Στις δημοτικές εκλογές η αναντιστοιχία μεταξύ κομματικών προτεραιοτήτων και δυσφορίας της φοβισμένης κοινωνίας φαίνεται πως θα λάβει γκροτέσκες διαστάσεις. Η θυμωμένη αποστασιοποίηση από τις κομματικές στοιχίσεις δε συνεπάγεται βέβαια κατ’ ανάγκην ριζικές αλλαγές στα δημοτικά μας πράγματα. Αποτελεί όμως μια ευκαιρία να τσαλακωθεί ο κομματικός πελατειακός έλεγχος της αυτοδιοίκησης.

Τα μεγάλα κόμματα, διαισθανόμενα τον κίνδυνο αποδοκιμασίας, ίσως αποφύγουν όπου μπορούν την ακριβή καταγραφή δυνάμεων, επικαλούμενες έναν κατ’ επίφαση σεβασμό των τοπικών κοινωνιών ή καταφεύγοντας σε υποψηφιότητες-χυλούς χωρίς στίγμα. Άλλωστε, η κομματική ταυτότητα δεν είναι ασύμβατη με την «απολίτικη» κενή πολυσυλλεκτικότητα, όπως απέδειξαν μιντιακές περσόνες  που έχουν αναδειχθεί δήμαρχοι Αθηναίων. Αν έτσι κινηθούν τα κόμματα, θα διαπράξουν μεγάλο σφάλμα ερμηνεύοντας την πολιτική κρίση ως αίτημα αποπολιτικοποίησης. Αντίθετα, χρειαζόμαστε ουσιαστικότερη πολιτική και πρέπει να την επιβάλουν οι πολίτες.

Οι τελευταίοι στέκουν παγωμένοι στη σκιά της κρίσης. Κινήσεις πολιτών, επαγγελματικές ενώσεις και ειδικοί επιστήμονες πρέπει να μιλήσουν για την πόλη. Το κομματικό μούδιασμα ανοίγει πεδίο λαμπρό προσφέροντας ευκαιρία να εκτεθούν οι συντεταγμένες μιας άλλης πολιτικής για τον αστικό χώρο. Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί κάτι τέτοιο πολυτέλεια σε καιρούς κρίσης. Η πόλη είναι η πρώτη που πλήττεται από την κρίση.

Βασικός άξονας μιας άλλης πολιτικής είναι ο επανακαθορισμός και η ενίσχυση του δημόσιου χώρου, έννοιας με κομβική σημασία και μήτρας για καθετί άλλο. Από εκεί προκύπτουν οι βασικές προτεραιότητες.

Μιλώντας για την Αθήνα (αλλά όχι μόνο), τέτοιες προτεραιότητες ενδεικτικά είναι: η στρατηγική για τη διαχείριση του ιστορικού κέντρου που βαίνει γκετοποιούμενο και σε κωματώδη κατάσταση∙ η συγκρότηση μιας πολιτικής ασφάλειας που θεωρεί την αστυνόμευση αναγκαίο αλλά όχι επαρκές μέσο και δεν επιτρέπει να σπρώχνεται με «σκούπες» η παραβατικότητα στο παρακάτω στενό∙ η αντιμετώπιση των κυκλωμάτων trafficking∙ η συγκροτημένη συνεκτική πολιτική για το αστικό πράσινο∙ η συστηματική αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας σε επίπεδο γειτονιάς ως μείζονος απειλής για την ασφάλεια.

Πάνω απ’ όλα, πολιτική για τον αστικό χώρο στη συγκεκριμένη συγκυρία σημαίνει προετοιμασία, κινήσεις και συμμαχίες ενόψει των επιπτώσεων στον κοινωνικό ιστό από την ύφεση και την αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας.

Και ας μη σπεύσουν νυν ή επίδοξοι δημοτικοί άρχοντες να επικαλεστούν περιορισμένες αρμοδιότητες. Αυτό που τους αναλογεί είναι τουλάχιστον να αναδείξουν αυτά τα θέματα (αντί να αρνούνται την ύπαρξή τους), να χαράξουν πολιτική και να συγκροτήσουν τις απαραίτητες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες για την προώθησή τους.

Αντ’ αυτών, μαθαίνουμε ότι σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη παραζαλισμένη η κυβερνητική παράταξη κάνει δημοσκοπικά καλλιστεία υποψηφίων. Στον αντίποδα, η πολυετής συντηρητική κυριαρχία επιδιώκει να συνεχιστεί, στην πρωτεύουσα με τον ίδιο «επιτυχημένο» δήμαρχο και στο Βορρά με άλλον, αφού ο απερχόμενος «κάηκε» λόγω σκανδάλων. Οι υποψήφιοι της Αριστεράς, από την πλευρά τους, αναδεικνύουν πολλά από τα θέματα που αναφέραμε. Χρειάζεται όμως η συμβολή της κοινωνίας των πολιτών για να αποτελέσουν τα θέματα αυτά κύριο διακύβευμα στον προεκλογικό διάλογο.

Και πάντως, όποιοι κι αν διεκδικήσουν την εκλογή, πρέπει να λάβουν εγκαίρως το μήνυμα: δημαρχία δεν μπορεί πλέον να σημαίνει λαμπερές τελετές εγκαινίων, δημοτικούς ραδιοσταθμούς της πολυπρόσωπης αργομισθίας και πολυδάπανες επιχειρήσεις εξυπηρέτησης πελατειακών σχέσεων.

Advertisements