Επόμενη μέρα και ακόμα να φύγει η γεύση του εμετού. Άνοιξε η σχάρα του υπονόμου και γέμισε το δικαστήριο μυώδη λύματα. Με σκούφους μέχρι τα μάτια όρθιοι απέναντι στην έδρα, με γάντια, με φουλφέις. Ένα διαρκές απειλητικό κυνήγι eye contact, ένα ατέλειωτο «θα τα πούμε έξω».

Αφού το δικαστήριο δέχτηκε να δικάσει σε αυτή την αίθουσα, η απόφαση ήταν προδιαγεγραμμένη από τις 9 το πρωί, όταν ξεκίνησε να δικάζει άλλη υπόθεση. Σε αυτή την αίθουσα, απλούστατα ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΣΙΔΙΑΡΗ. Αν η καταδίκη ήταν μια πιθανότητα, η διαδικασία θα είχε μεταφερθεί αλλού. Απέναντι σε 150 νεάτερνταλ μόνο αθώωση μπορούσε να αρθρωθεί. Τουλάχιστον από αυτό το ψοφοδεές δικαστήριο, όπως το είδαμε χτες. Απλά πράγματα.

Και κάτι –εκτός από σεβασμό- για την ηρωική μάρτυρα κατηγορίας που πέρασε χτες τα πάνδεινα και τον παθόντα που έμεινε να αναρωτιέται εάν όντως δέχτηκε επίθεση. Ήταν σαφές το μήνυμα που έστειλαν οι δικαστικές αρχές χτες: κανείς ποτέ να μη διανοηθεί να στραφεί δικαστικά κατά των νεοναζί, κανείς να μην πάει μάρτυρας εάν δει τα εγκλήματά τους.

Οι ένοχα σκυφτοί ώμοι του Εισαγγελέα καθώς πρότεινε την αθώωση «αφού η ΧΑ αξάλλου καταδικάζει τη βία» και το τραύλισμα του τρομοκρατημένου Προέδρου τη ώρα της ετυμηγορίας είχαν την αποφορά πτώματος σε αποσύνθεση, του πτώματος της ελληνικής Δικαιοσύνης