Πώς αντιμετωπίζεται η αστυνομική βία και αυθαιρεσία θεσμικά, και μάλιστα από την αξιωματική αντιπολίτευση; Το ερώτημα αποτελεί μια υπαρκτή, ανοιχτή και πιεστική πρόκληση, όπως φάνηκε από τα γεγονότα που προηγήθηκαν της συγκέντρωσης στις 7/11, με βουλευτές και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να επιθεωρούν προληπτικά την αστυνομική παρουσία στους δρόμους της Αθήνας.

Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε εδώ και δεκαετίες δομικού τύπου αστυνομική αυθαιρεσία. Η λειτουργία της ΕΛΑΣ φανερώνει διάχυτη κουλτούρα βίας. Παρακρατικές ομάδες δρουν στις παρυφές της αστυνομίας όποτε γίνονται βίαια επεισόδια. Επικρατεί ατιμωρησία, νόμος της σιωπής. Τα περιστατικά απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης κρατουμένων είναι τόσα και τέτοια που συνθέτουν ένα είδος παράλληλης εξαχρειωτικής κανονικότητας. Στρεβλή είναι και η στάση πολλών συνδικαλιστών του κλάδου που, σε απευθείας επαφή και συνδιαλλαγή με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και των κομμάτων, έχουν μετατρέψει την ιεραρχία σε μαριονέτα, ευνοώντας πελατειακά δίκτυα και παράκεντρα εξουσίας.

Στο δίλημμα «ασφάλεια ή δικαιώματα», η ΕΛΑΣ απέρριψε και τα δύο, όντας ταυτόχρονα αναποτελεσματική και αυταρχική. Μια πολυάριθμη κοινωνική ομάδα, με την κοινωνία εχθρική απέναντί τους, δουλεύουν σε άθλιες συνθήκες και κακοπληρωμένοι. Στο πλαίσιο αυτό, απαξιώνεται κάθε έννοια επάρκειας, αξιολόγησης και λογοδοσίας. Τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα εμφανή στη διαχείριση πλήθους κατά τις διαδηλώσεις. Είναι εμφανή στη χρήση χημικών που δεν αποτελούν πλέον μέσο αντιμετώπισης όσων εκτρέπονται σε πράξεις βίας. Στην πράξη, αποδέκτης τους είναι ο γενικός πληθυσμός, οι ειρηνικοί διαδηλωτές και όποιος άλλος βρεθεί στην ακτίνα δράσης τους. Τα αποτελέσματα είναι εμφανή στις προληπτικές προσαγωγές που διενεργούνται σε νομικό κενό και χωρίς εγγυήσεις, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση και εξατομίκευση. Τα αποτελέσματα είναι εμφανή και στην αυξανόμενη ώσμωση κράτους και παρακράτους στην γκρίζα ζώνη γύρω από τις συγκεντρώσεις, στη στάση της αστυνομίας προς τη νεοναζιστική συμμορία.

Όλα αυτά γνωστά, σκοτεινά, διαρκώς εντεινόμενα. Εξ ου, πιεστικό το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή: Πώς αντιμετωπίζονται θεσμικά από την αντιπολίτευση; Πιστεύω πως η αντιμετώπιση πρέπει να είναι αποκλειστικά θεσμική.

Αυτό σημαίνει συστηματική κι επίμονη πίεση προς τους θεσμούς, αλλά και συνεργασία μαζί τους.
Σημαίνει πως οι βουλευτές στρέφονται πρώτα στη Βουλή και σφυροκοπούν την κυβέρνηση στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Σημαίνει πως απευθύνονται στη δικαιοσύνη και ζητούν να λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι.
Σημαίνει πως αξιοποιούν στο πλαίσιο αυτό αποδεικτικά στοιχεία για να τεκμηριώσουν το μέγεθος και τις πτυχές της όποιας εκτροπής.
Σημαίνει πως συνομιλούν θεσμικά με την ηγεσία της ΕΛΑΣ και με τους εκπροσώπους των αστυνομικών. Όχι για να υποσχεθούν ότι θα ικανοποιήσουν όλα τα κλαδικά τους αιτήματα, όπως συνήθως κάνουν. Αλλά για να τους καταστήσουν σαφές ότι η έλλειψη λογοδοσίας δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή. Εάν οι συνδικαλιστική ηγεσία συμφωνεί, να καθίσουν μαζί να επεξεργαστούν προτάσεις. Εάν όχι, να αποδοκιμαστεί.
Σημαίνει, επιπλέον, πως αξιοποιούνται καλές πρακτικές από το εξωτερικό.
Σημαίνει συνεργασία με εθνικούς και διεθνείς θεσμούς προστασίας των δικαιωμάτων για να καταδειχτεί ότι οι σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση της χώρας.

Προσοχή όμως. Θεσμική αντιμετώπιση δε σημαίνει ότι οι βουλευτές μετατρέπονται σε αυτόκλητο ελεγκτικό μηχανισμό. Οι βουλευτές δεν ζητάνε ταυτότητες. Οι βουλευτές δεν εμπλέκονται σε ένα λεκτικό ή άλλο bras de fer στον δρόμο με τα όργανα των κρατικών μηχανισμών. Οι βουλευτές δεν είναι εισαγγελείς. Οι βουλευτές δεν νοείται να παραγνωρίζουν τις λεπτές διαχωριστικές γραμμές.
Ένα εξωκοινοβουλευτικό σχήμα μπορεί να φωτογραφίζει αστυνομικούς που αυθαιρετούν και να αναρτά τις φωτογραφίες στο διαδίκτυο. Το ίδιο μπορεί να κάνει κι ένας δημοσιογράφος. Η τεκμηρίωση και δημοσιοποίηση της αυθαιρεσίας, στην περίπτωση αυτή, δικαιολογούνται ακόμα και αν κατηγορούνται πως ανοίγουν βεντέτα με τους αστυνομικούς. Η δημοσιοποίηση και τεκμηρίωση στην περίπτωση αυτή μπορούν να είναι δηλαδή αυτοσκοπός.
Δεν ισχύει το ίδιο για το κοινοβουλευτικό κόμμα που διεκδικεί την εξουσία. Αυτό μπορεί και οφείλει να τεκμηριώνει ενδεικτικά την αυθαιρεσία και να τη θέτει αποκλειστικά υπόψη των υπευθύνων φέρνοντάς τους ενώπιον των ευθυνών τους. Μπορεί δηλαδή να κάνει μια παράσταση προληπτική ή καταγγελτική προς τα θεσμικά όργανα. Όχι στα εκτελεστικά. Όταν ένα κοινοβουλευτικό κόμμα της Αριστεράς ξεχνάει αυτές τις γραμμές, σύντομα δυστυχώς αναγκάζεται να δηλώνει «Ναι, αλλά εμείς δεν αναποδογυρίζαμε πάγκους μικροπωλητών».

Είναι πολύ ελκυστικός ο ακτιβισμός του δρόμου. Συχνά είναι και αποτελεσματικός. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι είναι και θεσμικά ασφαλής. Τα θεσμικά κενά στη λειτουργία της αντιπολίτευσης, ιδίως υπό τις παρούσες συνθήκες και ιδίως σε ζητήματα προστασίας των δημοκρατικών δικαιωμάτων, τροφοδοτούν την ανιστόρητη και ολέθρια θεωρία των όμοιων άκρων και βγάζουν την αξιωματική αντιπολίτευση στη σέντρα αυτής της θεωρίας.