Ο δημόσιος διάλογος γύρω από το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο γίνεται χωρίς το ίδιο το νομοσχέδιο, δεδομένου ότι δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα. Δεν είναι λοιπόν σκόπιμο ακόμα να μιλήσουμε για τις επιμέρους διατάξεις ενός «μη νομοσχεδίου». Ας το κάνουμε όταν και αν με το καλό η κυβέρνηση αποφασίσει να προχωρήσει. Μπορούμε όμως να πούμε μερικές πρώτες σκέψεις που προκύπτουν από τις αντιδράσεις. Υπάρχουν πρώτα εκείνες που κινούνται στα όρια της γραφικότητας, όπως οι «ιερές κωδωνοκρουσίες» κατά του νομοσχεδίου, οι οποίες δεν έχουν καν τη στήριξη της επίσημης εκκλησίας. Υπάρχουν άλλες αντιδράσεις χωρίς ουσιαστική επαφή με τον κόσμο του πραγματικού, όπως οι φόβοι του ΚΚΕ ότι θα διωχθούν «οι λαϊκοί αγώνες» και θα ποινικοποιηθεί η κομμουνιστική στράτευση.

Όμως οι υπόλοιπες αντιδράσεις που έχει ξεσηκώσει η πρόθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης δείχνουν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα. Μπορούμε να τις διακρίνουμε χοντρικά σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία ευλόγως αφορά το ίδιο το φασιστικό και ναζιστικό περιθώριο. Ομάδες και άτομα που θεωρούν ότι δυνάμει αποτελούν το αντικείμενο ποινικής καταστολής του αντιρατσιστικού νόμου φωνάζουν και διαμαρτύρονται διότι θα διώκονται. Η δεύτερη αφορά το γνωστό πεδίο της συνωμοσιολογικής Ακροδεξιάς των ιστοτόπων και των μεταμεσονύκτιων στούντιο που κραυγάζουν ότι ξένοι κύκλοι απεργάζονται την φίμωση του γένους. Η τρίτη όμως κατηγορία αντιδράσεων είναι αυτή που γεννά τις περισσότερες ανησυχίες. Αναφέρομαι στις αντιδράσεις από τον χώρο του μείζονος κυβερνητικού εταίρου.

Τόσο η εμμονική αντίδραση θεσμικών παραγόντων όσο και η βουβή απροθυμία πολλών βουλευτών να στηρίξουν το νομοσχέδιο δείχνουν ανάγλυφα ορισμένες πικρές αλήθειες. Η απροθυμία να συμμορφωθεί η χώρα με την Απόφαση Πλαίσιο(πράγμα που αποτελεί και κοινοτική της υποχρέωση) δείχνει ότι τμήματα της κυβερνητικής πλειοψηφίας είναι βαθύτατα απρόθυμα να αντιμετωπίσουν τόσο τη ρατσιστική βία και εγκληματικότητα όσο και τον δομικό ρατσισμό που ενδημεί στη Διοίκηση, την Αστυνομία κ.λπ.

Ο ρατσισμός για αυτό το τμήμα του πολιτικού προσωπικού δεν είναι ιδιαιτέρως ενοχλητικός ούτε εντελώς ξένος. Με την έννοια αυτή, το πρόβλημα δεν είναι ο νόμος και η μη προώθησή του. Η συζήτηση τεχνηέντως μετατίθεται σε θέματα όπως η ποινικοποίηση του ρατσιστικού λόγου (η οποία, το έχω ξαναπεί και γράψει, όντως μπορεί να είναι πολλαπλώς προβληματική) και πραγματικά ή φανταστικά προβλήματα που σχετίζονται με την άρνηση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Προφάσεις εν αμαρτίαις ή αλλιώς «η μπάλα στην εξέδρα». Τα θέματα αυτά μπορούν να συζητηθούν και να λυθούν με τρόπο που δεν θα θίγει τον πυρήνα μιας σοβαρής αντιρατσιστικής νομοθεσίας. Εάν όμως λυθούν, τότε θα φανεί καθαρά ότι το περί ου ο λόγος τμήμα του πολιτικού προσωπικού δεν επιθυμεί να έρθει σε σύγκρουση με το βίαιο ρατσιστικό περιθώριο ούτε με τα ξενοφοβικά αισθήματα μεγάλου μέρους του κοινωνικού σώματος.

Το μείζον λοιπόν θέμα υπερβαίνει το εριζόμενο νομοσχέδιο και έχει να κάνει με τη συστηματική ατιμωρησία της εγκληματικής ρατσιστικής βίας. Η συζήτηση που διεξάγεται όχι μόνο δεν προωθεί τη μάχη κατά του ρατσισμού αλλά χαρίζει στα ναζιστικά μορφώματα που δέρνουν ανενόχλητα, το επιχείρημα ότι τάχα δεν τα αφήνουμε να μιλήσουν! Κάποιοι θέλουν να συζητάμε για το χέρι που χαιρετάει ναζιστικά στο φως της μέρας και όχι για το μαχαίρι που κρατάει αυτό το χέρι τις νύχτες.

Χρειάζεται λοιπόν νέος αντιρατσιστικός νόμος; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Η ένταση των αντιδράσεων δείχνει πως όντως χρειάζεται και κάποιοι τον απεύχονται. Ας μην ξεχνάμε όμως πως αυτό που κυρίως χρειαζόμαστε είναι η σύλληψη και καταδίκη των υπευθύνων για εγκλήματα με ρατσιστικό κίνητρο. Χρειαζόμαστε λοιπόν ισχυρή προστασία των θυμάτων για να μπορούν να καταγγέλλουν και να καταθέτουν, δηλαδή αυτά να ασκούν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά τους σε έννομη προστασία και το κράτος να προστατεύει την έννομη τάξη. Κατά τα λοιπά, το κράτος έχει νομικά εργαλεία και η Δικαιοσύνη είναι καιρός να ενεργοποιήσει σε βάρος των ναζιστικών ομάδων τις διατάξεις περί εγκληματικής οργάνωσης και συμμορίας. Η συγκρότηση και η συμμετοχή σε τάγματα εφόδου αποτελεί την επιτομή της εγκληματικής οργάνωσης.

Με άλλα λόγια, τα νομικά θέματα που εγείρονται από την κυβερνητική αμφιθυμία σχετικά με τον αντιρατσιστικό νόμο μπορούν να ξεπεραστούν. Τα πολιτικά πολύ δύσκολα ξεπερνιούνται. Γιατί πίσω από την αμφιθυμία δύσκολα κρύβεται η φιλοδοξία συγκρότησης ενός νέου πόλου που θα περιλαμβάνει και τμήματα της Ακροδεξιάς. Ή, για να το πούμε αλλιώς, όταν η πλειοψηφία δεν ψηφίζει έναν αντιρατσιστικό νόμο για να μην πικράνει τους ρατσιστές, το φίδι έχει βγει από το αβγό του και κάνει βόλτες ανενόχλητο.

Δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ