Η ΕΡΤ, ο Σακκάς, ο Αντετοκούνμπο και η νομιμότητα

Πράξη πρώτη: η κυβέρνηση έκλεισε την ΕΡΤ με κοινή υπουργική απόφαση. Στη συνέχεια, δεν τηρήθηκε για τέσσερις σχεδόν εβδομάδες η σαφής απόφαση του ΣτΕ που ζήτησε να ανασταλεί η εκτέλεση της υπουργικής απόφασης ως προς το μέρος κατά το οποίο διεκόπη η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση ακολουθεί την παλιά δοκιμασμένη τακτική: παραβιάζει τη νομιμότητα στο όνομα της εξυπηρέτησης ενός υπέρτερου σκοπού (εν προκειμένω, η «καταπολέμηση της αδιαφάνειας») ο οποίος υποτίθεται πως δικαιολογεί μια εξαίρεση από την άμεση συμμόρφωση στις δικαστικές αποφάσεις. Ακόμα και η χτεσινή εξέλιξη με την εκπομπή σήματος υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν αλλάζει την ουσία των πραγμάτων. Δεν αναιρεί τις πρακτικές εκείνες που εντέλει θολώνουν τα όρια μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Δεν αναιρεί τον εθισμό σε μια «θεσμική ανωμαλία» (ακόμα και κατά τον κ. Πρ. Παυλόπουλο) που τείνει να αποκτήσει γνωρίσματα κανονικότητας. Δεν αναιρεί δηλαδή την «κανονικοποίηση της εξαίρεσης».

Πράξη δεύτερη: η δικαστική εξουσία κρατάει τον κατηγορούμενο Κ. Σακκά προφυλακισμένο, παρά τη συμπλήρωση του ανώτατου χρονικού ορίου προφυλάκισης, κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Γνωστές οι λεπτομέρειες της υπόθεσης: δύο μήνες πριν τη συμπλήρωση του 18μηνου η δίκη δεν είχε ξεκινήσει. Ασκήθηκε νέα ποινική δίωξη, κατ’ εξαίρεση επιβλήθηκε νέα προσωρινή κράτηση, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να διαρκέσει πάνω από ένα έτος και σε καμιά περίπτωση δεν παρατείνεται. Κι όμως, το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε την παράταση της κράτησης για 6 ακόμα μήνες! Έγραψε ο καθ. Στ. Τσακυράκης (Τα Νέα, 8/7): «Το αίτημα για άμεση αποφυλάκιση του κ. Κώστα Σακκά δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αποκατάσταση της νομιμότητας». Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Οι δικαστές, δυόμισι χρόνια μετά, ομολογούν πως δεν πρόλαβαν να δικάσουν μια μείζονα υπόθεση δημόσιας ασφάλειας (κατά τις ίδιες τις διωκτικές και δικαστικές αρχές). Ως εκ τούτου παραβιάζουν τους κανόνες στο όνομα κάποιας υπέρτερης ανάγκης. Κατ’ εξαίρεση και πάλι.

Πράξη τρίτη: ο 18χρονος Γιάννης Αντετοκούνμπο ξεκινά διεθνή σταδιοδρομία στο μπάσκετ και όσοι αγαπούν το άθλημα και τον ίδιο πανηγυρίζουν. Μαζί τους σπεύδει πρώτος και καλύτερος ο πρωθυπουργός που τον κάλεσε στο Μαξίμου. Μόνο που προηγουμένως είχε κλείσει σε παιδιά σαν τον Γιάννη τον δρόμο προς την πολιτική μας κοινότητα. Ποιον κάλεσε στο Μαξίμου ο πρωθυπουργός; Τον Γιάννη που γεννήθηκε εδώ, θεωρεί την Ελλάδα μοναδική πατρίδα και θα έπαιρνε κανονικά την ιθαγένεια με βάση τον Ν. 3838/2010 (που ο κ. Σαμαράς πολέμησε λυσσαλέα). Κι αφού ο μισητός νόμος κατέπεσε, οι πρωθυπουργικοί σύμβουλοι αναζητούσαν παράθυρο για να πετύχουν για τον Γιάννη αυτό που ο νόμος κατοχύρωνε. Το βρήκαν στις διατάξεις περί ανιθαγένειας.

Τι κάνει δηλαδή η Πολιτεία; Διαλύει την κανονικότητα και λειτουργεί με εξαιρέσεις. Απορρίπτει τα ελέγξιμα προαπαιτούμενα για την κτήση ιθαγένειας (καθεστώς και χρόνος παραμονής γονέων, παιδεία, γλώσσα). Αντ’ αυτών προκρίνει κατ’ εξαίρεση το ύψος, το άνοιγμα χεριών και το θαυμαστό πράγματι ταλέντο του Γιάννη. Σήμερα δίπλα του φωτογραφίζονται όσοι έβγαζαν κραυγές ιερής αγανάκτησης για το αίμα το ελληνικό και το έθνος που «δεν είναι οργανισμός ασπόνδυλος» και άλλα τέτοια ηρωικά και πένθιμα. Προφανώς η ιερή τους αγανάκτηση υποχώρησε μπροστά στη μιντιακή εκμετάλλευση της εικόνας του πρωθυπουργού δίπλα στο πρώτο ελληνικό draft στο NBA.

Οι παραπάνω ανόμοιες περιπτώσεις συμπίπτουν σε ένα σημείο: στην κατ΄ εξαίρεση εφαρμογή της νομιμότητας ή ακόμα και στην καταστρατήγησή της. Και είναι τέτοιες και τόσες οι περιπτώσεις που τείνουν να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο, ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που απειλεί να γίνει κυρίαρχο, άρα διεκδικεί εχέγγυα κανονικότητας. Ο πειρασμός της εξαίρεσης γίνεται όλο και μεγαλύτερος. Και μάλιστα, όπως βλέπουμε, δεν υποκύπτει μόνο η εκτελεστική αλλά και η δικαστική εξουσία. Έχει μάλιστα ενδιαφέρον ότι τον τόνο στην κατ’ εξαίρεση λειτουργία δίνουν εκείνοι ακριβώς που εγκαλούν την κοινωνία πως βυθίζεται στην ανομία, εκείνοι που διαρκώς καταγγέλλουν την επιλεκτικότητα στην τήρηση των νόμων. Και καθώς είναι πλέον βέβαιο πως θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να επανέλθουμε σε ήρεμα νερά, καλούμαστε να απαντήσουμε σε ένα ερώτημα θεμελιακό: στο όνομα της αντιμετώπισης των σημερινών «έκτακτων αναγκών», πόσες «κατ’ εξαίρεση» πράξεις δικαιολογούνται; Πότε ακριβώς η εξαίρεση γίνεται κανόνας;