Το διοικητικό συμβούλιο της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σε συνεδρίασή του, της 7ης Φεβρουαρίου 2013, εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση

Το λόγο πάλι έχει ο κυρίαρχος λαός δια των αντιπροσώπων του:
εκεί που πρέπει να λαμβάνονται οι αποφάσεις για την ιθαγένεια

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκφράζει την απογοήτευση και ανησυχία της για την απόφαση 460/2013 του Συμβουλίου Επικρατείας σχετικά με τη συνταγματικότητα της κτήσης ελληνικής ιθαγένειας λόγω γέννησης ή φοίτησης. Η απόφαση αυτή καθιστά το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο παράγοντα επίτασης των κοινωνικών αδιεξόδων σε μια δύσκολη στιγμή για τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας.

Στον ίδιον ολισθηρό δρόμο που είχε χαράξει η προηγηθείσα απόφαση 350/2011 του δ΄ τμήματος, η πλειοψηφία της ολομέλειας φρόντισε μεν να αποφύγει τις λεκτικές ακρότητες, εξακολουθεί όμως να προσκολλάται σε ιδεοληπτικές αντιλήψεις, δογματίζοντας ότι τα έθνη και οι λαοί «δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα», η οποία φέρεται να προϋποθέτει σωρευτικά «σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα με μακρά παράδοση, στοιχεία τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά», οπότε θα διαταρασσόταν από ενδεχόμενη «προσθήκη απροσδιορίστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως».

Υπεισερχόμενη, μάλιστα, ακόμη και σε ποσοτικές αποτιμήσεις που προσιδιάζουν σε κοινωνικό λειτουργό, όπως στο σκεπτικό ότι «η φοίτηση σε ελληνικό σχολείο και μάλιστα μόνον επί μια εξαετία δεν εγγυάται την επιζητούμενη ένταξη», η πλειοψηφία της ολομέλειας μετουσιώνει πολιτικές αντιλήψεις σε συνταγματικές αποφάνσεις καθ’ υπέρβαση των ορίων αρμοδιότητας της δικαστικής εξουσίας, κάτι που καίρια επισημαίνει η μειοψηφία των 13 μελών.

Πάρα ταύτα, είναι γεγονός ότι η ίδια η απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας επιτρέπει στο νομοθέτη να περισώσει –εφόσον το θελήσει– θεμελιώδεις επιλογές του νόμου 3838/2010, κυρίως εφόσον η ολομέλεια δεν ακολούθησε την εισήγηση του δ’ Τμήματος στο ζήτημα της κτήσης της ιθαγένειας «κατόπιν εξατομικευμένης κρίσεως» στην ενηλικίωση. Αυτό είναι κεκτημένο: η ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρά τις παλινδρομήσεις, δεν βλέπει στο δίκαιο του αίματος το συνταγματικό μονόδρομο που οι νεόκοποι εκπρόσωποι του ελληνικού φυλετισμού –δικαστές και μη– θελήσανε.

Το λόγο τώρα έχει ο νομοθέτης. Ο μόνος πολιτειακά αρμόδιος. Ο αγώνας για την ολοκλήρωση της θεσμικής συμμετοχής όλων των πραγματικών συμπολιτών μας στον οποίο πρέπει να συμμετάσχουν όσοι αντιτάσσονται στο ρατσισμό που δηλητηριάζει τα θεμέλια της κοινωνίας μας, είναι, εντέλει, (και) εθνικός.