Η διάχυτη ανακούφιση μετά τον πρόσφατο τρόμο του (κυβερνητικού) κενού επιχειρήθηκε από πολλά ΜΜΕ να ερμηνευθεί ως κοινωνική συναίνεση. Το λεξικό όμως είναι σαφές: κοινωνική συναίνεση είναι η αποδοχή ή/και στήριξη που παρέχει το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας σε αποφάσεις που αφορούν σε αυτήν, δημιουργώντας αίσθηση δικαίου και κοινωνικής ισορροπίας (Μπαμπινιώτης). Απέχουμε λοιπόν πολύ από την κοινωνική συναίνεση. Απέχουμε επίσης από τη συναίνεση στην κορυφή που υποτίθεται πως οδήγησε στην κυβέρνηση συνεργασίας.

Αρκεί ελάχιστη συμμετοχή σε συλλογικές διαδικασίες για να γνωρίζει κανείς ότι η έννοια της συναίνεσης αφορά σε μια μακρά δημιουργική διαδικασία αμοιβαίων υποχωρήσεων. Αφορά στην οικοδόμηση ευρύτερης κουλτούρας που καθιστά εφικτή την λήψη αποφάσεων χωρίς οριακές πλειοψηφίες, οι οποίες υπονομεύουν εξαρχής την εφαρμογή των αποφάσεων αυτών. Όσοι συναινούν νιώθουν ότι μπορούν να ζήσουν με τη συναινετική τους απόφαση, ότι έγινε κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθούν οι βασικότερες απαιτήσεις τους. Συναίνεση σημαίνει διαβούλευση, συνδιαμόρφωση θέσεων, επίπονες προσπάθειες για κοινούς εννοιακούς κώδικες και ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Σημαίνει σεβασμό στις υποχωρήσεις και πρόνοια για τις πολιτικές ή άλλες συνέπειες αυτών των υποχωρήσεων. Προφανές από τα παραπάνω ότι δεν ήταν ουσιαστική η συναίνεση που οδήγησε στην συγκυβέρνηση.

Σε τι λοιπόν αφορά η πολυδιαφημιζόμενη συναίνεση; Η τρέχουσα πολιτικοδημοσιογραφική λογική εννοεί την προσχώρηση σε μια και μόνη οδό διαχείρισης της κατάστασης που παρουσιάζεται ως μονόδρομος. Είναι η «οδός της κοινής λογικής». Πρόκειται για αυτοεπιβεβαιούμενη προφητεία: η οδός θα εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως μονόδρομος παρά τα καταφανώς καταστροφικά αποτελέσματα. Διαρκώς θα ανοίγονται μπροστά μας δυο ή τρεις νέοι δρόμοι και θα λαμβάνουμε διαβεβαιώσεις ότι μπορούμε να αποφύγουμε τον πλέον επαχθή. Εκείνον τελικά θα ακολουθούμε καθώς θα επισείεται ο κίνδυνος ενός ακόμα πιο επαχθούς. Αυτό ζούμε τα τελευταία χρόνια, έτσι ασκείται η πίεση για απόσπαση συναίνεσης. Στο δεδομένο εκ των προτέρων πλαίσιο πολιτικής καλούνται να «εντοιχιστούν» πολιτικοί και κοινωνικοί φορείς με την απειλή του ακραίου στιγματισμού.

Η μιντιακή αποτύπωση και οικοδόμηση αυτής της συναίνεσης αποκτά μάλιστα συχνά γκροτέσκα χαρακτηριστικά. Πράσινοι, γαλάζιοι και φαιόχρωμοι υπουργοί, αποκαθαρμένοι από πολιτικό παρελθόν, προϊόντα θαυμαστής παρθενογένεσης, εγκαλούν όποιον δεν δονείται από ρίγη συναινετικού ενθουσιασμού. Πρόσφατο παράδειγμα δημιουργίας τεχνητής συναίνεσης η εκπομπή «Πρωταγωνιστές» (20/11). Οι άρτιες νυχτερινές λήψεις άφηναν στο σκοτάδι όσα μπορούσαν να σκιάσουν το ιδεατό συναινετικό σχήμα. Τα γεμάτα νόημα και κατανόηση μειδιάματα του δημοσιογράφου γλύκαιναν τα πάντα: υπουργικές θητείες, χρεοκοπίες, οπλοφορίες. Ανοιχτόμυαλος αριστερός βουλευτής πρόθυμα φιλοτεχνούσε τα συναινετικά προφίλ των συγκυβερνώντων. Έτσι, η συναίνεση/συγκυβέρνηση από μέσο γίνεται αυτοσκοπός, φάρμακο δια πάσα νόσο. Το περιεχόμενο της ασκούμενης πολιτικής περιττεύει, η συζήτησή του εμποδίζει την αέναη ομογενοποίηση του πολιτικού προσωπικού. Τα βασικά ερωτήματα εξοβελίζονται: συναίνεση σε ποια πολιτική, με ποιους όρους και με ποιους συναινούντες;

Δεν αμφιβάλλω διόλου πως οι καταστάσεις υπερβαίνουν κατά πολύ τη δυνατότητα πολιτικά αυτοδύναμης διαχείρισης. Όποιος δεν το βλέπει εθελοτυφλεί. Οι έννοιες όμως παραείναι λεπτές για να τις χειριζόμαστε με τρόπο αυθαίρετο, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και λοιποί δημοσιολογούντες. Το απειλητικό ερώτημα «εσύ γιατί δε συναινείς;», που διαρκώς απευθύνεται σε πολιτικούς φορείς, ομάδες και άτομα, είναι αποδεκτό μόνο όταν επιτρέπει ουσιαστικές απαντήσεις. Όταν για παράδειγμα χωράει την υποθετική απάντηση «συναινώ με προϋπόθεση την αρχή της αναλογικότητας κατά τη λήψη μέτρων και όχι σε μέτρα μονομερή, άνισα και δυσανάλογα επαχθή σε βάρος μερίδας του πληθυσμού». Ή «συναινώ σε μέτρα σύμφωνα με την αρχή της αναγκαιότητας, της προσφορότητας και της συμβολής κάθε πολίτη στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του». Ή «συναινώ σε μέτρα που δεν τραυματίζουν την αρχή της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δημόσια Διοίκηση».

Ο κυρίαρχος λόγος όμως, εκπεμπόμενος από πολιτικά και δημοσιογραφικά χείλη, δεν επιτρέπει τέτοιες απαντήσεις. Το ερώτημα περί συναίνεσης καθίσταται έτσι απολύτως εργαλειακό και επιτυγχάνει δυο επιμέρους σκοπούς. Ο ένας είναι να συγκροτεί έναν σκληρό πόλο γύρω από την άποψη πως σε περίοδο κρίσης οι τεχνοκράτες μόνο μπορούν να βγάλουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά. Άρα, σε οριακές περιπτώσεις –που ορίζονται από την πορεία δανεισμού- η πολιτική σταθερότητα επιτυγχάνεται εις βάρος της δημοκρατίας. Ο δεύτερος σκοπός είναι η περιθωριοποίηση όσων «δεν συναινούν» και η ενοχοποίησή τους για την αποτυχία μιας πολιτικής με την οποία διαφωνούν! Βοηθάει εξάλλου ο εύκολος καταγγελτικός λόγος, οι υπεραπλουστεύσεις και η ρητορική τους που υπονοεί ένα νέο «λεφτά υπάρχουν».

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πάντως, η συναίνεση μετατρέπεται σε όπλο πολιτικού ξεκαθαρίσματος, το πολιτικό προσωπικό «ξεστοκάρεται» για την επόμενη μέρα.

Advertisements