Η έννοια της πολιτικής εκδήλωσης ταυτίστηκε στις πρώτες μεταπολιτευτικές γενιές με τα γήπεδα του Μίκη, τις πορείες προς την αμερικάνικη πρεσβεία, τις πλατείες που δονούσε ο λόγος του αρχηγού. Τα χρόνια πέρασαν, τα γήπεδα, οι λεωφόροι κι οι πλατείες άδειασαν. Η πορεία αραίωσε ξέπνοη. «Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι», προφήτευε ο Σαββόπουλος ήδη από το ’69, όταν δε φιλοδοξούσε ακόμα να γίνει ένας γλυκερός «εθνικός παππούς».

Η κρίση των μεταπολιτευτικών συλλογικοτήτων δε σήμανε και αντίστοιχη κρίση της πολιτικής πράξης. Νέα πολιτικά υποκείμενα εμφανίζονταν διαρκώς. Εκείνο που έμενε ίδιο ήταν το λεκτικό εκκρεμές της πολιτικής διαμαρτυρίας, συνήθως κινούμενο μεταξύ διακηρυγμένης εναντίωσης και αρθρωμένης διεκδίκησης.

Παράλληλα και υπόγεια όμως προχωρούσε η διαμόρφωση μιας μορφής συλλογικότητας που κοίταζε όλο και περισσότερο στην πολιτική της μικρής πράξης. Μικρή πολιτική πράξη από τους μικρούς ως απάντηση στην μικροπολιτική των μεγάλων. Πολιτικό «do it yourself» (κάντο μόνος σου) σε αντιδιαστολή με τη λατρεία των συμπαγών μαζικών όγκων που σκίαζαν τις δεκαετίες του 70 και του 80. Αφού οι όγκοι ζάρωσαν από τις διαψεύσεις, τα πελατειακά δίκτυα και την μετεξέλιξη των ηγητόρων τους σε ιμάντες εκείνου του συστήματος που πριν κατήγγελλαν, το πολιτικό do it yourself άρχισε να απενοχοποιείται. Η κολυμπήθρα της μαζικότητας και η ρητορική της διεκδίκησης δεν αρκούσαν και δε χρειάζονταν πλέον για να νομιμοποιηθεί η καθημερινή πολιτική πράξη.

Οι νέες συλλογικότητες της πόλης πολλαπλασιάστηκαν μετά τους Ολυμπιακούς. Κάποιες ριζοσπαστικοποιήθηκαν μετά τον Δεκέμβριο ’08. Είχαν εξαρχής οι περισσότερες ιδιαίτερη σχέση με το χώρο: την πλατεία, τη γειτονιά και την πόλη. Έφεραν στη γερασμένη σκηνή της Αθήνας τον φρέσκο αέρα και την αισθητική μιας πρωτοπορίας που παρέπεμπε στις μητροπόλεις της Ευρώπης.

Τελευταία ξεχύνεται στην πόλη κι ένας ποπ εικονοπλαστικός ακτιβισμός με κεράκια, μουσικές και δρώμενα. Τα μίντια τον λατρεύουν γιατί δεν έχει αιχμές. Δέχτηκε αμέσως αφ’ υψηλού και τα πυρά της αριστερής πουριτανικής αγωνιστικότητας. Στενόκαρδη η επίθεση, εύλογος από την άλλη κάποιος σκεπτικισμός: ο απολιτίκ lifestyle ακτιβισμός δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διεκδικητική πολιτική δράση.

Υπάρχει όμως χώρος για όλα τα λουλούδια που θέλουν να ανθίσουν. Έστω και αφελώς, ελπίζουμε στο κοινό τους λίπασμα, την εξάπλωση μιας διεκδίκησης με έργα που από τη ρηματική διεκδίκηση του δημόσιου χώρου περνά στην έμπρακτη και κυρίως υπεύθυνη επανάκτησή του. Ομάδες πολιτών παίρνουν το εγκαταλελειμμένο οικόπεδο και το κάνουν πάρκο. Παίρνουν τον σκουπιδότοπο και τον κάνουν μικρή πλατεία. Παίρνουν τον δρόμο που λυμαίνονται οι μαφίες των παρκαδόρων και τον κάνουν χώρο συνεύρεσης. Αλλάζουν έτσι την ίδια την έννοια του δημόσιου. Δημόσιο ήταν αυτό που (υποτίθεται πως) ανήκε σε όλους, άρα δεν ανήκε σε κανέναν και κατέληγε στη δυσωδία ή στον καταπατητή. Οι ομάδες της πόλης θυμίζουν ότι δημόσιο είναι μόνο εκεί όπου ζουν και κινούνται άνθρωποι. Αλλάζουν έτσι μαζί και την έννοια της πολιτικής δράσης χτίζοντας νέα «εμείς», καχεκτικά και ασαφή ακόμα, αλλά πάντως νέα.

Πρόκειται για ένα αύριο που αχνοφέγγει και αναζητά τους δρόμους μιας νέας αλληλεγγύης. Η πόλη δοκιμάζεται σκληρά και χρειάζεται αυτή την αλληλεγγύη της πράξης. Ας λειτουργήσει παράλληλα με τις παραδοσιακές διαδρομές, με τη μεγαλοσχημοσύνη της θεσμικής φιλανθρωπίας, με τη δυναμική της μαζικής διαμαρτυρίας. Αν πετύχει, θα είναι ίσως το μόνο κέρδος από την κρίση και την επέλαση του ζόφου.

Οι νέες ομάδες της πόλης ακροβατούν σήμερα ανάμεσα στις διαψεύσεις του ηρωικού χτες και τον παραιτημένο αυτοοικτιρμό του αύριο. Μας λένε πως κάπου εκεί έξω η πόλη δονείται.

Advertisements