Η ένοπλη βία απειλεί τη δημοκρατία και πρέπει να αντιμετωπίζεται με αποφασιστικότητα. Οι συλληφθέντες της Κοζάνης θα κριθούν από την ελληνική δικαιοσύνη και θα αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Αποτελεί λοιπόν αναντίρρητα επιτυχία των διωκτικών αρχών η σύλληψή τους. Η πραγματικότητα όμως δεν επιτρέπει να περιοριστούμε στην αυτονόητη καταδίκη της εγκληματικής δράσης τέτοιων ομάδων και στα συγχαρητήρια προς τους διώκτες τους. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδικαιολόγητη εθελοτυφλία, γιατί μετά τις συλλήψεις γίναμε όλοι μάρτυρες μιας εκτροπής από τη νομιμότητα.

Κατά πρώτον, είχαμε την ανάρτηση των φωτογραφιών των τεσσάρων νεαρών κατηγορουμένων. Έχει πολλές φορές επισημανθεί πως η δημοσίευση φωτογραφιών προσώπων τα οποία έχουν ήδη συλληφθεί και είναι στη διάθεση των Αρχών υπερβαίνει την αρχή της αναλογικότητας και προσβάλλει το τεκμήριο της αθωότητας και την προσωπικότητα του υποδίκου, στιγματίζοντάς τον ως εγκληματία ήδη από την προδικασία (βλ. ανακοίνωση Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου 4/2). Η δημοσίευση αυτή θα μπορούσε εν μέρει και υπό αυστηρές προϋποθέσεις να δικαιολογηθεί από την ανάγκη εξιχνίασης εγκλημάτων. Δυστυχώς όμως αποτελεί πλέον συνήθη πρακτική η πανελλήνια διαπόμπευση υπόπτων και μάλιστα με τρόπο που να υπονοεί ότι το μέσον, δηλαδή η δημοσιοποίηση των στοιχείων και των φωτογραφιών, έχει καταστεί αυτοτελής σκοπός.

Κατά δεύτερο, η εξαιρετικά αμφιλεγόμενη δημοσιοποίηση πραγματοποιείται επιπλέον με τρόπο ιδιαίτερα επιλεκτικό. Δεν εφαρμόστηκε το ίδιο μέτρο σε περιπτώσεις εγκλημάτων που αφορούσαν την αφαίρεση ζωής και όπου η δημοσίευση ίσως συνέβαλλε στην εξιχνίαση άλλων εγκληματικών πράξεων από τους ίδιους δράστες. Κραυγαλέα παραδείγματα αποτελούν ο κατηγορούμενος για το βιασμό και την ειδεχθή ανθρωποκτονία της Ξάνθης και οι δύο δράστες (με ακροδεξιές διασυνδέσεις) της δολοφονίας του Πακιστανού. Για να το πούμε πιο απλά, κανένας εισαγγελέας δεν προέκρινε την εξιχνίαση παρόμοιων εγκλημάτων με πιθανό ρατσιστικό κίνητρο και πιθανόν τους ίδιους δράστες. Έτσι, ουδείς διέταξε να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία δυο προσώπων που ομολόγησαν πως δολοφόνησαν έναν μετανάστη και υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για νεοναζιστικές διασυνδέσεις τους. Άρα, η προστατευτική επιλεκτικότητα βοά και γεννώνται υποψίες ότι το κριτήριο της δημοσιοποίησης ή της μη δημοσιοποίησης μπορεί να είναι άλλο από αυτό που ο νόμος προβλέπει.

Κατά τρίτον, είχαμε τα εμφανέστατα σημάδια κακοποίησης στα πρόσωπα των συλληφθέντων. Με τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών τους η ΕΛΑΣ κατ’ ουσίαν προέβη σε μια κυνική ομολογία: οι άνθρωποι αυτοί βασανίστηκαν ενώ βρίσκονταν στα χέρια της. Δυστυχώς, όλοι όσοι είδαν τις φωτογραφίες αντελήφθησαν αυτήν την κυνική ομολογία. Μοναδικές θεσμικές εξαιρέσεις η ελληνική δικαιοσύνη και η ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που έσπευσε να αποφανθεί ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος διερεύνησης του ζητήματος, παρά τις ρητές καταγγελίες από συγγενείς κρατουμένων περί ξυλοδαρμού και βασανιστηρίων. Σημειωτέον ότι το ηλεκτρονικό ρετούς των φωτογραφιών δικαιολογήθηκε με τη φράση «για να μπορούν να αναγνωριστούν οι δράστες». Με απλά λόγια, στα χέρια των αρχών είχαν γίνει αγνώριστοι. Χρειάστηκε μεγάλη δημόσια κατακραυγή για να υπάρξει ενεργοποίηση της δικαιοσύνης και να συγκλίνει και το αρμόδιο υπουργείο στην κατεύθυνση της διερεύνησης.

Έχουμε και άλλοτε αναφερθεί στις επανειλημμένες καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τη συστηματική και δομική συγκάλυψη και ατιμωρησία αστυνομικών οργάνων για υποθέσεις βασανισμών και αδικαιολόγητης βίας. Έχουμε και άλλοτε καταγράψει τις εκθέσεις διεθνών οργάνων και οργανισμών που τεκμηριώνουν την οργανική σχέση τμημάτων των σωμάτων ασφαλείας με την αυθαιρεσία. Όλα αυτά αποτελούν σημαντικό έλλειμμα της χώρας και απόκλιση από το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Με την έννοια αυτή, η συστηματική έκνομη βία της αστυνομίας, η ατιμωρησία των οργάνων της και η πολιτική κάλυψη στα φαινόμενα αυτά ευθέως θέτουν ζήτημα δημοκρατικής νομιμότητας και αμφισβητούν την προσήλωση της χώρας στον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό.

Μια τελευταία παρατήρηση. Μετά την τραγωδία στη Νορβηγία, ο Πρωθυπουργός της χώρας έσπευσε να διακηρύξει πως η μόνη απάντηση στη βία του νεοναζί δολοφόνου Μπρέιβικ θα μπορούσε να είναι περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη ανθρωπιά και ανοιχτή σκέψη. Δυστυχώς, η Ελλάδα δεν είναι Νορβηγία. Εδώ πολλοί είναι διατεθειμένοι να δεχτούν τεράστιες εκπτώσεις στον σεβασμό των δικαιωμάτων και ρήγματα στο θεσμικό οικοδόμημα προστασίας τους στο όνομα της ασφάλειας. Όμως η ασφάλεια δεν είναι ένας αφηρημένος στόχος που σχετίζεται «αστυνομικά και αποκλειστικά» με τη δημόσια τάξη. Η ασφάλεια είναι δικαίωμα όλων και δεν μπορεί να επιτυγχάνεται με αυθαιρεσία, βία και αυταρχισμό. Η ολιγωρία της Δικαιοσύνης και ο πολιτικός στραβισμός δεν δικαιολογούνται.