«Δεν χρειάζεται κάθοδος στον στίβο της πολιτικής, δεν εννοώ με τον τρόπο αυτό την στράτευσή μου. Στο μέλλον, όμως, μπορεί να αναλάβω ευθύνες», δήλωσε ο πρωθυπουργός Μάριο Μόντι. Δήλωσε δηλαδή διαθέσιμος για μια πρωθυπουργία χωρίς τη βάσανο των εκλογών. Συμβατή η δήλωσή του με τις δημοσκοπικές καταγραφές στην Ελλάδα. Οι Έλληνες, ερωτώμενοι για τα πρόσωπα που θα ήθελαν στην κυβέρνηση απαντούν πως το 32% θέλει νέα πολιτικά πρόσωπα, το 23% τεχνοκράτες και το 24% ακαδημαϊκούς καθηγητές. Θα ανέθεταν θέσεις-κλειδιά της κρατικής μηχανής σε καταξιωμένους επαγγελματίες (23,8%), τεχνοκράτες (20,1%), ακαδημαϊκούς δασκάλους και πνευματικούς ανθρώπους (20,5%), και νέους πολιτικούς (13,9%). (Πηγή: έρευνα της Marc για το Έθνος).

Ευλόγως ο κ. Στουρνάρας φαίνεται προτιμότερος για τη θέση του υπουργού από επαγγελματίες πολιτικούς, εξαρτημένους από τις πατρωνίες που οι ίδιοι καλλιέργησαν. Λογικό ο κ. Πικραμένος ή ο κ. Παπαδήμος να φαίνονται προτιμότεροι από πρωθυπουργούς που βούλιαξαν σε θάλασσες πολιτικής δειλίας, απύθμενης αδράνειας και προκλητικής ανικανότητας.

Όμως παραβλέπουμε, απηυδισμένοι και φοβισμένοι, πως οι δημοφιλείς τεχνοκράτες είναι δημοφιλείς, μεταξύ άλλων, επειδή ποτέ δεν αντιμετώπισαν όσα τσάκισαν τους προκατόχους τους. Δεν μπήκαν στη διαδικασία να πείσουν προεκλογικά. Δεν αντιπαρέβαλε κανείς τις παλιές εξαγγελίες τους με την μετεκλογική πρακτική τους. Δε χρειάστηκε να συνθέσουν αντικρουόμενα συμφέροντα, να συγκροτήσουν κοινωνικές συμμαχίες, να δουν τις μυλόπετρες της κοινωνικής σύγκρουσης να αλέθουν το πολιτικό τους κεφάλαιο. Άδικη λοιπόν η σύγκριση τεχνοκρατών και πολιτικών. Διπλά άδικη όταν παραβλέπεται πως και η τεχνοκρατική αριστεία έχει τα όριά της. Για παράδειγμα, πολλές προηγούμενες προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας κάποιων τεχνοκρατών, σημερινών υπουργών, προκαλούν πικρό γέλιο με την αστοχία τους.

Ο κυρίαρχος λόγος απορρίπτει όποιον επικαλείται το πολιτικό κόστος. Ως φόβος του πολιτικού κόστους βαφτίζονται συλλήβδην τα πάντα. Ευτελής φυσικά ο φόβος του πολιτικού κόστους όταν αφορά στην ομηρία από συντεχνιακά συμφέροντα. Αδικαιολόγητα ονομάζεται όμως πολιτικό κόστος ο παραμικρός δισταγμός μπροστά στην ολοσχερή κοινωνική αποδιάρθρωση.

Εντέλει, ποιος μπορεί να αγνοεί το πολιτικό κόστος; Μα μόνο όποιος δε λογοδοτεί στο πολιτικό σώμα ως πολίτης και πολιτικός. Μόνο όποιος δε λογοδοτεί ούτε στο κοινωνικό σώμα, ως κομμάτι κι ο ίδιος μιας καθημαγμένης κοινωνίας. Άρα, μόνο όποιος δε χρειάζεται δημοκρατική νομιμοποίηση. Αποτελεσματικός τεχνοκράτης υπουργός στα μάτια της κοινής γνώμης είναι ο μιντιακά παντοδύναμος. Εκείνος που παρακάμπτει τα κόμματα, τους άλλους υπουργούς, ακόμα και τον εντολοδόχο πρωθυπουργό. Από πού όμως αντλεί την εξουσία του; Από την εμπιστοσύνη του λαού; Μα δεν εκτέθηκε στη δοκιμασία της λαϊκής ψήφου. Μήπως από την επιστημοσύνη του; Μα αυτή αποτελεί εχέγγυο λαϊκής εμπιστοσύνης μόνο αν ο φορέας της την έθετε πάντα στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος. Μόνο αν υπήρξε σταθερά και αδιάλειπτα πνευματικός άνθρωπος και ταυτόχρονα ενεργός πολίτης. Μόνο αν δεν απέφυγε ποτέ τη λογοδοσία και τα φώτα του δημόσιου στίβου.

Ακούω τον αντίλογο: Μας λες λοιπόν, την ώρα που βουλιάζουμε, πως δε χρειάζονται τεχνοκράτες; Φυσικά και χρειάζονται. Φυσικά και η αντιπρόταση αυτού του άρθρου δεν είναι ο αιώνιος Μαυρογυαλούρος. Όμως είναι ένα πράγμα η ελεγχόμενη συντεταγμένη ανάθεση της εποπτείας σημαντικών τομέων της εκτελεστικής εξουσίας και της διοίκησης σε ειδικούς και άλλο πράγμα η υποχώρηση της πολιτικά υπεύθυνης, εκλεγμένης και λογοδοτούσας εξουσίας. Ειδάλλως, αποδεχόμαστε τη δυσοίωνη προοπτική ενός μέλλοντος με Σύνταγμα, Βουλή και κυβέρνηση όπου όμως μετά τις εκλογές πρόσωπα και πολιτικές μπορούν να αλλάζουν, αρκεί να τοποθετούνται στις κατάλληλες θέσεις κατάλληλοι τεχνοκράτες με κατάλληλες διεθνείς διασυνδέσεις.

Επιστρέφουμε στην Ιταλία: περιττό να ειπωθεί πως ο Μόντι είναι σοβαρότερος και καταλληλότερος από τον θλιβερά μπουφόνικο Μπερλουσκόνι. Φτάνει αυτό; Διαβάζουμε πως στην ατζέντα του Μόντι περιλαμβάνεται η «μείωση του συνολικού κόστους της πολιτικής και η δυνατότητα να λαμβάνονται αποφάσεις που να μπορούν να εξυπηρετούν μακρόπνοα την χώρα». Η μαγεία αυτών των λέξεων απαιτεί διπλή εγρήγορση. Γιατί η μείωση του κόστους της πολιτικής είναι επικίνδυνα κοντά στη μείωση του πεδίου επιρροής της. Και η υπέρβαση του πολιτικού κόστους είναι πολύ κοντά στην υπέρβαση της ίδιας της πολιτικής νομιμοποίησης.