Ο πρώτος, ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ, προσήλθε στο αστυνομικό τμήμα στην αγκαλιά σχεδόν των βουλευτών της Χρυσής Αυγής, για να καταθέσει μήνυση κατά των συντελεστών θεατρικού έργου. Ο δεύτερος, ο Κονίτσης και Πωγωνιανής Ανδρέας, ευλόγησε στο Γράμμο τα «καλά αυτά παιδιά, τα αγωνιστικά, με τις μαύρες μπλούζες». Ο τρίτος, ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας και Καλαβρύτων Αμβρόσιος, αυτοναγορεύτηκε image maker της οργάνωσης: «Εάν αποφύγετε κάποιες ανωφελείς ακρότητες του νεοφώτιστου, αν τροποποιήσετε το στύλ, που εφαρμόζετε, αν ωριμάσετε, μπορείτε να καταστήτε μια γλυκειά ελπίδα για τον απελπισμένο πια Πολίτη και μια ήρεμη δύναμη στο σαπισμένο πια πολιτικό σύστημα».

Πολλοί αντιμετωπίζουν τους προαναφερθέντες σαν μεμονωμένες γραφικές περιπτώσεις. Όμως οι τελευταίοι ασκούνται συστηματικά σε μια ακραία ρητορική μίσους που δεν έχει το όμοιό της σε χώρα της Ευρώπης. Ο λόγος τους απέχει πολύ από τις αρχές της θρησκείας που εκπροσωπούν. Απαξιώνει συστηματικά την αξία του ανθρώπου. Στρέφεται με μένος κατά ομάδων (Εβραίων, μουσουλμάνων, ομοφυλοφίλων, κομμουνιστών) και κατά μεμονωμένων προσώπων (ακόμα και του Έλτον Τζον ή του Στίβεν Χόκινγκ, του οποίου η αναπηρία, κατά τον Πειραιώς, ευθύνεται για τον σκεπτικισμό του απέναντι στο θείο!). Η αδιαφορία θα άρμοζε στους φορείς αυτού του λόγου μόνο αν επρόκειτο για κάποιους γηραιούς γραφικούς στο καφενείο του χωριού. Από τη στιγμή όμως που χρησιμοποιούν την ισχύ της θέσης τους για να δηλητηριάσουν την κοινωνία με παραληρήματα μίσους, τα πράγματα αλλάζουν. Όταν μάλιστα ενσταλάζουν μίσος ως δημόσιοι υπάλληλοι (αμειβόμενοι από όλους, πιστούς και μη, ακόμα και από όσους πλήττει η ρητορική τους), τότε δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με συγκατάβαση ή αδιαφορία.

Η Εκκλησία διαθέτει διαδικασίες και παράδοση αιώνων. Ελπίζουμε λοιπόν ότι θα βρει τον τρόπο να χειριστεί αποφασιστικά και αποτελεσματικά όσους ιεράρχες «ερωτοτροπούν» με νοσταλγούς εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Ιδίως σε μια περίοδο που ο νεοναζισμός ενδύεται χριστιανικό μανδύα και αντλεί ψήφους και δύναμη από τους πιστούς, τέτοιοι ιεράρχες μετατρέπονται σε Δούρειο Ίππο. Είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας, όχι μόνο για την κοινωνία συνολικά αλλά και για την Εκκλησία ειδικότερα, να ορθωθεί τείχος απέναντί τους. Ειδάλλως, η Εκκλησία θα βρεθεί να απολογείται μερικές δεκαετίες αργότερα. Όπως ακριβώς απολογήθηκε για τη στάση της στη διάρκεια της δικτατορίας.

Η έλλειψη κοινής δημόσιας θέσης της Ιεραρχίας δεν δικαιολογείται με την επίκληση πολιτικής ουδετερότητας. Δεν συζητάμε την ανάμιξη της Εκκλησίας στους κομματικούς ανταγωνισμούς αλλά μια θεμελιώδη αξιακή της τοποθέτηση. Μια τέτοια τοποθέτηση κατά όσων πλήττουν τις αξίες του ουμανισμού και του παγκόσμιου πολιτισμού θα ισοδυναμεί με καταδίκη της αφροσύνης όσων επιδιώκουν να σύρουν την Εκκλησία στην πλευρά της ρατσιστικής βαρβαρότητας και της εξαχρείωσης. Η αντίθεση στον νεοναζισμό και τον παγανισμό δεν αποτελεί ανάμιξη στην πολιτική αλλά ζωτικό χρέος για έναν θεσμό με το πνευματικό και κοινωνικό εκτόπισμα της Εκκλησίας.

Και για όσους αμφιβάλλουν, αντιγράφουμε από επίσημα κείμενο της Χρυσής Αυγής: «Μακροπρόθεσμος στόχος της Εθνικοσοσιαλιστικής Επαναστάσεως ήταν ο εξοβελισμός των ιουδαιοχριστιανικών δογμάτων και η αντικατάστασή τους από μια εθνικιστική, παγανιστική κοσμοθεωρία». Αυτό παραβλέπουν όσοι μητροπολίτες δηλώνουν δημόσια υποστήριξη ή ανοχή στο νεοναζιστικό μόρφωμα και όσοι ιερείς τελούν αγιασμούς στα γραφεία του μορφώματος αυτού. Από αυτά τα γραφεία θα ξεχυθούν οργανωμένες ομάδες για να τελέσουν εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, επιθέσεις και επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Πώς θα αντιδρούσε η Εκκλησία εάν ιερείς της τελούσαν αγιασμούς σε κρυσφήγετα της Μαφίας ή εύχονταν «καλή επιτυχία» στο Συνδικάτο του Εγκλήματος; Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

Είναι εξαιρετικά παρήγορη η αντίδραση των ιεραρχών που δήλωσαν ότι οι ξενοφοβικές ιδέες δεν έχουν θέση στο χώρο της εκκλησίας η οποία δεν χρειάζεται αυτόκλητους προστάτες. Η αντίδραση φανερώνει επίγνωση της βαθιάς ιστορικότητας που χαρακτηρίζει τη σημερινή συγκυρία. Συμβαδίζει με την παράδοση της Εκκλησίας που έχει από πολλών ετών καταδικάσει τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση. Δείχνει επίγνωση του γεγονότος πως το νεοναζιστικό μόρφωμα με τις παγανιστικές ιδέες και την προβιά του Ελληνοχριστιανισμού βρίσκεται ήδη στο εσωτερικό της εκκλησίας. Στο ενδοεκκλησιαστικό bras de fer, οι Χριστιανοί πρέπει οπωσδήποτε να επικρατήσουν.