Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου «Στοιχήματα», Γιάννης Χάρης, εκδ. Γαβριηλίδη, 2013

Πολλοί επιδεικνύουν αδιαφορία ή επιφυλακτικότητα απέναντι στις σχεδόν τελετουργικά επαναλαμβανόμενες εκδοτικές συλλογές άρθρων. Δεν είναι περίεργη η αντίδραση. Συχνά τα βιβλία αυτά προκύπτουν κυρίως ή και αποκλειστικά από τη ματαιοδοξία του αρθρογράφου: δεν ικανοποιείται αρκετά από την δημοσίευση των πονημάτων του στην εφημερίδα. Επιθυμεί να δηλώσει συγγραφέας εκτός από αρθρογράφος, γυρεύοντας παράλληλα να γευτεί τη χαρά της βιβλιοπαρουσίασης, να είναι δηλαδή το τιμώμενο πρόσωπο και κάποιοι άλλοι «επώνυμοι» να μιλάνε, κατά παραγγελία του, γι’ αυτόν. Επιπλέον, οι συλλογές άρθρων πάσχουν συνήθως από αποσπασματικότητα. Άμεσα συναρτημένα τα κείμενα αυτά από την επικαιρότητα και άφευκτα δεμένα με τη βαριά αλυσίδα των 600 ή κάπου τόσων λέξεων, δεν μπορούν εύκολα να ξεφύγουν από την ίδια τους τη μοίρα. Γράφτηκαν για να δημοσιευτούν σε συγκεκριμένο χώρο, να διαβαστούν σε συγκεκριμένο χρόνο και δύσκολα μπορούν να αποτελέσουν ένα κάποιο ενιαίο όλο, να συνομιλήσουν με τα προηγούμενα και τα επόμενά τους. Αυτό προδιαγράφει και τη μοίρα αυτών των εκδοτικών εγχειρημάτων. Συνήθως, αφού εξυπηρετήσουν πρόσκαιρες επικοινωνιακές ανάγκες, βρίσκονται ταχύτατα να εκποιούνται σε στοίβες στα παζάρια βιβλίων.

Τα λέω όλα αυτά για να τονίσω ακριβώς σε τι διαφέρει το βιβλίο του Γιάννη Χάρη που κλήθηκα να παρουσιάσω. Τα Στοιχήματα, που εκδόθηκαν με ιδιαίτερη φροντίδα και καλαισθησία από τον Γαβριηλίδη (2013), συνέχονται από ομοθεματικότητα. Έχουμε ένα αντικείμενο που εξετάζεται από όλες τις πλευρές και μάλιστα κυρίως από αυτές που δεν γνωρίζαμε ότι υπάρχουν. Ποιο είναι αυτό; Το διευκρινίζει ο ίδιος ο Χάρης στον υπότιτλο του βιβλίου: Εθνικισμός, ρατσισμός, μετανάστευση. Τα κείμενα, δημοσιευμένα τα περισσότερα στα Νέα με την προσθήκη κάποιων καινούριων, παρατίθενται με χρονολογική σειρά κι αποτελούν, όπως γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογό του, ασκήσεις μνήμης απέναντι στον εξωραϊσμό του παρελθόντος και τον αναθεωρητισμό. Μοιάζουν ακόμα με σκόρπιες εγγραφές σε ημερολόγιο ή ίσως με ασκήσεις θαυμαστής ισορροπίας. Από τη μια ο παρατηρητής του δρόμου –τον φαντάζομαι να γυρνάει στο σπίτι του έχοντας αποθησαυρίσει εικόνες φαινομενικά ασήμαντες μα τόσο σημαντικές ως ψηφίδες– κι από την άλλη ο μοναχικός ταξιθέτης που βάζει την κάθε εικόνα και κάθε λέξη στη σωστή της θέση. Κι ακόμα ισορροπία ανάμεσα στο σύγχρονο και το διαχρονικό, στο καθημερινό κι εκείνο που το εξηγεί. Ο Χάρης μιλάει με την άνεση της βιωμένης σχέσης για την περίθαλψη των ανήμπορων γερόντων από τους μετανάστες αλλά και με τη γνώση του ιστορικού χρόνου για την τραυματική συνύπαρξη με τον Άλλο. Κρατάει ακόμα μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο ανώνυμο, το γενικό, την καθολίκευση του φοβικού και του άξενου αισθήματος και το ειδικό κι επώνυμο ως αναγνωρίσιμη εικόνα: η Βαγενά, ο Σαββόπουλος, ο Θεοδωρόπουλος. Κυρίως όμως ο Χάρης βλέπει πρόσωπα και καταστάσεις με ένα καυστικό χιούμορ που αποδομεί το Εμείς, υπονομεύοντας τις αυτοματικές συλλογικές μας βεβαιότητες και ταυτίσεις.

Η συγγραφή αυτή προϋποθέτει επιμονή μυρμηγκιού, λεπτοδουλειά μεγάλη. Σταχυολογώ από τις σελίδες του βιβλίου φράσεις που συνθέτουν μια οπτική ολόκληρη, μια θέαση του Άλλου και μέσα από τον Άλλο του συλλογικού μας εαυτού (οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Ήταν κι οι Έλληνες ξένοι.
Γράφει ο Γ.Χ. για το σύνθημα «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες» που κυριαρχούσε σε συλλαλητήριο των μοναρχικών στις 9 Νοεμβρίου 1923 στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Γράφει και για τον Πρωινό Τύπο που, πιο πρακτικός, ζητούσε να φορούν οι πρόσφυγες κίτρινο περιβραχιόνιο για να τους ξεχωρίζουν οι γηγενείς και να αποφεύγουν τον συγχρωτισμό μαζί τους.

Ήταν κι οι Έλληνες λαθραίοι.
Υπενθυμίζει ο Γ.Χ.: «Όλοι εμείς οι λαθραίοι βλέπουμε δυο εφιάλτες. Ο ένας είναι ότι θα πεθάνουμε στην Αμερική ξένοι και ανεπιθύμητοι, και ο άλλος είναι ότι θα μας πιάσει το Ιμιγρέσιο (Immigration Service) και θα μας στείλει πίσω στην Ελλάδα να πεθάνουμε εκεί» (Κ. Γ. Σταυράκης, Στα βήματα του Οδυσσέα, εκδ. Παπαζήση, 1999• παραθέτει ο Μιχάλης Γ. Τσάκαλος, Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, εκδ. Αιγέας, 2008, σ. 160). Και παραβατικοί ήταν, σε πείσμα όλων όσοι μιλάνε συνέχεια για την ακαριαία ένταξη την Ελλήνων στις κοινωνίες που τους δέχτηκαν. Θυμίζει πάλι ο συγγραφέας: Έτος 1925, ο υφυπουργός προεδρίας του Queensland γράφει: «Οι Έλληνες της Βόρειας Κουινσλάνδης είναι γενικά ανεπιθύμητοι και δεν αποτελούν καλούς μετανάστες. […]

»Συνοδευόμενος από έναν αξιωματικό της αστυνομίας, επισκέφτηκα κάμποσες από τις λέσχες και τα πανδοχεία τους, που βρίσκονται σε γενικές γραμμές σε άθλια κατάσταση. Το βιοτικό τους επίπεδο είναι χαμηλότερο από ό,τι των άλλων αλλοδαπών. Κοινωνικά και οικονομικά αυτός ο τύπος του μετανάστη συνιστά απειλή για την κοινότητα στην οποία εγκαθίστανται και θα ήταν προς όφελος της πολιτείας, αν η είσοδός τους απαγορευόταν ολοσχερώς» (Τσάκαλος, στο ίδιο, σ. 227 κ.ε.).

Κι ύστερα, γυρνώντας στο σήμερα, στο εδώ, ο Γ.Χ. παρατηρεί πως υπάρχουν μετανάστες και μετανάστες:
«Μαζί όμως με όλα αυτά, που έχουν συζητηθεί εξαντλητικά, ήθελα να προσέξουμε αυτό που σημαίνει η ύπαρξη καθαυτή των μεταναστών στην καθημερινότητα της μεγάλης ιδίως πόλης. Και μιλώντας για μετανάστες, εξειδικεύω στους Αλβανούς, όπως άλλωστε ξεκίνησα, με αφορμή το λαϊκό γλέντι στου Φιλοπάππου. Έτσι κι αλλιώς, πέρα από τους λαθρομετανάστες, όπως χαρακτηρίζουμε κυρίως τους Κούρδους και τους Αφγανούς πρόσφυγες των τελευταίων ετών, όταν μιλάμε γενικότερα για μετανάστες, από αυτούς που επιχειρούν να ενταχθούν στην κοινωνικοοικονομική ζωή της χώρας, εννοούμε τους Αλβανούς: όχι τους μακρινούς μας Πολωνούς, που είναι, να πάρει η ευχή, πιο άσπροι από μας, ξανθοί, ψηλοί, με ανώτερες σπουδές και με άλλο αέρα, σχεδόν υπεροχής• ούτε τους Φιλιππινέζους, που αυτοί, επιτέλους, είναι πιο κοντοί και πιο μαυριδεροί και από μας, και μια ιδέα σχιστομάτηδες, άλλη φυλή βρε παιδί μου, και προπαντός στην υπηρεσία μας εξαρχής, πειθήνιοι, υποτελείς».
Και βέβαια, κριτική ματιά στις δικές μας αντιφάσεις, τις αντινομίες μας:
«Και απλή λογική, που αναρωτιέται: πώς νοείται απ’ τη μια να ψηλώνουμε από εθνική υπερηφάνεια που με τον Μεγαλέξανδρο διαδώσαμε –με το μαχαίρι, μην το ξεχνούμε– τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου, και από την άλλη να μας διακατέχει ιερή αγανάκτηση και να μεμψιμοιρούμε, αν όχι να απαιτούμε μαχαίρι, εκεί που μας έρχονται έτοιμοι, μες στην αυλή μας, και μαθαίνουν τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας».
Μα πάνω απ’ όλα ο Έλληνας που μας φοβίζει:
«Γράφω αυτές τις γραμμές, και δε μ’ αφήνει η ανατριχίλα τού “Έλληνα η σημαία σού ανήκει”• γιά δες, λέω, έφτασε να μου προκαλεί ανατριχίλα αυτό το “Έλληνα”, με τόση μισαλλοδοξία που κρύβει, έτσι όπως το είδαμε γραμμένο στον τοίχο του σχολείου της Ν. Μηχανιώνας, και μάλιστα από νέα παιδιά, σαν κάννη από περίστροφο, π.χ. εκείνου του “Έλληνα” που θέριζε λίγα χρόνια πριν μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας».
Και πάλι η σημαία, ξανά η σημαία, διαρκώς μπροστά μας και στις σελίδες του Γ.Χ. ο Έλληνας και η σημαία του:
«Κι αν την 28η Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου κυματίζει η σημαία του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία, φοβάμαι ότι τις άλλες μέρες κυματίζει η σημαία του Μεταξά και του Παπαδόπουλου. Και αν με συγκινεί η σημαία της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου, ή η σημαία που θα τύχει να δω όταν βρίσκομαι σε ξένη χώρα, μετανάστης αλλά ακόμα και περαστικός, τουρίστας, ή η σημαία που θα δω σε μια αθλητική νίκη – η σημαία που θα δω στα χέρια Χρυσαυγιτών σε διαδήλωση ή ντεκόρ στο κανάλι π.χ. του Καρατζαφέρη μού φέρνει τρόμο, με παγώνει.

»Αλλά ούτε Χρυσή Αυγή ούτε Καρατζαφέρης: παντελώς άγνωστός μου γείτονας, άγνωστων δηλαδή φρονημάτων, δένοντας ένα κοντάρι με το άλλο, ύψωσε όσο πιο ψηλά μπορούσε στην ταράτσα της πολυκατοικίας του την ελληνική σημαία. Προσοχή, όχι στο διαμέρισμά του, ούτε τη μέρα της 28ης Οκτωβρίου, αλλά έτσι, μια ωραία πρωία, “καπέλο” σ’ όλη την πολυκατοικία, απέναντι σε ποιος ξέρει ποιον εχθρό, ύψωσε την ελληνική σημαία. Ποια άραγε σημαία είναι αυτή; Φοβάμαι όχι η δική μου, η εθνική, αλλά –ερήμην ίσως των προθέσεων του γείτονα– η εθνικιστική.

»Και σκέφτομαι πως μια τέτοια σημαία έκαψε τις προάλλες στην πορεία του Πολυτεχνείου κάποιος διαδηλωτής. Φταίει αυτός; Ή μήπως εγώ, που δεν κατάφερα να τον πείσω πως άλλη η σημαία στην πύλη του Πολυτεχνείου και άλλη η σημαία του τανκς που έριξε την πύλη;»

Κι αυτοί που θέλουν να γίνουν Έλληνες; Τι πρέπει να γνωρίζουν; Τι εξετάσεις να περνούν;
«Γιατί είναι αδιανόητο να μαζεύεις σε ξένη χώρα πορτοκάλια ή να ξεσκατίζεις κατάκοιτους γέρους και να μην ξέρεις “τι περιέγραψε ο ιστορικός Προκόπιος”! Δεν ξέρω εσείς• εγώ κόπηκα. Τρέχω κάθιδρος στον καθρέφτη: ίδιος ωστόσο είμαι ακόμα. Όμως, Θεέ μου, μήπως αρχίσω τότε, σιγά σιγά, να κιτρινίζω και να γίνονται και τα μάτια μου σκιστά; Ή μήπως αρχίσω και σκουραίνω και πάρω στο τέλος μαύρο κατράμι χρώμα; Μα η φωνή με ξεκουφαίνει: “Λυπάμαι, κοπήκαμε!” Σαν κοινωνία δηλαδή».

Και βέβαια, πανταχού παρών ο καθρέφτης της τηλεόρασης:
«Δίνουμε δηλαδή εντέλει άλλοθι στον Αυτιά, στον κάθε Αυτιά, όταν λέμε πως για την τηλεθέαση στήνει σαματά, ενώ είναι σαφείς και κατατεθειμένες οι βαθιά συντηρητικές έως αντιδραστικές απόψεις του. Αρκεί εξάλλου να παρακολουθήσει κανείς την άτυπη, και όχι μόνο, συμμαχία που συνάπτεται θαρρείς ενστικτωδώς ανάμεσα στον δημοσιογράφο παρουσιαστή και τον δεξιότερο των παραθυρευόντων, με στόχο τον εκάστοτε “αντιφρονούντα”, τον απεργό, τον συνδικαλιστή, τον αριστερό βουλευτή, που λοιδορείται απροκάλυπτα και στήνεται στα πέντε μέτρα: κόβει ο Βορίδης, ο Πλεύρης, ο Βελόπουλος, ράβει ο Αυτιάς, ο Παπαδάκης, ο Άκης Παυλόπουλος, με ύφος δεκαπέντε εισαγγελέων ο καθένας».

Και πάλι, πιο κοντά μας χρονικά, υπάρχουν μετανάστες και μετανάστες:
«“Μήπως ήρθε η ώρα να καταλάβουμε πως ο Αλβανός που ήρθε στην Ελλάδα γιατί ήθελε να δουλέψει και να ενταχθεί στην κοινωνία μας […] είναι ο καλύτερός μας σύμμαχος απέναντι σ’ αυτό το πρόβλημα;” γράφτηκε σε γειτονική σελίδα εδώ (Τάκης Θεοδωρόπουλος, 20.6.2009). “Μήπως ήρθε η ώρα να αντιληφθούμε ότι το παιδί που πρωτεύει στο σχολείο και οι συμπλεγματικοί γονείς των συμμαθητών του δεν το αφήνουν να σηκώσει τη σημαία δεν έχει καμία σχέση με τον εξαθλιωμένο Αφγανό που ξεμπαρκάρει νύχτα σε κάποια ακτή του Αιγαίου;”

»Επικίνδυνα παιχνίδια. Ο χτεσινός “εγκληματίας που βγήκε από τις φυλακές του Μπερίσα”, “ενταγμένος” τώρα στην “κοινωνία μας”, παίρνει επίσημα από εμάς άδεια οπλοφορίας για το όπλο που από μόνος του είχε για τους Πακιστανούς που “ρίχνουν το μεροκάματο” και του “κλέβουν τη δουλειά”, για τους Κινέζους που “κρατάνε τα νοίκια ψηλά” κ.ο.κ. Εγκληματικά παιχνίδια».

Διαβάζοντας τα κείμενα του Χάρη αναλογίζομαι πόσος χρόνος χωρίζει την αρχή από το τέλος τους, το 2003 από το 2011. Αυτή η σύντομη 8ετία, η δεύτερη φάση του ύστερου μεταναστευτικού μας που ξεκίνησε στα προεόρτια των εθνικών μεγαλείων της ισχυρής Ελλάδας και τέλειωσε στα απόνερα της κρίσης, είναι σύμφυτη με την αλλαγή της αυτοεικόνας μας που διαθλάται μεταξύ πολιτισμικής ετερότητας και υφεσιακής αποδιάρθρωσης.

Πώς συμβάλλουν στην αυτοεικόνα μας αυτά τα κείμενα του Χάρη; Νομίζω πως πάνω από όλα επιβεβαιώνουν την αξία της νηφάλιας στράτευσης, της έλλογης μαχητικότητας, της συμμετοχής στη δημόσια σφαίρα με όπλο τον Λόγο. Γιατί είναι σήμερα αυτά πολύτιμα; Γιατί όλοι μιλάμε για τη διάλυση του συλλογικού αλλά παράλληλα με αυτή έχουμε και την αποσάθρωση του ατομικού. Στα Στοιχήματα του Γιάννη Χάρη, το άτομο, ο ένας, ο αναγνώστης ξαναγίνεται ουσιώδης ένας, μοναδικός και μοναχικός σκεπτόμενος παρατηρητής. Κατά τούτο, είναι ένα έργο που εξερευνά διά της καθημερινής παρατήρησης και γραφής την γραμμή που συνδέει την πράξη της νόησης με την ίδια την πράξη.