Οι συνθήκες υπό τις οποίες ξεκινά η νέα σχολική χρονιά δημιουργούν έντονη ανησυχία σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο στην Ελλάδα. Οι συνθήκες αυτές δεν θέτουν απλώς σε αμφισβήτηση τις ελάχιστες εναπομείνασες καταπονημένες λειτουργικές σταθερές του εκπαιδευτικού συστήματος. Κάνουν κάτι πολύ σοβαρότερο. Θέτουν σε σοβαρή αμφισβήτηση την ίδια την πρόσβαση στην εκπαίδευση για έναν πολύ μεγάλο αριθμό μαθητών και αποδομούν με ριζικό τρόπο το εκπαιδευτικό περιβάλλον για τους υπόλοιπους. Αργά ή γρήγορα, θα ερχόταν και η σειρά της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης να «μεταρρυθμιστεί» κατά το γνωστό μοντέλο που επιτάσσει η πολιτική ρητορική του νεοφιλελεύθερου μεταρρυθμιστικού λαϊκισμού της Ελλάδας των Μνημονίων.

Η ρητορική αυτή δεν διαλύει απλώς αυτό που κάποτε λογιζόταν ως ο χώρος της κοινωνικής ευθύνης του κράτους, αλλά και απομακρύνει κάθε προοπτική ανάδειξης και βελτίωσης των υπαρκτών κακώς κειμένων και παθογενειών στον χώρο της δημόσιας διοίκησης. Και φυσικά στη θέση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης μπορεί να μπει ο οποιοσδήποτε τομέας άσκησης δημόσιας πολιτικής. Με απλά λόγια: τα ελληνικά σχολεία απείχαν πολύ από το να είναι αυτό που θα θέλαμε. Ωστόσο, αυτό στο οποίο μετατρέπονται τώρα δεν απέχει καθόλου από ό,τι σίγουρα αποστρεφόμαστε: μια εκπαιδευτική τερατογένεση. Αυτό σημαίνει η περίφημη φράση «η κρίση ως ευκαιρία», με την οποίο μας έχουν εξουθενώσει. Τι είδους ευκαιρία; Να κλείσουν τα σχολεία που παράγουν ανεπάγγελτους, θα λένε κάποιοι από όσους κυβερνούν. Απλώς αυτό δεν λέγεται δημόσια. Γιατί οι εχέφρονες άνθρωποι γνωρίζουν πως η ευκαιρία να διορθωθούν τα κακώς κείμενα του προ της κρίσης καθεστώτος δεν δίνεται τη στιγμή της κατάρρευσης. Το σπίτι δεν συγυρίζεται στον σεισμό, ούτε το σκάφος καθαρίζεται στα μποφόρια. Τη στιγμή αυτή, οι άνθρωποι παλεύουν να σωθούν σε μια λογική αγωνιώδους αυτοσυντήρησης της ατομικότητας, που θυμίζει αυτούς που παλεύουν με τα κύματα, πατώντας ακόμη και πάνω σε αυτούς που καταφτάνουν για να τους σώσουν. Αυτό γίνεται σήμερα. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, δοκιμάζονται τέτοιες πολιτικές. Διότι απλώς μόνο σε μια κατακερματισμένη κοινωνία μπορούν να υλοποιηθούν και φυσικά σε μια ακόμη πιο κατακερματισμένη κοινωνία αποσκοπούνο.

 

Επισημαίνουμε το ιδιαίτερα επικίνδυνο τρίπτυχο που ουσιαστικά συνθέτει μια κρατική πολιτική αποδιάρθρωσης της εκπαίδευσης και της εκπαιδευτικής κοινότητας. Σε ένα πρώτο επίπεδο, στο όνομα υπαρκτών διαρθρωτικών αναγκών και μιας ορθολογικότερης αξιοποίησης υλικών και ανθρώπινων πόρων, προκαλούνται τεράστια κενά σε διδακτικό προσωπικό, ιδίως σε μικρότερες σχολικές μονάδες, εκεί όπου οι εκπαιδευτικές ανάγκες είναι υψηλότερες. Επιπλέον, τα τελευταία ίχνη επαγγελματικής εκπαίδευσης στη χώρα εξαρθρώνονται πλήρως. Στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση προκαλείται λειτουργική ασφυξία στα ιδρύματα με απροσμέτρητες συνέπειες. 

 

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, οι προωθούμενες αλλαγές σε Γυμνάσιο και Λύκειο αποκαλύπτουν μια αδιανόητα ρηχή και διαχειριστική πρόσληψη του εκπαιδευτικού αγαθού, η οποία οδηγεί σε ανούσιες εξετασιοκεντρικές ασκήσεις επί χάρτου, χωρίς καμιά απολύτως ουσιαστική διαβούλευση, με αδιαφάνεια στην επιλογή στελεχών και με πλήρη περιφρόνηση σε εκπαιδευτικούς μηχανισμούς που το ίδιο το υπουργείο Παιδείας έχει θεσπίσει με αντικείμενο τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό. Οι εξετάσεις αυτές θα έχουν απολύτως προβλέψιμο αποτέλεσμα, την ένταση της σχολικής εγκατάλειψης και μάλιστα με τους πιο στυγνούς ταξικούς όρους: τα ολοένα και πιο πολυάριθμα κοινωνικά στρώματα τα οποία εισοδηματικά δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στην ανάγκη ιδιωτικής ενισχυτικής διδασκαλίας θα ωθούνται εκτός σχολείου νωρίτερα. Οσες μάλιστα καινοτομίες είχαν εισαχθεί στην εκπαίδευση, όπως οι ερευνητικές εργασίες και οι πιλοτικές εφαρμογές των ωρολόγιων και αναλυτικών προγραμμάτων, απαξιώνονται ή ακυρώνονται. Οι παλιές καλές συνταγές της προώθησης του «ελληνοχριστιανικού πνεύματος» διά της θρησκευτικής κατήχησης ενισχύονται. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τις κοινοβουλευτικές τοποθετήσεις της Μ. Ρεπούση ως επικοινωνιακό αντιπερισπασμό. Ετσι, το φοβισμένο συντηρητικό εκλογικό ακροατήριο θα ξεχάσει όσα αποδομούν την εκπαίδευση και θα ασχολείται με τα φαντάσματα του έθνους. Παλιά συνταγή και αυτή…

 

 Σε ένα τρίτο επίπεδο, οι εκπαιδευτικοί καθίστανται πλάνητες, ζωντανές αποδείξεις κατίσχυσης μιας νέας απόλυτης εργασιακής ευελιξίας. Η δημιουργία ενός εξαθλιωμένου εκπαιδευτικού προλεταριάτου το οποίο μάλιστα στοχοποιείται για δήθεν συντεχνιακή νοοτροπία και αντιμετωπίζει διαρκώς την απειλή της επιστράτευσης, έχει αποτέλεσμα τη διάχυση της απόγνωσης και του φόβου στους ανθρώπους από τους οποίους η ελληνική κοινωνία προσδοκά να εμπνεύσουν στα παιδιά της τη δίψα για μάθηση. 

Θα ανέμενε κανείς –αφελώς ίσως- ότι η κυβέρνηση μιας χώρας σε βαθιά πολύπλευρη κρίση και με οξύτατα προβλήματα κοινωνικής συνοχής θα αντιλαμβανόταν την εκπαίδευση σαν έναν μοχλό υπέρβασης της κρίσης. Αυτό όμως φυσικά αξιώνει άλλες στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης. Οι βαριές προσβολές του δικαιώματος στην εκπαίδευση καταδεικνύουν το αντίθετο. Η κυβερνητική πολιτική ανοίγει διάπλατα τις πόρτες των σχολείων στη σχολική διαρροή, την όξυνση των φαινομένων ενδοσχολικής βίας και παραβατικότητας και τις αδηφάγες ορέξεις των νεοναζιστικών πυρήνων. 

Τη στιγμή που (και) η εκπαίδευση τελεί υπό κατάρρευση, το άρθρο 16, παρ. 2 του Συντάγματος που προβλέπει πως «η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους» ηχεί σαν ένας μελαγχολικός πολιτειακός σαρκασμός. Καλή πρόοδο και καλή σχολική χρονιά, κύριε υπουργέ.

 

Το γράψαμε μαζί με τον Δ. Χριστόπουλο για την  Εφημερίδα των Συντακτών