Το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε πρόσφατα πρόταση νόμου για την καταπολέμηση εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας.
Η πρόταση επαναφέρει και εμπλουτίζει τις ρυθμίσεις σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που κατατέθηκε στην προηγούμενη Βουλή και εγκρίθηκε από την αρμόδια Διαρκή Επιτροπή, χωρίς να εισαχθεί στην Ολομέλεια (λόγω πολιτικών συσχετισμών). Σκοπός είναι η εναρμόνιση της εσωτερικής νομοθεσίας με την ευρωπαϊκή, εναρμόνιση που έπρεπε να έχει λάβει χώρα έως το 2010. Η πρόταση περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με την ευθύνη νομικών προσώπων, όταν οι αξιόποινες πράξεις που τελούνται από φυσικά πρόσωπα μπορούν να αποδοθούν σε αυτά. Η διάταξη αυτή εμπλουτίζεται και με άλλες ρυθμίσεις, όπως η αύξηση του πλαισίου ποινής, η απαγόρευση μετατροπής και αναστολής της ποινής, η υποχρεωτική επιβολή ως παρεπόμενης ποινής της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων, η αυτεπάγγελτη δίωξη των εγκλημάτων, η παροχή νομικής βοήθειας στα θύματα. Το σημαντικότερο είναι πως περιλαμβάνονται προβλέψεις για την προστασία των, αλλοδαπών και μη, θυμάτων ρατσιστικής βίας. Πολλές από αυτές τις ρυθμίσεις αποτελούν πάγιο αίτημα των φορέων καταπολέμησης της ρατσιστικής βίας.

Ήδη από το 2011, σχολιάζοντας το αρχικό σχέδιο νόμου, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου είχε τονίσει ότι η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει τα ιδιαιτέρως σοβαρά ελλείμματα στην αντιμετώπιση της ρατσιστικής πράξης και επισήμανε τον κίνδυνο η κύρωση του ρατσιστικού λόγου να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην απουσία οποιασδήποτε κύρωσης των πράξεων βίας. Φυσικά η αντιμετώπιση του ρατσιστικού λόγου δύναται να λειτουργήσει αποτρεπτικά ως προς την τέλεση πράξεων βίας. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δε συνιστά εκπλήρωση της υποχρέωσης διερεύνησης, κύρωσης και πραγματικής απαξίωσης της ρατσιστικής βίας. Με άλλα λόγια, το μείζον ζήτημα στην Ελλάδα δεν είναι ο ρατσιστικός λόγος, είναι η ρατσιστική βία. Οποιοδήποτε νομοθέτημα δεν θέλει να διολισθαίνει σε μία προσχηματική τιμωρία της υποκίνησης βίας ή μίσους θα πρέπει να θεραπεύει αντιστοίχως και επαρκώς την ουσία του ζητήματος: την ίδια τη βία.

Σημαντικό επίσης στοιχείο είναι η παράλληλη πολιτική πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ να καλέσει βουλευτές και κοινοβουλευτικές ομάδες να αυτοδεσμευθούν ότι δεν θα αξιοποιούν τις ψήφους της Χρυσής Αυγής για τη διαμόρφωση πλειοψηφιών στη νομοθετική διαδικασία στη Βουλή. Πρακτικά δηλαδή, να μην υποστηρίζεται κανένα νομοσχέδιο αν χρειάζονται αυτές οι ψήφοι για το σχηματισμό πλειοψηφίας. Η παρέμβαση αυτή ανοίγει μια χρήσιμη συζήτηση και αναμένεται με ενδιαφέρον η αντίδραση των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων. Όχι μόνο των κυβερνητικών εταίρων, και δη του μεγαλύτερου (για λόγους προφανείς), αλλά και της αριστερής αντιπολίτευσης.

Φυσικά καμιά πρόταση νόμου δεν διατυπώνεται εν κενώ αλλά φέρει το βάρος της ταυτοτικής της καταγωγής, δηλαδή τα πολιτικά συμφραζόμενα του φορέα που την καταθέτει. Η συγκεκριμένη πρόταση νόμου φέρει το βάρος των διαχρονικών ευθυνών του ΠΑΣΟΚ για τη σημερινή νεοναζιστική ανάφλεξη. Γιατί δεν αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά τα ρατσιστικά εγκλήματα τόσα χρόνια; Γιατί έγιναν ανεκτές ακραία ξενοφοβικές συμπεριφορές πρωτοκλασάτων στελεχών; Ίσως μάλιστα κάποιος διαγνώσει και κομματική ιδιοτέλεια στην όψιμη υψηλής έντασης αντιπαράθεση με την Ακροδεξιά. Δικαιούται κανείς να κάνει αυτή την κριτική. Δεν δικαιούται όμως να μείνει εκεί. Το μείζον είναι η ενίσχυση του θεσμικού οπλοστασίου έναντι της ρατσιστικής απειλής. Σήμερα καλούνται όλοι να στηρίξουν ευρύτερες συγκλίσεις και υπερβάσεις στο όνομα της δημοκρατικής ομαλότητας. Στην κατεύθυνση αυτή, η συγκεκριμένη πρόταση νόμου αποτελεί ένα σημαντικό βήμα.

Τελευταία επισήμανση: βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πρόβλημα που μοιάζει άλυτο. Ένα πολιτικό σύστημα σε κραυγαλέα απονομιμοποίηση καλείται να αντιμετωπίσει το έκτρωμα που αυτή η απονομιμοποίηση δημιούργησε. Να γιατί στα μάτια μιας κοινωνίας καθημαγμένης η απλή επίκληση των δυνάμεων του συνταγματικού τόξου κινδυνεύει να χαρίζει αίγλη στον αντισυστημισμό του νεοναζιστικού περιθωρίου. Το συνταγματικό τόξο θα είναι αποτελεσματικό αν περάσει από τον γενικό λόγο περί δημοκρατίας στη συγκεκριμένη πράξη κατά του ρατσισμού. Δυο είναι οι προϋποθέσεις, η αποτελεσματική διερεύνηση του ρατσιστικού κινήτρου των εγκλημάτων και η πραγματική δυνατότητα του θύματος ρατσιστικού εγκλήματος να το καταγγείλει υπό ασφαλείς συνθήκες και ασχέτως του καθεστώτος διαμονής του στη χώρα. Αυτή είναι η πιο απλή και έμπρακτη πρόκληση για τις δυνάμεις του συνταγματικού τόξου.