Στρατός και δημοκρατία

Κάθε στρατιωτικός μηχανισμός διαθέτει από τη φύση του ισχυρό ιδεολογικό φορτίο. Φορτίο εν μέρει μόνο συνδεδεμένο με τη χώρα την οποία εντέλλεται να προστατεύει, αλλά κυρίως πέρα και πάνω από αυτή. Στη μεταπολεμική Ελλάδα πιο συγκεκριμένα, για προφανείς ιστορικούς λόγους οι ένοπλες δυνάμεις διέθεταν σαφές ιδεολογικό πρόσημο. Θα ήταν σχεδόν περιττολογία να τεκμηριωθεί η διαπίστωση.

Ευλόγως λοιπόν ο περιορισμός του στρατού στη φύλαξη των συνόρων αποτέλεσε κομβικό στοίχημα και κατάκτηση της μεταπολίτευσης. Για τον σκοπό αυτόν χρειάστηκε (και χρειάζεται στο διηνεκές) απομόνωση-εκκαθάριση εκείνων των αξιωματικών που αντιδρούσαν στον περιορισμό τους στους στρατώνες και διεκδικούσαν ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Χωρίς να γνωρίζουμε τον βαθμό επιτυχίας αυτής της εκκαθάρισης, το βέβαιο είναι πως διανύουμε αισίως μια μακρά περίοδο κατά την οποία η διακυβέρνηση της χώρας δεν είναι ένστολη.

Το τελευταίο διάστημα έχουν εντούτοις εκδηλωθεί «κινήσεις» στις τάξεις των ένοπλων δυνάμεων. Ενδεικτικά θυμίζουμε την αυτονόμηση ένστολων τμημάτων που επέμεναν να παρελάσουν την 28ηΟκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη, παρά την ακύρωση της παρέλασης και μάλιστα με δικό τους «εμβατηριακό ρεπερτόριο». Την εισβολή διαμαρτυρόμενων αποστράτων στο Πεντάγωνο. Το πρόσφατο περιστατικό φιλοχουντικής οσμής στη Σχολή Ευελπίδων. Θυμίζουμε επίσης ότι υπαινιγμοί για υποψίες αντιδημοκρατικής εκτροπής συνόδευσαν (και επιχείρησαν να δικαιολογήσουν) τις αμφιλεγόμενες αλλαγές στην ηγεσία των Ένοπλων Δυνάμεων. Φυσικά δεν είναι της ίδιας τάξης αυτά τα περιστατικά, όμως δημιουργούν προβληματισμούς.

Ο διαρκής άρρητος φόβος πιθανής νέας εκτροπής δημιούργησε από ετών στην πολιτική τάξη ένα ιδιότυπο καθεστώς έμφοβης εύνοιας προς τους στρατιωτικούς. Επιπλέον, ο στρατός αποτέλεσε ανέκαθεν μήλο της έριδος μεταξύ πολιτικών δυνάμεων. Στο πλαίσιο αυτό, βαριές είναι οι ευθύνες των δυο κυβερνητικών κομμάτων για φαινόμενα παθογένειας. Η ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων, η ευνοιοκρατία σε κρίσεις και μεταθέσεις, ο προνομιακός ρόλος γενικού θεσμικού τιμητή που διεκδικείται από τις ενώσεις αποστράτων και οι σκιές διαφθοράς στις εξοπλιστικές προμήθειες με την εμπλοκή αξιωματικών δεν έπεσαν από τον ουρανό, δεν είναι ορφανά του πολιτικού μας συστήματος.

Είναι γνωστό επίσης ότι στο στράτευμα βρίσκουν καταφύγιο θιασώτες διάφορων εκφάνσεων εθνοφυλετικού μίσους και νοσταλγοί εκτροπών. Τα επανειλημμένα κρούσματα δημόσιας και συντεταγμένης εκφοράς συνθημάτων σωβινιστικού, εθνικιστικού, αλυτρωτικού και ρατσιστικού περιεχομένου δεν αποτελούν παρά μικρό μόνο δείγμα μιας γενικότερης ψυχοπαθολογίας που δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να γίνεται ανεκτή.

Από την ανάγκη όμως πάταξης τέτοιων κρουσμάτων έως τη γενικευτική συζήτηση περί ελλιπούς δημοκρατικής νομιμοφροσύνης στελεχών του στρατεύματος η απόσταση είναι μεγάλη. Τα πολιτικά στελέχη που την υπαινίσσονται και τα ΜΜΕ που την ανακυκλώνουν έχουν τεράστια ευθύνη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: η πληροφορία ότι ο πρώην πρωθυπουργός στις συνόδους κορυφής εξέφραζε φόβους για επικείμενο πραξικόπημα κυκλοφόρησε, έγινε δεκτή και διαψεύστηκε μη πειστικά και με μνημειώδη ελαφρότητα. Έτσι όμως εξοικειωνόμαστε με το αδιανόητο και παραβλέπουμε το αυτονόητο.

Αν υπάρχουν -και όντως μπορεί να υπάρχουν- ενδείξεις ύποπτων κινήσεων, οι πολιτικοί προϊστάμενοι οφείλουν αμέσως να κινήσουν τις διαδικασίες για διερεύνηση και παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων. Με απλά λόγια, αν υπάρχει τέτοιο ζήτημα, αντιμετωπίζεται απλά και αποφασιστικά (η Τουρκία έδειξε τον τρόπο). Αν όμως δεν υπάρχει, η συζήτηση πρέπει να σταματήσει αμέσως γιατί βλάπτει και εκθέτει πολλαπλώς. Με ακόμα απλούστερα λόγια, είτε υπάρχει λόγος να πάνε κάποιοι στρατιωτικοί σπίτι τους (ή στη φυλακή), είτε δεν υπάρχει τίποτα να συζητήσουμε.

Μέση λύση δεν υπάρχει, γενική και αόριστη φιλολογία περί αμφίβολης πίστης του στρατού στη δημοκρατική νομιμότητα δεν νοείται. Ειδάλλως, δικαιούμαστε να εικάσουμε πως από κάποιους δημιουργείται δολίως κλίμα επαπειλούμενης εκτροπής για να εκβιαστεί πολιτική και κοινωνική συναίνεση. Ιδίως μάλιστα όταν αντίστοιχη δημοκρατική εγρήγορση και ευαισθησία δεν επέδειξαν οι ίδιοι απέναντι στις πρόσφατες υπουργοποιήσεις από το δεξιό (φιλοχουντικό) άκρο του πολιτικού τόξου.

Η απαξίωση και απονομιμοποίηση των θεσμών εκπροσώπησης, το αίσθημα αδικίας και αδιεξόδου γεννούν σε ορισμένους αφελείς ενδεχομένως σκέψεις για μεσσιανικές λύσεις εκτός συνταγματικής τάξης. «Το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη». Για τους υπόλοιπους, είναι αυτονόητη επιταγή η ορθή εκπλήρωση του θεσμικού ρόλου του στρατού.

Αυτό σημαίνει πως η δράση των στρατιωτικών περιορίζεται στους στρατώνες και των αποστράτων μακριά από αυτούς.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s