίαση του νόμου, είτε διότι διαπράττεται εν κρυπτώ είτε διότι οι φορείς της χάνονται στην ανωνυμία του «ανυπάκουου πλήθους», έχουμε μια αναδιάταξη ισχύος που μεταφέρει το κέντρο βάρους από τον ίδιο τον άδικο νόμο και την ανάγκη αναθεώρησής του στη μετωπική σύγκρουση κράτους – παραβατών. Το κράτος δεν καλείται πλέον να αιτιολογήσει τον άδικο νόμο, δεν βρίσκεται εν αδίκω αλλά εν αμύνει. Οι φορείς της ανυπακοής χάνουν το στοιχείο ηθικής υπεροχής, μη διακινδυνεύοντας να μεταφέρουν το πεδίο της αντιπαράθεσης στο επόμενο στάδιο που θα ήταν η αίθουσα ενός δικαστηρίου.

Πολιτική ανυπακοή νοείται μόνο στη δημοκρατία καθώς δεν μπορεί να νοηθεί «νομιμοποίησή» της έξω του πλαισίου υπεράσπισης βασικών αρχών του συντάγματος. Άρα, η ίδια η κρίση του πολίτη οφείλει, αν τον οδηγεί σε πράξη αντίστασης και πολιτικής ανυπακοής, να επιβεβαιώνεται από το σύνταγμα και να το επιβεβαιώνει. Εξάλλου, μια πράξη πολιτικής ανυπακοής δε μπορεί να είναι βίαιη γιατί η οποιαδήποτε επέμβαση στις ελευθερίες των άλλων τείνει να συσκοτίσει τον χαρακτήρα της. Η πολιτική ανυπακοή μπορεί να μέμφεται και να προειδοποιεί, δεν μπορεί να συνιστά καθεαυτή μια απειλή. Αποτελεί έκφραση ανυπακοής στον νόμο, αλλά βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο –έστω και στις παρυφές- της πίστης σε αυτόν.[1] Στη θέση αυτή περί βίας θα έπρεπε κανείς να εντάξει και τη συμβολική βία, τη βία κατά πραγμάτων, μόνο όταν αυτή υπερβαίνει το όριο που δικαιολογεί ο επιδιωκόμενος σκοπός. Τέλος, η κρατική κυριαρχία αρχίζει αμέσως να περιορίζεται μόλις εκδηλωθεί η πολιτική ανυπακοή, ακόμα κι αν τελικά την καταστείλει. Το ισχυρό όπλο της πολιτικής ανυπακοής είναι αυτό το ηθικό κεφάλαιο της υπεράσπισης υπέρτερου αγαθού που θέτει την κρατική κυριαρχία σε θέση «ελλιπούς νομιμοποίησης».

Χωρίς να μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως θεμελιώνεται δικαίωμα στην ανυπακοή –κάτι τέτοιο άλλωστε θα αλλοίωνε σε βασικά σημεία τον χαρακτήρα της- υπάρχουν εντούτοις αποφάσεις διεθνών οργάνων που θεωρούν την πολιτική ανυπακοή ως μια πολιτική πράξη που χρήζει «ιδιαίτερης αντιμετώπισης».

Εξετάζοντας τη σύγχρονη πραγματικότητα, διαπιστώνουμε ότι το «κίνημα κατά της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης» έχει αναγάγει τις ενέργειες πολιτικής ανυπακοής σε δομικό του στοιχείο. Δεν πρόκειται μόνο για μια εργαλειακή χρήση της παραβίασης του νόμου με σκοπό την ανάδειξη συγκεκριμένου πολιτικού ζητήματος αλλά για την ενσωμάτωσή της στον πυρήνα της οργάνωσης και της δράσης αυτού του κινήματος. Εντούτοις, επισημάναμε ότι αυτό που αποδυναμώνεται είναι το κριτήριο της αποτελεσματικότητας, φτάνοντας σε έμμεση και μακρινή σύνδεση μεταξύ του νόμου που παραβιάζεται και της επιδιωκόμενης αποκατάστασης μιας αδικίας.

Επίσης, έχει εξαιρετικά διευρυνθεί το πεδίο της ανυπακοής και έχει ταυτιστεί με την κατά Dworkin policy-based ανυπακοή. Η απομάκρυνση από το επίπεδο όπου το κύριο κίνητρο είναι η ατομική συνείδηση και η αναγωγή στο συλλογικό επίπεδο μιας καθ’ υπόθεση εκπροσώπησης όλων των αδικημένων σε πλανητικό επίπεδο είναι μια πορεία σε αβέβαιο έδαφος. Τον ίδιο κίνδυνο ενέχει και η απομάκρυνση από τα παραδοσιακά δικαιώματα και αγαθά που αποτελούσαν το προς προστασία αντικείμενο της πολιτικής ανυπακοής και η στροφή σε οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Η νέα γενικευμένη ανυπακοή είναι μια αποπροσωποποιημένη ανυπακοή από την οποία απουσιάζει ο πολίτης ως δρων υποκείμενο με ατομικά χαρακτηριστικά και αποτελεί κυρίως αντικείμενο αστυνομικής καταστολής και όχι αποκατάστασης της αδικίας στο πεδίο της Δικαιοσύνης.

Από τη συγκριτική συνεξέταση παραδειγμάτων από τον Ελλαδικό χώρο, προκύπτει μια μετάλλαξη της πολιτικής ανυπακοής, παραπλήσια αλλά όχι όμοια με αυτή που επισημάναμε στο χώρο των αντιπαγκοσμιοποιητικών κινημάτων. Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται μια διασταλτική προσέγγιση του όρου που φτάνει στην γενικευμένη ανυπακοή.

Τα προβληματικά σημεία είναι δύο. Από τη μια η συμπερίληψη κάθε πράξης ανυπακοής σε ένα γενικό πλαίσιο αντίστασης στον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, αφού υποτίθεται το γενικό πολιτικό πλαίσιο καθορίζεται από τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ. Αυτή η έλλειψη στοχευμένης εξειδίκευσης ακυρώνει ως επί το πλείστον τον πυρήνα της πολιτικής ανυπακοής που αποβλέπει στην αναίρεση συγκεκριμένων νόμων, που εκ των πραγμάτων πρέπει να επιλεγούν και να αντιμετωπιστούν διαφορετικά από το σύνολο της νομοθεσίας. Εξάλλου, η απόλυτα γενικευτική προσέγγιση και η παράλληλη ταύτιση της ανυπακοής με μια συγκεκριμένη εκλογική συμπεριφορά αναιρούν την έννοια της πολιτικής ανυπακοής.

Θα ήταν διαφορετικής τάξης ζήτημα η ανυπακοή σε μια συγκεκριμένη απόφαση, σε μια κοινοτική οδηγία για ένα επιμέρους ζήτημα, πεδίο δηλαδή όπου νοείται η ανυπακοή στο όνομα της υπεράσπισης ενός υπέρτερου, πάντα όμως συγκεκριμένου αγαθού. Βέβαια, στο βαθμό που πολλές διαδικασίες λήψης αποφάσεων μεταφέρονται σε διακρατικό επίπεδο η ανυπακοή θα χάνει το εστιακό της κέντρο όσο πιο δαιδαλώδεις γίνονται οι διαδικασίες αυτές και πιο απρόσωποι οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί και οι θεσμοί επίλυσης ή εκδίκασης  διαφορών.

Όταν η ανυπακοή γίνεται κεντρική επιλογή ενός κομματικού φορέα, μετατρέπεται σε ένα εντέλει κεντρικά καθοδηγούμενο μοτίβο δύο ταχυτήτων: η «πρωτοπορία» προβαίνει σε επιλεγμένες πράξεις ανυπακοής και οι μάζες καλούνται να αν-υπακούσουν, στην ουσία όμως να υπακούσουν, με την ψήφο τους. Σε ό,τι δε αφορά την ανάληψη της ευθύνης, αυτή γίνεται κατ’ επίφαση, αφού στην πράξη κάθε δίωξη καταγγέλλεται ως απόπειρα ποινικοποίησης των αγώνων. Άρα, μετά τη διαστολή του όρου βλέπουμε την αφαίμαξή του από το δεύτερο βασικό του σκέλος που είναι η προσπάθεια μεταφοράς της αντίθεσης σε έναν νόμο στο δικαστικό επίπεδο.

Πραγματικά και υποθετικά παραδείγματα πολιτικής ανυπακοής επιτρέπουν να γίνει αντιληπτό το εύρος του πεδίου παρέμβασης των πολιτών αλλά και τα ασαφή ενίοτε όρια της ανυπακοής. Η ασάφεια αυτή σχετίζεται τόσο με τη μορφή και τις τεχνικές της ενέργειας όσο και με την ατομική ή συλλογική ταυτότητα των υποκειμένων της ανυπακοής.

Εκτιμώντας την ευρωπαϊκή και ελληνική συγκυρία, μπορούμε να ανιχνεύσουμε δυο πεδία προστασίας αγαθών που δυνάμει θα αποτελέσουν προνομιακά πεδία άσκησης πολιτικής ανυπακοής. Το ένα σχετίζεται με την προστασία του περιβάλλοντος και το άλλο με την προστασία κοινωνικών αγαθών που δέχονται πιέσεις και περιστέλλονται στο πλαίσιο εφαρμογής εθνικών ή υπερεθνικών πολιτικών. Η προοπτική αυτή προφανώς συναρτάται και με την ανάδυση νέων συλλογικοτήτων μέσα από την όσμωση νέων μορφών ζύμωσης και επικοινωνίας και εκτός της άμεσης επιρροής ή στις παρυφές των κλασικών κομματικών και συνδικαλιστικών σχηματισμών.

Αυτά τα δύο κομβικά σημεία του προβληματισμού μας μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτενέστερης μελέτης, δηλαδή αφενός η μεταξέλιξη των υποκειμένων της ανυπακοής υπό το πρίσμα των εξελίξεων στο γενικό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο και των νέων τεχνολογιών και η περαιτέρω διαστολή/ ανασημασιοδότηση του όρου που ήδη συντελείται σε διεθνές και εθνικό επίπεδο.


[1] John Rawls

Advertisements

2 thoughts on “Περί ανυπακοής, με αφορμή τους καταπέλτες των πλοίων

  1. Η πολιτική ανυπακοή είναι μία ρητορεία κενή νοήματος. Πολιτική ανυπακοή θα σήμαινε να μην υποταχθώ σε μία πολιτική πρόταση, σε μία πολιτική ιδέα (κατανοητό και θεμιτό). Πολιτική ανυπακοή όμως δεν υπάρχει σε βάρος τρίτων ούτε σε βάρος δικαστικών αποφάσεων και νόμων (άλλο να πολεμώ να αλλάξω ένα νόμο και άλλο να μην υπακούω σε αυτόν μη εφαρμόζοντάς τον). Αλλιώς και οι τρομοκράτες ήταν πολιτικά ανυπάκουοι σκοτώνοντας, και ο φοροφυγάς είναι πολιτικά ανυπάκουος απέναντι σε μία φορομπηχτική πολιτική.

  2. Η κατάχρηση, στρέβλωση, αλλοίωση και δήωση της πολιτικής ανυπακοής από το ΠΑΜΕ δεν αναιρεί την έμπνευση του Θορώ, του αμερικανούς που έκαιγαν τα χαρτιά κατάταξης κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Γκάντι, τον Μ.Λ.Κινγκ και πολλούς άλλους.
    Πολιτική ανυπακοή είναι ακριβώς αυτό που λέτε ότι δεν είναι. Δεν είναι άλλο να πολεμώ να αλλάξω ένα νόμο και άλλο να μην υπακούω σε αυτόν μη εφαρμόζοντάς τον. Όμως, όπως έλεγε ο Ρολς, όταν υπερβαίνουμε την δυνατότητα της δημόσιας σκηνής να αποροφήσει πράξεις ανυπακοής τότε χάνεται το νόημά της και η δύναμή της. Επίσης, η προϋπόθεση, όπως γράφω και στο ποστ, να βασίζονται οι πράξεις ανυπακοής σε αρχές του Συντάγματος είναι θεμελιώδης.
    Σε ό,τι αφορά τους τρομοκράτες, θεμελιώδης επίσης κατ’ εμέ η ρήτρα της μη βίας και για τους φοροφυγάδες η ρήτρα της προσωπικής ανιδιοτέλειας. Δε νοείται ανυπακοή για ίδιο όφελος, σε ατομική δηλαδή βάση.
    Αν με ρωτάτε, η ιστορία με τα λιμάνια έπρεπε να έχει λήξει προ πολλού με απλή επιβολή της νόμιμης βίας του κράτους (για να θυμηθούμε και το μονοπώλιο της νόμιμης βίας).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s