Το μεγαλύτερο μέρος των πρόσφατων επικρίσεων κατά του κυβερνητικού εκπροσώπου εστιάστηκε στην από μέρους του παρουσίαση συρραμμένων και αλλοιωμένων δηλώσεων βουλευτή της αντιπολίτευσης. Πέρασε έτσι στα ψιλά η ταυτόχρονη προσπάθειά του να συνδέσει την έκρηξη στο εμπορικό κέντρο The Mall με τις δηλώσεις του ίδιου βουλευτή που αναφέρθηκε στον αυθαίρετο χαρακτήρα του κτιρίου.
Θεωρώ το δεύτερο αντίστοιχης βαρύτητας ατόπημα με την αλλοίωση οπτικοακουστικού υλικού. Για δυο πολύ απλούς λόγους.

Πρώτον, στοχοποιείται η άσκηση κριτικής με το επιχείρημα ότι η ίδια στοχοποιεί τα αντικείμενά της. Υποστηρίζεται δηλαδή ότι δεν πρέπει να χαρακτηρίζει κανείς το «The Mall» ως το μεγαλύτερο αυθαίρετο της Ευρώπης για να μην πάει κάποιος τρομοκράτης και το ανατινάξει. Όμως πολλοί έχουν επισημάνει τις αμφισβητούμενες διαδικασίες που επέτρεψαν την ανέγερση του αμφισβητούμενου κτιρίου με ευθύνη πρωτίστως Σημίτη και Βενιζέλου, μεσούσης της προολυμπιακής παραζάλης. Μπορούν να θεωρηθούν συλλήβδην εμπνευστές των βομβιστών; Ανάμεσά τους κι ο πρώην πρωθυπουργός κ. Καραμανλής, που κατακεραύνωνε παλιότερα, σε καιρούς προεκλογικής μεγαλοστομίας, τις διαδικασίες αυτές ως δείγμα συναλλαγής με τον Όμιλο Λάτση (δυστυχώς ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι ως πρωθυπουργός). Μπορεί να θεωρηθεί κι αυτός συνοδοιπόρος τρομοκρατών;

Διότι, αν ακολουθήσουμε το νήμα της σκέψης του κυβερνητικού εκπροσώπου, οφείλουμε όλοι εκ των προτέρων να αυτολογοκρινόμαστε όταν μας κυριεύει η ανίερη διάθεση στιγματισμού της διαπλοκής. Ειδάλλως κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε πως η κριτική μας αποτελεί ένα ιδιότυπο νεύμα παρότρυνσης των τρομοκρατών. Και πηγαίνοντας τη σκέψη πιο πέρα, μια βόμβα, ένα γκαζάκι ή μια στρακαστρούκα στα σκαλιά ενός διαπλεκόμενου ή διεφθαρμένου παράγοντα της δημόσιας ζωής πρέπει να σταματά την σε βάρος του κριτική; Κάτι τέτοιο ξυπνά κακές και συνωμοσιολογικές σκέψεις. Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου…

Η λογική του κυβερνητικού εκπροσώπου φέρνει στον νου μιαν άλλη αντίστοιχη περίπτωση. Προ ετών, ο κ. Βουλγαράκης υποστήριξε πως η στοχοποίησή του από πολιτικούς αντιπάλους προκάλεσε την έκρηξη βόμβας κοντά στο σπίτι του. Θυμίζουμε πως επί των ημερών του έλαβαν χώρα η σκοτεινή απαγωγή των Πακιστανών και το σκάνδαλο των υποκλοπών (οι καταγγελίες για εμπλοκή του σε οικονομικά σκάνδαλα ήρθαν αργότερα). Όσοι είχαν ασκήσει οξεία κριτική στον κ. Βουλγαράκη, επειδή εντός του πεδίου της πολιτικής του ευθύνης διαπράχτηκαν παράνομες πράξεις και ευθείες παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου, βρέθηκαν έτσι να κατηγορούνται ότι έφεραν τις βόμβες στην αυλή του. Το ίδιο κάνει σήμερα ο κ. Κεδίκογλου. Παραβλέπει όμως πως έτσι φτάνει η δημοκρατία μας να αναγορεύει τους ένοπλους εχθρούς της σε ρυθμιστές της έντασης και του εύρους της επιτρεπόμενης κριτικής.

Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που καθιστά την τοποθέτηση Κεδίκογλου ατόπημα ολκής. Είναι αδιανόητο αξιωματούχος της κυβέρνησης να συνδέει το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελεύθερη γνώμη, ιδίως στο πλαίσιο της λειτουργίας οποιουδήποτε βουλευτή, με τις βόμβες. Παραβλέπει έτσι ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης πως η γενικευμένη υιοθέτηση μιας τέτοιας άποψης θα αποτελούσε περιφανή νίκη της σκοτεινής βίας. Η λογική ακροβασία που συνδέει ευθέως την κριτική με τη βόμβα είναι θείο δώρο για τους θιασώτες της τυφλής βίας. Στην προέκτασή της σημαίνει πως η δημοσιοποίηση μιας αποδεδειγμένης ή ενδεχόμενης παρανομίας, η δημόσια καταγγελία από μια κίνηση πολιτών, η κοινοβουλευτική παρέμβαση ενός βουλευτή ή ενός κόμματος, ακόμα και το πόρισμα ενός εισαγγελέα ελέγχονται γιατί ενδέχεται να οπλίσουν έναν τρομοκράτη.

Τίθεται λοιπόν ευθέως το ερώτημα: όταν σε καιρό δημοκρατίας ο αυτόκλητος τιμωρός τοποθετεί μια βόμβα για να εκφράσει την υποτιθέμενη (στο μυαλό του) λαϊκή βούληση, όσοι είχαν ασκήσει κριτική στο θύμα της τυφλής βίας γίνονται συνένοχοι; Όσοι συνεχίζουμε να μιλάμε για το φαραωνικό αυθαίρετο στο Μαρούσι -ακόμα και οι δικαστές του ΣτΕ που εξετάζουν τη νομιμότητά του- γινόμαστε λάτρεις της βίας; Επικίνδυνη ατραπός κ. Κεδίκογλου αυτή που ανοίγετε. Φυσικά η ανυπόκριτη καταδίκη της βίας πρέπει να αποτελεί κοινό τόπο για όλες τις δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου. Όμως η πυρετική εμμονή στην απόσπαση πιστοποιητικών καταδίκης της βίας δηλητηριάζει τη δημοκρατία και δεν πείθει για την αγνότητα των προθέσεων όσων επιδίδονται σε αυτή.