Δεχόμαστε καλόπιστα ότι η πολυπόθητη ανάπτυξη και η ανάκαμψη θα ξεκινήσουν από τα ορυχεία χρυσού και χαλκού στις Σκουριές της Χαλκιδικής. Δεχόμαστε ότι το τίμημα που κατέβαλε η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός για τη γη που της παραχωρήθηκε ήταν εύλογο (11.000.000 ευρώ για 317.000 στρέμματα, ήτοι 34 ευρώ ανά στρέμμα). Δεχόμαστε ότι θα δημιουργηθούν πολλές θέσεις εργασίας. Δεχόμαστε ότι δεν θα υπάρξουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις: η εταιρεία βεβαιώνει εξάλλου ότι η Χαλκιδική θα μείνει πράσινη, η σκόνη στην ατμόσφαιρα λίγη και ασφαλής, τα υπόγεια ύδατα αναλλοίωτα. Δεχόμαστε ότι καλώς το Δημόσιο δε θα εισπράττει έσοδα από δικαιώματα εξόρυξης, αφού ο μεταλλευτικός κώδικας δεν το προβλέπει.

Ας πούμε πως τα δεχόμαστε όλα αυτά. Μόνο που δεν τα δέχονται οι κάτοικοι ή ένα πολύ μεγάλο μέρος τους. Με αυτό το παράδοξο καλείται να τα βγάλει πέρα η κυβέρνηση: μεγάλο μέρος του πληθυσμού της περιοχής δεν αντιλαμβάνεται το θείο δώρο από τον ουρανό (ή από τον κάτω κόσμο) και αντιδρά. Θύμα παραπληροφόρησης για τα περιβαλλοντικά; Μπορεί. Θύμα ιδεοληψιών για τους οικονομικούς όρους της επένδυσης; Ίσως. Αυτοκαταστροφικά και αντιαναπτυξιακά προσκολλημένο σε μια τυφλή νοσταλγία του χτες; Ενδεχομένως. Ενεργούμενο αντιπολιτευτικών δυνάμεων; Μπορεί. Όμως αντιδρά. Και απέναντι στην αντίδραση η κυβέρνηση αποδεικνύεται αξιοθαύμαστα και αποφασιστικά αδέξια, όπως και οι προκάτοχοί της. Παραγνωρίζει ότι η οργανωμένη διαβούλευση και η δημιουργία κλίματος ελάχιστης συναίνεσης σε τοπικό επίπεδο αποτελούν προαπαιτούμενα για κάθε μεγάλης κλίμακας οικονομική δραστηριότητα που αλλάζει τον χάρτη και τη ζωή μιας περιοχής. Η δια της βίας επιβολή μιας αμφιλεγόμενης πολιτικής έχει κοντά πόδια.

Οι καταγγελίες για τις αστυνομικές πρακτικές στις Σκουριές είναι πολλές και σοβαρές. Αν αληθεύουν, αγγίζουν τη θεσμική εκτροπή: κλήσεις παιδιών στο Αστυνομικό Τμήμα, βίαιη απόσπαση δηλώσεων κατά των γονέων τους, ανακρίσεις με απειλές. Χρήση χημικών στους δρόμους του χωριού, ακόμα και στις αυλές των σχολείων. Συστηματική λήψη DNA διά της βίας. Η άσκηση πολιτικής από τα ΜΑΤ και την αντιτρομοκρατική μετατρέπει το σύνολο του πληθυσμού σε οιονεί υπόπτους. Και για να εξηγούμαστε, άλλο πράγμα η αναζήτηση όσων προέβησαν σε έκνομες ενέργειες στο εργοτάξιο κι άλλο πράγμα η παγίωση καθεστώτος έκτακτης ανάγκης.

Στις Σκουριές έχουν αναδειχθεί δυο θέματα. Το ένα είναι η αμφιλεγόμενη σκοπιμότητα του έργου. Το άλλο είναι πιο σύνθετο. Πώς δηλαδή πυροδοτήθηκε και σήμερα αντιμετωπίζεται η πρωτοφανής ένταση στο τοπικό επίπεδο. Πώς διαχειρίζεται η κεντρική εξουσία τον βίαιο διχασμό της τοπικής κοινότητας. Πώς ο κυρίαρχος λόγος παρουσιάζει ως τρομοκράτες όσους αντιδρούν. Πώς μια περιοχή της χώρας μεταπίπτει σε καθεστώς εξαίρεσης, σε γκρίζα ζώνη όπου αναστέλλονται βασικές αρχές του κράτους δικαίου. Πώς η κυβερνητική θέση απολυτοποιεί την έννοια της «ανάπτυξης» και την αποκόπτει από όλα τα περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά της συμφραζόμενα. Πώς μεγάλα ΜΜΕ υιοθετούν άκριτα αυτή τη θέση και αποσιωπούν τις σοβαρές ενστάσεις επιστημονικών φορέων, τη διαπλοκή μετόχων του έργου με τα ίδια τα ΜΜΕ (Όμιλος Μπόμπολα) και το γκρίζο πολιτικό παρελθόν τοπικών αρχόντων κομβικών στην υπόθεση.

Ακόμα κι αν οι ωφέλειες της εξόρυξης ήταν ηλίου φαεινότερες, και πάλι θα ήταν καίριο ζήτημα δημοκρατικής νομιμότητας ο τρόπος αντιμετώπισης των αντιδράσεων. Ακόμα κι αν οι κάτοικοι είχαν τρελαθεί και προτιμούσαν σε καιρούς πρωτοφανούς ύφεσης και ανεργίας να πολεμήσουν κατά της σωτηρίας τους, και πάλι θα έπρεπε να γίνουν αντικείμενο πειθούς και όχι ακραίας βίας. Πόσω μάλλον, όταν βοούν οι υποψίες πως το περιβαλλοντικό, οικονομικό και υγειονομικό κόστος του έργου ενδέχεται να αποβεί πολύ υψηλότερο από τα ισχνά οφέλη. Σε αυτές τις υποψίες δεν αρθρώνεται αντίλογος άλλος από την μονόδρομη αυταξία της επένδυσης. Ανεξαρτήτως συνεπειών, λέγεται, η επένδυση –ακόμα και η λάθος επένδυση- είναι εγγενώς καλή. Όσοι δεν πείθονται επιχειρείται να εξοριστούν στη σφαίρα των «αντεθνικώς δρώντων», των εχθρών της ανάπτυξης. Όλα αυτά όμως δεν αρμόζουν σε μια πραγματική δημοκρατία, αλλά σε μια δημοκρατία Ελντοράντο.