Ο ευρύς δημόσιος σχολιασμός για την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ για την ιθαγένεια των μεταναστών εστιάζεται στο ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης αλλά και στην αποτίμηση του ρόλου τον οποίο επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαστήριο. Αποτολμώντας μια πρώτη προσωπική εκτίμηση, θα λέγαμε ότι η απόφαση ενδεχομένως να μην δικαιολογεί τις ουρανομήκεις ιαχές ορισμένων πολέμιων του ισχύοντος νόμου για την ιθαγένεια. Ο ενθουσιασμός τους αντιστοιχεί περισσότερο στις προηγούμενες διαρροές της απόφασης, μένει όμως να αποδειχθεί εάν θα επιβεβαιωθεί από τις επόμενες εξελίξεις για το ζήτημα της ιθαγένειας.

Η απόφαση είναι πάντως προφανέστατα αρνητική. Εμβληματική η διατύπωση του δικαστηρίου πως τα έθνη και οι λαοί «δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα», η οποία φέρεται να προϋποθέτει σωρευτικά «σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα με μακρά παράδοση, στοιχεία τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά», που θα διαταρασσόταν από «προσθήκη απροσδιορίστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως». Εκπλήσσει η διεκδίκηση από το δικαστήριο ενός ρόλου «υπεριστορικού σοφού γέροντα», ο οποίος υπερίπταται της ζώσας κοινωνίας και συνομιλεί απευθείας με την Ιστορία. Επιλέγει μια (στενή και πάντως συζητήσιμη, όπως κάθε άλλη) θεωρητική προσέγγιση της έννοιας του έθνους, την αναγορεύει σε αυθεντική και αυτονόητη επιχειρώντας να την αναγάγει σε συνταγματική επιταγή.

Η εμφατική εμμονή στην μία και μόνη αντίληψη περί έθνους οδηγεί το δικαστήριο και σε μια ιδιότυπη πρόσληψη των σχέσεων του ατόμου με την κοινότητα. Οι γνωστοί δεσμοί (πολιτικοί, συνειδησιακοί, κοινωνικοί, νομικοί και άλλοι) που θεμελιώνουν την κοινωνική συνύπαρξη οφείλουν να υποχωρούν (προφανώς ως ατελείς σπόνδυλοι) μπροστά σε ό,τι το δικαστήριο αντιλαμβάνεται ως γνήσιους δεσμούς με το έθνος. Έτσι όμως η όλη προβληματική για την κτήση ιθαγένειας εκτοπίζεται από το πολιτικό και πολιτειακό επίπεδο σε ένα άλλο πεδίο που οφείλει πρωτίστως να προκαλεί μεταφυσικό δέος και φόβο. Κυριαρχεί η έννοια της κληρονομικότητας, ως μόνης οδού που οδηγεί στη σφυρηλάτηση γνήσιων δεσμών με το έθνος, ενώ κάθε άλλη οδός μπορεί να νοείται μόνο ως εξαίρεση.

Η απόφαση γεννά συγκεκριμένες απορίες. Ενδεικτικά: απέχει η θέση του δικαστηρίου από τα ισχύοντα για τους ομογενείς που λαμβάνουν την ιθαγένεια ακόμα και μετά από πολλές γενιές, ακόμα και όταν δεν γνωρίζουν ελληνικά. Προφανώς οι ελληνοαμερικανοί τέταρτης γενιάς κολυμπούν για πάντα σε μια θάλασσα ελληνικότητας. Απέχει η θέση του για την ψήφο των αλλοδαπών στις τοπικές εκλογές από τα ισχύοντα για τους κοινοτικούς πολίτες. Προβληματική η θέση του για το ζήτημα της εκπαίδευσης εκείνης που απαιτείται για να τεκμαίρεται η οικοδόμηση γνήσιων δεσμών με το έθνος. Το δημοτικό σχολείο δεν αρκεί (αφού τα έθνη «δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι») αλλά υπονοείται πως αν προστεθεί και το γυμνάσιο τότε οι σπόνδυλοι αυξάνονται…

Οι ιδεολογικές προτιμήσεις των δικαστών συνιστούν βέβαια αναφαίρετο δικαίωμά τους. Όμως η πλειοψηφία της ολομέλειας μετουσιώνει πολιτικές αντιλήψεις σε συνταγματικές αποφάνσεις καθ’ υπέρβαση των ορίων αρμοδιότητας της δικαστικής εξουσίας, όπως επισημαίνει η μειοψηφία των 13 μελών. Το λόγο λοιπόν τώρα έχει ο νομοθέτης. Οι μόνοι πολιτειακά αρμόδιοι, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού, θα αποφανθούν και πάλι για αυτό το μείζον πολιτικό και πολιτειακό –και όχι νομικό- ζήτημα.

Εκείνοι θα επιλέξουν εάν τάσσονται με τη συντεταγμένη συμπερίληψη ή με μεταφυσικής αφετηρίας μηχανισμούς αποκλεισμού. Εκείνοι θα επιλέξουν. Αντιλαμβάνονται το έθνος ως μια, συγκεκριμένη μεν αλλά διαρκώς συγκροτούμενη, κοινότητα, ζωντανή στον χρόνο και τον χώρο; Ή συντάσσονται με την άποψη του ΣτΕ που, μόνο αυτό, πρόλαβε να απαθανατίσει τη χαμένη στο χρόνο στιγμή της συγκρότησης του Ελληνικού έθνους και εννοεί να αποβάλει ό,τι αποκλίνει από αυτή; Η επιλογή συμπυκνώνεται στο σημειακό ζήτημα της ιθαγένειας των παιδιών των μεταναστών, των συμμαθητών των δικών μας παιδιών. Στην επιλογή αυτή οι δυνάμεις της συμπερίληψης θα κληθούν να υπερβούν εαυτούς και αλλήλους. Πρέπει να το κάνουν αφήνοντας στην άκρη μνημονιακού ή άλλου τύπου τομές. Πρέπει να καταστήσουν σαφές ότι όσοι επιμένουν στον δρόμο του αποκλεισμού θα χρειαστούν ως συνοδοιπόρους τους νεοεκλεγμένους θιασώτες του εθνοφυλετικού μίσους.