Δημοσιευμένο εδώ

Μια ανάσα πριν από τις εκλογές, ορισμένοι εμμένουν σε μια και μόνη διαχωριστική γραμμή που διχάζει το εκλογικό σώμα και τις πολιτικές δυνάμεις. Βασίζουν όλη την στρατηγική και την κριτική εξέταση των πραγμάτων μόνο στον διαχωρισμό «Μνημόνιο αντιμνημόνιο». Διαπράττουν ιστορικό σφάλμα και το μόνο που καταφέρνουν είναι να κλείσουν το μάτι στον αγοραίο εθνολαϊκισμό και στους καμένους συνωμοσιολόγους.

Ο ζόφος των ημερών προφανώς συνδέεται πρωτίστως με τα μέτρα λιτότητας. Προφανής και η συντεταγμένη ιδεολογική επίθεση που τα συνοδεύει και δημιουργεί το απαραίτητο πλαίσιο. Όλο το οικοδόμημα των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, δυσφημείται ως περιττή πολυτέλεια. Το ήδη λειψό και απαξιωμένο κοινωνικό κράτος παρουσιάζεται σαν προϊόν ασυλλόγιστης σπατάλης. Η δραστική μείωση μισθών και συντάξεων και η γενικευμένη εργασιακή ανασφάλεια παρουσιάζονται σαν μονόδρομος. Ο δήθεν αντιλαϊκισμός επιχειρεί να δικαιολογήσει την δραστική μείωση βασικών παροχών και την έλλειψη προοπτικών για τους νέους. Η κοινωνία δέχεται μια καταιγίδα απρόβλεπτων, περίπλοκων, αλληλο-συγκρουόμενων και διαρκώς τροποποιούμενων «μέτρων λιτότητας». Ακριβώς επειδή όλα αυτά σχετίζονται άμεσα με το Μνημόνιο, η βασική διαχωριστική γραμμή ορίζεται από το Μνημόνιο, τη στάση απέναντί του και τον τρόπο χειρισμού και έμπρακτης εκδήλωσης αυτής της στάσης.

Παράλληλα όμως υπάρχουν και άλλες διαχωριστικές γραμμές που ορίζουν και τέμνουν πολλαπλά τον πολιτικό και κοινωνικό χάρτη. Ίσως γι’ αυτό είναι καλύτερο να προσπαθεί μια πολιτική δύναμη πρώτα να ορίζει με ποιους είναι αδύνατο να πάει και μετά με ποιους είναι δυνατό να βρει κοινούς τόπους (κι αυτό συμπεριλαμβάνει συνεργασία, στήριξη ή ανοχή).

Παράλληλα λοιπόν με την οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση γιγαντώνεται η κρίση και υπονόμευση της δημοκρατίας. Κι αυτή δε σχετίζεται μόνο με την προφανή υποβάθμιση της κοινοβουλευτικής, νομοθετικής και ελεγκτικής λειτουργίας, και με τις προτεινόμενες κυβερνήσεις αρίστων με αμφίβολη δημοκρατική νομιμοποίηση. Συνδέεται και με το δημοκρατικό όραμα που παραδίδεται βορά στη συνωμοσιολογία, την απαξίωση του πολιτικού προσωπικού και την απονομιμοποίηση κάθε θεσμού εκπροσώπησης. Όλα αυτά έχουν θύτες με ονοματεπώνυμα και συχνά τα ονοματεπώνυμα αυτά κοσμούν το αντιμνημονιακό στρατόπεδο. Είναι λοιπόν αμείλικτο το ερώτημα: αρκεί αυτή η δεύτερη ιδιότητά τους για να αποκαθαρθεί η πρώτη;

Το γεγονός ότι ο μνημονιακός δήθεν αντιλαϊκισμός αποδομεί το κοινωνικό κράτος αρκεί για να παραγνωρίσουμε πως ο πελατειακός λαϊκισμός πολεμάει για τα κεκτημένα του; Με άλλα λόγια, εκτός από τη διαχωριστική γραμμή που θέτει το Μνημόνιο, υπάρχουν και τα μεγάλα ερωτήματα για τη θέση μας στην Ευρώπη. Υπάρχει και η στάση μας απέναντι στην ανάγκη για γενναίες διαρθρωτικές αλλαγές. Υπάρχουν, έστω σκιασμένες από το ζόφο της κρίσης, οι γραμμές μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς.

Η αποκλειστική πρόταξη του μνημονιακού ζητήματος δεν είναι καλή συνταγή. Εντέλει περιορίζει σε παραμορφωτικές θεάσεις της πραγματικότητας και ρίχνει τη σκιά ενός αριστερού, κοινωνικά ευαίσθητου άλλοθι σε νέες καιροσκοπικές εκφάνσεις της Ακροδεξιάς. Ας θυμηθούμε ότι αυτές οι εκφάνσεις ξεπήδησαν από ομάδες που δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να κουνάνε κρεμάλες έξω από τη Βουλή, να συντάσσονται μια με τον Μίκη, όταν φώναζε πως βυσσοδομούσαν εναντίον του οι παγκόσμιες δυνάμεις, και μια με τον Καμένο (ή ακόμα και κάποια ορφανά της Γκεστάπο που βρήκαν έκφραση στο πάνω μέρος της πλατείας Συντάγματος πέρσι το καλοκαίρι). Απέναντι σε αυτόν το εσμό, καλούμαστε να στηρίξουμε μαχητικά και κριτικά τον κοινοβουλευτικό πολιτισμό –ναι, αυτόν τον δυσλειτουργικό και διάτρητο. Καλούμαστε να υπερασπιστούμε τον πολιτισμό των δικαιωμάτων. Δεν τον απειλούν μόνο όσοι προωθούν την κοινωνική αποδιάρθρωση στο όνομα της αντιμετώπισης της κρίσης αλλά και οι συνωμοσιολόγοι της δεκάρας (ή μάλλον της δραχμής).

Advertisements