Το κείμενο βασίζεται σε εισήγηση στην εκδήλωση «Η διαχείριση της ποικιλότητας στις σύγχρονες μητροπόλεις» που πραγματοποιήθηκε στη Στέγη Γραμμάτων και τεχνών στις 14.1.2014. Το βίντεο της εκδήλωσης εδώ

Είναι ευεξήγητη η εσχάτως εντονότερη νοσταλγία ενός ωραιοποιημένου παρελθόντος τάχα κοινής προκοπής, συνοχής, ομοιογένειας και μηδενικής ποικιλότητας. Δεν αρκεί όμως για να δεχτούμε το άτοπο, ότι δηλαδή μπορεί να υπάρχει κοινότητα αδιαφοροποίητη. Πάντα υπάρχει ποικιλότητα και επιπλέον αυτή την ποικιλότητα πάντα κάπως τη διαχειριζόμαστε. Έτσι και κάθε πόλη διαχειρίζεται τις εντός της διαφοροποιήσεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δεν υπάρχει μη διαχείριση.

Είναι πολλών επιπέδων οι αναγνώσεις της ποικιλότητας: οι δομικές κοινωνικές ανισότητες με πολεοδομική αποτύπωση, η εθνοτική και φυλετική ποικιλότητα διαφορετικής έντασης, δηλαδή με πυκνώσεις και αραιώσεις στον χώρο της πόλης, οι εκδοχές της ποικιλότητας στην ίδια τη λειτουργική οργάνωση του αστικού χώρου, η ποικιλότητα που εκφράζεται μέσα από τις αποτυπώσεις του πολιτισμού και την εξέλιξη της πόλης στον χώρο και τον χρόνο, οι ποικιλότητες των υποδιαιρέσεων με ηλικιακά και γενεακά κριτήρια, οι υποκουλτούρες της πόλης που αποτυπώνονται κυρίως με την παρουσία και τη δράση στον δημόσιο χώρο και τη σχέση μαζί του.

Έτσι, ο όρος ποικιλότητα μπορεί να λειτουργήσει αποπροσανατολιστικά εάν ιδωθεί στενά, μόνο μέσα από το πρίσμα μιας πολυπολιτισμικής ethnic lifestyle ευφορίας περασμένων δεκαετιών. Το ζήτημα που εξετάζουμε δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις παραμέτρους του κοινωνικού ανταγωνισμού και των κάθετων αποκλεισμών. Σε συνθήκες βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής και ακραίας ύφεσης η διαχείριση αυτή είναι σκληρή και συχνά βίαιη. Η κρίση αντανακλάται στην πόλη και επικαθορίζει τη διαχείριση της ετερότητας.

Για να προσεγγίσουμε την έννοια της ποικιλότητας, βασικό εργαλείο είναι η ιδεατή πρόσληψη μιας σταθεράς, ενός σημείου αναφοράς που οριοθετεί την ετερότητα και αναδεικνύει τις όψεις της ποικιλότητας. Για τον λόγο αυτόν, είναι κατά τη γνώμη μου η ποικιλότητα άμεσα συνυφασμένη με την έννοια της μεσαίας τάξης. Η ραχοκοκαλιά του κοινωνικού σώματος ορίζει τις αποχρώσεις της ετερότητας.

Κατά τις δεκαετίες της μεταπολεμικής ανάπτυξης και της δυτικής ευημερίας, η διαρκής ισχυροποίηση της μεσαίας τάξης επέτρεψε η συζήτηση περί ποικιλότητας να διεξάγεται κυρίως από τις φωτισμένες πρωτοπορίες της μεσαίας τάξης. Η αστική κουλτούρα των δυτικών μητροπόλεων, όχι αποκλειστικά αλλά κυρίως αυτή, όρισε τις έννοιες και τους κανόνες της συζήτησης. Έτσι, η αναζήτηση και ο αναστοχασμός περί διαχείρισης της ποικιλότητας εκκινούσε πάντα από μια βάση αρχιτεκτονικής και αισθητικής πρωτοπορίας, διεξαγόταν λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική ορθότητα και εμπνεόταν από την κρυφή γοητεία του κοσμοπολιτισμού. Ενίοτε υπέκρυπτε και μια φιλάνθρωπη αυταρέσκεια.

Σήμερα όμως που τα μεσοστρώματα συμπιέζονται έως ασφυξίας και το μεδούλι του αστικού χώρου εξαχνώνεται, η διαχείριση της ποικιλότητας αλλάζει. Σήμερα η μεσαία τάξη με τρόπο υπαρξιακό και διαρκή αναζητά την αυτοεικόνα και τη θέση της στον αστικό χώρο. Τα σημερινά μεσοστρώματα γίνονται τα ίδια μια νέα ποικιλότητα, αποκτούν κάθετες διαιρέσεις, διαρκή καθοδική κινητικότητα, βιώνουν εξαιρέσεις και αποκλεισμούς, διασπώνται σε όλο και μικρότερα τμήματα που στροβιλίζονται στη δίνη της βιοτικής αδυναμίας. Η διαχείριση της ποικιλότητας δεν είναι πια αντικείμενο της πρωτοπορίας και των ελίτ των μεσαίων στρωμάτων αλλά εκλαμβάνεται ως βιοτική προϋπόθεση και υλοποιείται ως συνθήκη ψυχρού κοινωνικού πολέμου στο εσωτερικό των πιο οπισθοδρομικών και φοβικών τμημάτων τους. Με την έννοια αυτή, στο ζήτημα της ποικιλότητας κυριαρχεί η οπτική της τάξης εκείνης που ιστορικά πρώτη πάντα εκφασίζεται, η οπτική των φοβισμένων μικροαστών νοικοκυραίων.

Ας μιλήσουμε για την Αθήνα. Το οικιστικό φορτίο διογκώθηκε την εποχή της αντιπαροχής, το κέντρο στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε από τα υψηλότερα στρώματα της μεσαίας τάξης την περίοδο της προαστιοποίησης και πύκνωσε εκ νέου από την έλευση και μόνιμη εγκατάσταση των μεταναστών. Μια σειρά από παράγοντες, αναφέρω μερικούς και μόνο επιγραμματικά, συλλειτούργησαν για τη σημερινή εικόνα της πόλης: το πρώτο και το δεύτερο μεταναστευτικό ρεύμα, τη δεκαετία του ’90 από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, τη δεκαετία του 2000 από την Ασία και την Αφρική. Οι αλλαγές χρήσης γης στην Αθήνα, τα έργα κατά την περίοδο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και η εγκατάλειψή τους μετά. Η ύφεση, η κρίση και η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή διά της ακραίας λιτότητας. Η λειτουργία του οργανωμένου εγκλήματος σε όλες τις εκφάνσεις του, από τα κυκλώματα προστασίας, μέχρι το εμπόριο ναρκωτικών, από το trafficking ώς τη δράση των νεοναζιστικών ταγμάτων εφόδου. Οι αθηναϊκές εκφάνσεις της μητροπολιτικής βίας και η κορύφωσή της τον Δεκέμβριο του 2008.

Η πόλη στροβιλίζεται πλέον σε μια διαρκή διπλή περιδίνηση, καθώς δυο ρεύματα κινούνται από και προς τον Τρίτο Κόσμο. Η Αθήνα γίνεται προορισμός ή αναγκαστικός σταθμός στον δρόμο των μεταναστών προς τη Δύση, η Αθήνα γίνεται επίσης τόπος αποστολής Ελλήνων μεταναστών. Ταυτόχρονα η πόλη εμφανίζει σημάδια μετατόπισής της προς συνθήκες Τρίτου Κόσμου. Η αιθαλομίχλη της φτηνής θέρμανσης είναι ίσως το πιο προφανές.

Η κρίση φέρνει και νέες σχέσεις των κατοίκων με τον χώρο και τη στέγη. Η μεταπολεμική πολιτική προστασίας και ενίσχυσης της πρώτης κατοικίας περιλάμβανε μέτρα (φορολογικές ρυθμίσεις, επιδοτήσεις επιτοκίου, στεγαστικά προγράμματα του Ο.Ε.Κ.) που, πέρα από τον πρακτικό τους χαρακτήρα, διαμόρφωναν και ένα πλαίσιο ασφάλειας στην ίδια τη σχέση του αποδέκτη με τη στέγη. Το πλαίσιο αυτό καταρρέει. Η μετατροπή της ιδιόκτητης στέγης σε βάρος, η αντιμετώπισή της ως τεκμηρίου φοροδοτικής ενοχής αφαιρεί, κυριολεκτικά και μεταφορικά, το έδαφος κάτω από τα πόδια του αστικού πληθυσμού. Συνεκδοχικά, η αναγωγή τού επί δεκαετίες λυμένου ζητήματος της θέρμανσης σε νέο μείζον διακύβευμα θέτει σε αμφισβήτηση τις πιο παραδοσιακές σταθερές της μεταπολεμικής συμβιωτικής μας σχέσης, ακόμα και στο επίπεδο της συνέλευσης της πολυκατοικίας που καλείται να επανεφεύρει τους όρους μιας νέας υφεσιακής συμβιωτικής κανονικότητας.

Με αυτά επιχείρησα να περιγράψω σε αδρές γραμμές ένα νέο υπό διαμόρφωση αστικό τοπίο. Στο εσωτερικό του, η ποικιλότητα γίνεται κι αυτή αντικείμενο διαχείρισης με νέους όρους. Το κυρίαρχο δίπολο είναι αυτό της τάξης και της αταξίας. Το γνωστό σχήμα που συνθέτουν οι ζώνες υψηλής επιτήρησης οι οποίες περιβάλλονται από ζώνες χαμηλής ελεγξιμότητας1 δεν αντιστοιχεί εδώ ούτε με το πρότυπο των σύγχρονων δυτικών μεγαλουπόλεων με τα φυλασσόμενα προάστια ούτε όμως και με τις μεγαλουπόλεις του Τρίτου Κόσμου που περιβάλλονται από τις παραγκουπόλεις της εξαθλίωσης. Η εναλλαγή τάξης και αταξίας, ζωντανό και ζωτικό στοιχείο της νέας αστικής πραγματικότητας, στα καθ’ ημάς βρίσκεται υπό διαμόρφωση και γίνεται με όρους που χρειάζονται ιδιαίτερη μελέτη.

Επιλέγω ένα παράδειγμα. Η παραδοσιακή διαφοροποίηση μεταξύ Κολωνακίου και Εξαρχείων, δύο περιοχών με διακριτό τρόπο υποδοχής και ανάδειξης της εντός τους ποικιλότητας, έχει στις μέρες μας αποκτήσει εντελώς νέα χαρακτηριστικά. Η πυκνή αστυνομική παρουσία στους δρόμους της πρώτης κορυφώνεται με ένα άρρητο σύνορο που συμβολοποιείται από την πυκνή παράταξη στρατιωτικοποιημένων σωμάτων κατά μήκος των οδών Τρικούπη και Ακαδημίας, ιδίως το βράδυ. Ταυτόχρονα, τα Εξάρχεια αφέθηκαν –το πώς, είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση– να μετατραπούν από εμβληματικό χώρο άνθησης της ποικιλότητας σε πεδίο βαριάς οργανωμένης εγκληματικότητας σε βάρος του οικιστικού τους χαρακτήρα. Την ίδια ώρα, ο κυρίαρχος μιντιακός λόγος με απλοϊκότητα και άγνοια που εκπλήσσει, συνεχίζει να αφορίζει για άβατα και γκέτο με όρους του χτες, είτε μιλάει για τα Εξάρχεια είτε για τον Άγιο Παντελεήμονα.

Μιλώντας για διαχείριση της ποικιλότητας, δεν μπορούμε επίσης να παραγνωρίσουμε τον ρόλο που επιτελεί η πρόκληση ηθικού πανικού διά της αποικιοποίησης του δημόσιου λόγου από τον λόγο περί υγιεινής και ασφάλειας. Ο ηθικός πανικός με σκοπό τον πολιτικοκοινωνικό έλεγχο προϋποθέτει μια παραδοχή: το σώμα μου κινδυνεύει και είμαι διατεθειμένος να φτάσω στην πιο ακραία απόσυρση από τον δημόσιο χώρο –εκεί άλλωστε μεταδίδονται οι μολύνσεις– και στην πιο ακραία αναδίπλωση στον ιδιωτικό μου μικρόκοσμο, αρκεί κάποιος άλλος να φροντίσει για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια. Αρκεί κάποιος άλλος να με βεβαιώσει πως ασκεί «πολιτική ελέγχου των λοιμώξεων», δηλαδή φέρνει όλο και πιο κοντά τη λέξη έλεγχος στη λέξη σώμα και όλο και πιο κοντά τον έλεγχο σε όλων το σώμα.2 Η επαναλαμβανόμενη υποκατάσταση της κοινωνικής πρόνοιας από την ποινική καταστολή καταδεικνύει το προφανές: ολοένα και μεγαλύτερες ομάδες του πληθυσμού δεν έχουν θέση στους δρόμους των Αθηνών. Είναι ομόκεντροι κύκλοι αποκλεισμού που διευρύνονται.

Θυμίζω μια σειρά αστυνομικών επιχειρήσεων με αρχαιοπρεπή ονόματα: «Ξένιος Ζευς» για τον εγκλεισμό των χωρίς έγγραφα αλλοδαπών σε στρατόπεδα φιλοξενίας, «Θέτις» για την υποχρεωτική εξέταση τοξικοεξαρτημένων και τέλος την επιχείρηση σύλληψης των οροθετικών γυναικών (είναι κρίμα που ο κ. Λοβέρδος, χάριν ομοιόμορφης ονοματολογίας, δεν την ονόμασε «Ασπασία»). Αυτή η πρακτική στοχοποιεί την περιθωριοποίηση ως νοσογόνο παράγοντα, την αλλοδαπότητα ως τεκμήριο ενοχής και την εξαθλίωση ως υγειονομική βόμβα. Κοινό σημείο και στις τρεις επιχειρήσεις είναι η ομηρία σωμάτων, άρρωστων ή δυνάμει άρρωστων. Κι ενώ η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας παράγει εξαθλιωμένους, δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς τις επόμενες απειλές για το κοινωνικό σώμα.

Τι δείχνουν τα παραδείγματα; Το σώμα είναι εκείνο το πεδίο όπου στην πράξη δοκιμάζονται οι όροι άσκησης της πολιτικής. Σε συνθήκες ακραίας φτωχοποίησης το σώμα μετατρέπεται σε πεδίο της πιο θεμελιακής διάκρισης. Το δικό μας υγιές, αρτιμελές, παραγωγικό σώμα γίνεται πάσο, άδεια παραμονής σε μια πολιτειακή και πολιτική νησίδα που όλο μικραίνει. Το σώμα του «Άλλου» ξένο, άρρωστο και παρασιτικό, αποτίθεται σε έναν «ου τόπο», σε μια no man’s land, που όλο και μεγαλώνει. Το σύνορο ανάμεσα στους δυο τόπους, διαπερατό μόνο προς τη μια πλευρά, είναι το σύμβολο της σύγχρονης βιοπολιτικής.

Στο πεδίο αυτό, προϊούσης της κρίσης, οι επιχειρήσεις σκούπα έχουν όλο και περισσότερα σκουπίδια να μαζέψουν. Και τα σκουπίδια αυτά αποκτούν όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά τμημάτων μιας πλειονότητας που εξέπεσε. Η ασφαλής πλειονότητα όλο και συρρικνώνεται, ασφυκτιώντας εμπρός στην αδυναμία της να διαχειριστεί τη διευρυνόμενη απόκλιση. Όπως γράφει ο Μπάουμαν για την ενοχοποίηση της φτώχειας: «Είναι η εικόνα ανθρώπων που είναι πέρα από τάξεις και ιεραρχίες, χωρίς τις ευκαιρίες, χωρίς την ανάγκη για επανεισαγωγή στο σύνολο, χωρίς κάποια χρησιμότητα ή ρόλο, πέραν κάθε σωτηρίας. Αποτελούν απλώς “τα απορρίμματα” για την “ευδαίμονα πλειοψηφία”».3

Κοντολογίς, η διαχείριση της ποικιλότητας σε συνθήκες κρίσης μπορεί να συνοψιστεί, με όλες τις συμβάσεις και τους περιορισμούς μιας απλούστευσης, σε μια σπειροειδή κλιμάκωση. Οι πιο αλλότριοι, οι ολωσδιόλου ξένοι, οι με κάθε τρόπο παράτυποι (και αυτό δεν αφορά μόνο την καταγωγή αλλά και τη σύνολη ετερότητα της ακραίας απόκλισης) βιώνουν μια πολλαπλή σχέση εξαίρεσης. Στο στρατόπεδο κράτησης (πεδίο εξαίρεσης, κατά προφανή αναλογία με το στρατόπεδο συγκέντρωσης για να θυμηθούμε τον Αγκάμπεν) η έκτακτη κατάσταση κινδύνου αποκτά μόνιμη χωρική δομή που παραμένει εκτός της κανονικής τάξης. Είναι ο απόλυτος βιοπολιτικός χώρος, εκεί όπου η εξουσία έχει απέναντί της μόνο την καθαρή γυμνή ζωή δίχως διαμεσολάβηση. Είναι ο χώρος όπου η πολιτική καθίσταται βιοπολιτική. Μήπως όμως μια κατάσταση εξαίρεσης δεν βιώνουν οι ολωσδιόλου ξένοι και όταν έρχονται αντιμέτωποι με τις περιπόλους των νεοναζί αυτόκλητων συνοριακών φρουρών; Με την απειλή ή τη χρήση βίας τούς ζητάνε πιστοποιητικά σώματος για να τους κατατάξουν, «εμείς» ή «Άλλοι», εξετάζουν λευκότητα δέρματος και καθαρότητα αίματος. Για πολλά χρόνια τα τάγματα εφόδου ήταν το «εθνικό απορρυπαντικό».

Στο επόμενο σκαλί, η διαχείριση εκείνου του πληθυσμού που είναι οιονεί γκρίζος, μεταξύ κανονικότητας και παρανομίας. Οι διαρκώς ατελείς διαδικασίες νομιμοποίησης και τα μετέωρα βήματα της πολιτογράφησης μεταθέτουν διαρκώς τα όρια της συμπερίληψης. Άνθρωποι που εξέπεσαν της νομιμότητας αδυνατώντας να εκπληρώσουν τις εισοδηματικές και άλλες προϋποθέσεις, τις οποίες πλέον ούτε η πλειονότητα των Ελλήνων μπορεί να καλύψει, άνθρωποι που έχουν μεταφέρει το βιοτικό και κοινωνικό τους κέντρο στην Ελλάδα, στερούνται θεσμικής ύπαρξης.

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι το τρίτο σκαλί. Οι Έλληνες νεόπτωχοι, η νέα ποικιλότητα, αναζητούν τη θέση τους δίπλα στην παλιά. Αυτοί οι φορείς της νέας παρατυπίας, όχι λόγω έλλειψης νομιμοποιητικών εγγράφων αλλά ως πεπτωκότες μιας εισοδηματικής ή κοινωνικής κανονικότητας, είναι ανειδίκευτοι παράτυποι: αγνοούν και τα στοιχειώδη βήματα της νέας τους ζωής, βρίσκονται ενίοτε σε δυσμενέστερη θέση ακόμα και από τους «χωρίς χαρτιά». Πολλές φορές τους χρησιμοποιούν ως «ξεναγούς» στις ουρές των συσσιτίων.

Η πόλη ανασυντίθεται διαρκώς. Δίπλα στα παλιά τείχη, αόρατα και ανύπαρκτα για εμάς αλλά αδιαπέραστα για πολλούς άλλους, υψώνονται νέα. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, αναλογίζομαι πως η κρίση επέπεσε στον αστικό χώρο σε μια περίοδο που τα εγχώρια μεσαία στρώματα έδειχναν, έστω με ισχυρές αναστολές και αμφιταλαντεύσεις, σημάδια εξοικείωσης με την ιδέα μιας δημιουργικής, συμμετοχικής και συνθετικής διαχείρισης της ποικιλότητας. Αυτή η διάρρηξη μιας εξελικτικής πορείας θα καταγραφεί ως μια τεράστια απώλεια στην πορεία σύνθεσης ενός πεδίου κοινωνικής ασφάλειας και ειρήνης.