Η θερινή επαφή με το νοσοκομείο ακριτικού νησιού μού αποκάλυψε την οραματική αφοσίωση μέρους του προσωπικού στο αγαθό της δημόσιας υγείας, τη διαρκή αγωνία για τις διακομιδές ασθενών με «αεροπλάνα και βαπόρια», τον άνισο αγώνα της διοίκησης να ξεπεραστούν οι ποικίλες ελλείψεις. Μόνιμες μάστιγες η υποστελέχωση, η παρωδία των πλασματικών εφημεριών που εξέθρεψαν πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες, οι συντεχνιακές αγκυλώσεις.

Αναπόφευκτα αναρωτήθηκα: πώς αισθάνονται οι αφοσιωμένοι δημόσιοι λειτουργοί όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με τη συλλήβδην απαξίωση ως «χαραμοφάηδες του δημοσίου»;

Η ολοένα και σφοδρότερη επίθεση κατά των δημοσίων υπαλλήλων κύριο όπλο έχει την έντεχνη διαχείριση μιας γκρίζας ζώνης μεταξύ αλήθειας και μύθου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κατακραυγή για τις αποσπάσεις εκπαιδευτικών. Στοχοποιήθηκαν από την άκριτη δημοσιογραφική αναπαραγωγή του υπουργικού λόγου που αποσιωπούσε την ακραία υποστελέχωση των διοικητικών υπηρεσιών τις οποίες καλύπτουν οι αποσπασμένοι. Ωσάν να αποσπώνται αυθαίρετα, από μόνοι τους, σε υπηρεσίες που δεν τους θέλουν.

Με αντίστοιχο τρόπο συχνά συγχέονται ανόμοια φαινόμενα όπως η υποστελέχωση και η ανορθολογική κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού και τροφοδοτείται η φιλολογία περί υπεράριθμων του δημοσίου με τη συνακόλουθη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων.

Δεν είναι τυχαίο βέβαια ότι ο δημόσιος υπάλληλος κατεγράφη στην ελληνική (και όχι μόνο) συλλογική συνείδηση ως λιγότερο παραγωγικός σε σχέση με τον ιδιωτικό. Σκοπός μας δεν είναι να υπερασπιστούμε τη γραφειοκρατία, την αργομισθία, τις πολυθεσίες, την αυθαιρεσία και τη διαφθορά. Είναι όμως εκτός τόπου και χρόνου όποιος πιστεύει ότι θα εκλείψουν τα φαινόμενα αυτά με το δυναμικό του δημόσιου τομέα να πένεται και να λοιδορείται. Αντίθετα, η συλλογική (αυτο)ενοχοποίηση και η ραγδαία διάχυση του φόβου παραλύουν τις υγιείς δυνάμεις της διοίκησης. Η κυβέρνηση σφάλλει παρέχοντας συναίνεση ή ανοχή στην απαξίωση του δημόσιου τομέα. Το έργο της δεν μπορεί να προωθηθεί μόνο με την ευκαιριακή στήριξη αυτόκλητων συμμάχων. Προϋποθέτει πρωτίστως τη συστηματική συμμετοχή και σύμπραξη του δημόσιου κορμού. Και ο κορμός αυτός χρειάζεται λόγο ακριβοδίκαιο και λυσιτελή.

Αν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και η πάταξη της φαυλότητας δε συνοδευτούν από ένα αφήγημα αξιοπρέπειας και προοπτικής για τους υπολοίπους, η διαπόμπευση και ο κοινωνικός αυτοματισμός θα παρασύρουν τους πάντες και τα πάντα. Με απλά λόγια, το δύσκολο είναι η ουσιαστική αξιολόγηση υπηρετούντων και υπηρεσιών, το εύκολο είναι να μετατρέπουμε συλλήβδην το δημόσιο σε σάκο του μποξ. Τώρα μάλιστα ο σάκος αυτός κινδυνεύει να μας πλακώσει.

Στην απαξίωση του δημοσίου πρωτοστατούν ορισμένοι σχολιαστές στις εφημερίδες και τα δελτία των 8. Καθήκον τους βέβαια να καυτηριάζουν τα κακώς κείμενα. Ας μην ξεχνούν όμως τη σοφή ξένη παροιμία: «δεν πρέπει να πετούν πέτρες όσοι μένουν σε γυάλινα σπίτια». Ας αναζητήσουν λόγου χάρη τις θηριώδεις οφειλές ορισμένων μιντιακών/εκδοτικών συγκροτημάτων προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία όταν μιλούν για δημοσιονομική κρίση. Ειδάλλως ο δημοσιογραφικός τους λόγος καταντά προπετής καταγγελτική ρητορεία και μάλιστα τόσο προβλέψιμη και εκ του ασφαλούς που ούτε καν παρουσιάζει στοιχειώδες δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.

Advertisements