Η κατάληψη της Νομικής αποτελεί μεγάλων διαστάσεων ανοησία. Η εμπλοκή των μεταναστών στη στρατηγική της έντασης και η υπαγωγή του πολιτικού / ανθρωπιστικού ζητήματός τους στο φορτισμένο ζήτημα του πανεπιστημιακού ασύλου είναι αστοχία ολκής. Επιπλέον, η υπόνοια ότι μπορεί να χρησιμοποιούνται τα σώματα των μεταναστών ως πολιτικό κεφάλαιο προκαλεί θυμό. Αρκεί η χαρά στα πρόσωπα εκπροσώπων της εξτρεμιστικής Δεξιάς για να γίνουν κατανοητά τα παραπάνω.

Αυτή η πολιτική τύφλωση τμημάτων της Αριστεράς προκάλεσε αντίδραση πρωτοφανή σε ένταση. Μια αντίδραση κραυγαλέα που υπερέβαινε κατά πολύ το αντικείμενό της. Η ανόητη κατάληψη της Νομικής μοιάζει να ξύπνησε τον φόβο ότι θα αφήσουν οι μετανάστες τα υπόγεια και τα χωράφια για να γίνουν -άτσαλα και κακοσκηνοθετημένα- μέρος της παρανοϊκής νεοελληνικής δημόσιας σκηνής.

Ο φόβος αυτός έριξε βαριά σκιά στον δημόσιο διάλογο. Η κατάληψη επισκίασε την απεργία πείνας για πραγματικά προβλήματα. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο πανεπιστημιακό άσυλο και την ταυτότητα των εμπνευστών της κατάληψης. Σε αυτόν τον φάλτσο διάλογο δεν ήξερες τι να πρωτοθαυμάσεις: το εισαγγελικό ύφος τηλεοπτικών παρουσιαστών που εκτόξευαν την ιερή οργή τους κατά μεταναστών, πρυτάνεων και «συνοδοιπόρων». Την ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού που χειρίζεται ένα σύνθετο θέμα με όρους πρόσκαιρης δημοφιλίας. Την έλλειψη αντανακλαστικών του Δήμου. Τον μαγικό τρόπο που πέρασε στη σκιά το ζήτημα της αξιοπρέπειας ανθρώπων με βιοτικές σχέσεις στην Ελλάδα οι οποίοι εντάσσονται σταδιακά στον κοινωνικό και τον οικονομικό της κορμό. Άνθρωποι αόρατοι, χωρίς όνομα και υπόσταση απέναντι στη διοίκηση, ευάλωτοι σε εκμετάλλευση και αυθαιρεσία.

Η συζήτηση αυτή παγιδεύεται μεταξύ δυο αλληλοτροφοδοτούμενων μαξιμαλισμών: «νόμιμοι όλοι» εναντίον του «να φύγουν όλοι». Πάλι αποδείχτηκε πως η ρητορεία περί άνευ όρων νομιμοποίησης των χωρίς χαρτιά είναι θείο δώρο για τους ηγήτορες του φόβου, μιντιακούς και κοινοβουλευτικούς. Το εγχείρημα της κατάληψης άνοιξε την πόρτα στα λιοντάρια και τα άφησε να «περιποιηθούν» τους μετανάστες.

Το ερώτημα όμως παραμένει: η αυτοϋπονόμευση του αιτήματος αρκεί για να μας αποσπά από το μείζον; Μπορεί η ελληνική κοινωνία να αποφεύγει ες αεί τη συγκρότηση ενός πλέγματος δικαιωμάτων όσων επί μακρόν διαβιούν εδώ; Πόση τύφλωση απαιτείται για να μη βλέπουμε τους ανθρώπους-σκιές; Πόση υποκρισία για να παραγνωρίζουμε ότι η έως δουλείας εργασιακή εκμετάλλευση σχετίζεται άμεσα με το καθεστώς διαμονής τους; Πόση μανία αυτοκαταστροφής για να παραβλέπουμε πως η θεσμική αφάνεια χιλιάδων μεταναστών τροφοδοτεί παραβατικότητα και προβλήματα κοινωνικής συνοχής; Πόση ανοχή για να επιτρέπουμε στους ψηφοσυλλέκτες υποστηρικτές αυτής της αφάνειας ανερυθρίαστα να καμώνονται πως κόπτονται για τη δημόσια ασφάλεια;

Advertisements