Μεγάλος ο σάλος από τις καταγγελλόμενες απάτες της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ) «Διεθνές Κέντρο Αποναρκοθέτησης». Ευλόγως, γιατί «είναι πολλά τα λεφτά» και η επικερδής, όπως φαίνεται, δράση της συνδέεται με μια συγκεκριμένη περίοδο και μια λογική διακυβέρνησης. Καλώς γίνεται ο έλεγχος, έστω και τώρα. Καλώς να γίνει, επιτέλους, έλεγχος και στα υπόλοιπα αντίστοιχα κρατικοδίαιτα μορφώματα. Δικαιούμαι όμως κι εγώ, καχύποπτος ων μετά από 30 χρόνια δράσης σε οργανώσεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου, να κάνω μερικές σκέψεις για τον τρόπο δημοσιογραφικής παρουσίασης και πολιτικής εκμετάλλευσης του θέματος.

Εξηγούμαι: ήταν τοις πάσι γνωστό πως η διοίκηση καλλιεργούσε προνομιακή σχέση με ορισμένες ΜΚΟ υλοποίησης προγραμμάτων. Θυμίζω δήλωση παλαιότερου υφυπουργού Εξωτερικών: «τα προγράμματα διεθνούς αναπτυξιακής συνεργασίας που υλοποιούνται από τις ΜΚΟ αποτελούν μέρος της διπλωματίας και ουσιαστικό εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής». Ήταν επίσης τοις πάσι γνωστό ότι κάποια «Μη Κυβερνητικά» γραφεία διαχείρισης προγραμμάτων σιτίζονταν στη δεκαετία του 1990 στα υπόγεια του Υπουργείου Εξωτερικών και, τα ίδια ή καινούρια, μετακόμισαν στη δεκαετία του 2000 αλλού, όπως στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Κι αφού όλα αυτά ήταν «ψίθυρος στα στενά της πόλης», το πραγματικό θέμα είναι η ανυπαρξία ή συνενοχή των ελεγκτικών μηχανισμών και η μακροχρόνια αδράνεια της δικαιοσύνης. Αυτή η αμεριμνησία των μηχανισμών ελέγχου επέτρεψε να γιγαντωθεί η ροή πολιτικού χρήματος. Πύκνωσαν τα εκσυγχρονισμένα πελατειακά δίκτυα με τους ημέτερους που άνοιγαν «μη κυβερνητικά μαγαζιά» με προσωποπαγή χαρακτήρα και ανύπαρκτες αρχές χορηγικής χρηματοδότησης. Επί της ουσίας, τμήματα του πολιτικού προσωπικού και της κομματικοκρατικής γραφειοκρατίας έβρισκαν για πολλά χρόνια πιο αποτελεσματική φόρμουλα το πρόθεμα «Μη Κυβερνητικός» για τους εταίρους τους. Παράλληλα εμφανίστηκαν οργανώσεις-σφραγίδες, πλυντήρια εκκλησιαστικά και μοναστηριακά, προσωπικά Μη Κυβερνητικά καταστήματα μεγαλοεπιχειρηματιών (κατ’ ουσίαν γραφεία δημοσίων σχέσεων με δωρεάν τηλεοπτική προβολή).

Ως εδώ όλα γνωστά. Όμως, ακόμα κι εγώ που ποτέ δεν συμπάθησα τον όρο ΜΚΟ (προτιμώ να μιλώ για μη κερδοσκοπικές οργανώσεις και κινήσεις πολιτών), οργίζομαι με την γενικευμένη προσπάθεια απαξίωσης των «περίφημων» ή των «λεγόμενων» ΜΚΟ, όπως συχνά τις αποκαλούν μερικοί δημοσιογράφοι. Γιατί θέτοντας συλλήβδην στον ίδιο παρονομαστή όλες τις οργανώσεις αδικούν τις πραγματικές κινήσεις ενεργών πολιτών που δρουν με τρόπο εξόχως πολιτικό, τηρούν καταστατικές αρχές, λογοδοτούν. Ο τρέχων δημοσιογραφικός και πολιτικός λόγος απειλεί να πάρει αμπάριζα τους πάντες: περιβαλλοντικές κινήσεις σε επίπεδο γειτονιάς, εθελοντές γιατρούς στα κοινωνικά ιατρεία, δίκτυα αλληλεγγύης, ομάδες πολιτών των ακριτικών νησιών που σπεύδουν να προστατεύσουν θαλασσοπνιγμένους μετανάστες, συλλογικότητες αλληλοβοήθειας.

Τι δουλειά έχουν όλοι αυτοί με το μέρος του πολιτικού προσωπικού που κατασκεύασε ή ανέχτηκε μια πλατφόρμα αδιαφανούς απορρόφησης κρατικών πόρων και επηρεασμού της κοινής γνώμης; Αυτό το πλέγμα αδιαφάνειας ποτέ δεν περιλάμβανε τις πραγματικά ανεξάρτητες οργανώσεις πολιτών και η αποκάλυψή του δεν πρέπει να οδηγήσει στη σπίλωσή τους. Με μια κουβέντα, άλλα τα «προτζεκτάδικα» με παντελή έλλειψη εθελοντικής βάσης και δημοκρατικού ελέγχου, πλήρη εξάρτηση από κρατικούς πόρους και αδιαφάνεια κι άλλες οι συλλογικές κινήσεις που τροφοδοτούνται από το υστέρημα χρόνου και ενέργειας κάποιων λίγων αλλά εύψυχων.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, έχει σημασία να προστατεύσουμε την ίδια την έννοια της ουσιαστικής συμμετοχής. Η απαξίωση γενικεύεται: οργανώσεις και κινήσεις πολιτών, ομάδες αλληλεγγύης, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, φορείς, σωματεία αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως ύποπτων προθέσεων. Την καχυποψία αυτή καλλιεργούν οι πλέον απαξιωμένοι εκπρόσωποι του πολιτικού και (μεγαλο)δημοσιογραφικού προσωπικού. Εκμεταλλεύονται κυνικά θεωρίες συνωμοσίας που φύονται Δεξιά κι Αριστερά, προφητείες περί μαγαζιών του Σόρος, σκοτεινών φορέων της Νέας Τάξης και κύκλων που απεργάζονται τον αφελληνισμό.

Ας τους θυμίσουμε μόνο πως όσο ανόητη και ανιστόρητη είναι η γενίκευση «Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι», όσο βλακωδώς φασιστική είναι η γενίκευση «Αλήτες προδότες πολιτικοί», τόσο αυθαίρετη και ψευδής είναι η συλλήβδην απαξίωση των εθελοντικών οργανώσεων. Στο κάτω κάτω, τα σκάνδαλα της «Αποναρκοθέτησης ΜΚΟ-ΑΕ» είναι έργο δικό τους, όχι δικό μας. Οι κατηγορούμενοι είναι φίλοι δικοί τους, όχι δικοί μας.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών