«Η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει». Ο στίχος από το υπέροχο «Σαράβαλο» του Γ. Αγγελάκα έρχεται στον νου όποτε ακούω κάποιον να μας μαλώνει όλους για την κρίση. Μετά το εμβληματικό «μαζί τα φάγαμε» του Θ. Πάγκαλου ήρθε και η Ελ. Κούρκουλα: «Μη σας φανεί ακραίο, αλλά μήπως ο κάθε Έλληνας δεν ήταν ένας μικρός Τσοχατζόπουλος; Δήλωσε κανείς την πραγματική αξία του σπιτιού που αγόρασε;». Κυνική εξίσωση της συστηματικής καταλήστευσης δημόσιου πλούτου με τη φοροδιαφυγή. Ωμή καθολίκευση του χαρακτηρισμού του μεγαλοαπατεώνα για έναν ολόκληρο λαό. Διαθέτουν όντως απύθμενο θράσος κάποια αποσυρμένα ή αζήτητα στελέχη του πολιτικού προσωπικού.

Προφανής και χιλιοειπωμένη η λειτουργία τέτοιων δηλώσεων: χρησιμοποιούν την αυθαίρετη γενίκευση και την υπεραπλούστευση σαν βόμβες διασποράς που σκορπίζουν αίσθημα συλλογικής ενοχής. Παρ’ όλα αυτά, πιο διαβρωτική είναι η ενοχοποίηση που δεν διεγείρει ευθέως τα αντανακλαστικά των πολλών. Εκείνη που προκύπτει σαν αβίαστος καρπός τάχα από το πάντρεμα της κοινής λογικής με τη λογιοσύνη. Πρόκειται για λόγο όπου κυριαρχεί ένα υπέροχα καθηλωτικό, ήπιο και σκεπτόμενο «εμείς». Έτσι, η ενόχληση που ευλόγως προκαλεί στον ακροατή η αφ’ υψηλού στηλίτευση υποχωρεί μπροστά στη «γενναία» συμπερίληψη του ομιλητή στο σύνολο που αυτομαστιγώνεται. Με όπλο την πρόταξη του μετανοούντος συλλογικού υποκειμένου, ο μονόφθαλμος προφήτης των δεινών μαζεύει τους τυφλούς γύρω του, διεκτραγωδεί την παρακμή, εντοπίζει τη συλλογική ευθύνη της τύφλωσης και δείχνει το δρόμο προς τη σωτηρία.

«Ζούμε σε μια κοινωνία που μαραίνεται διαρκώς, γιατί δεν έχει τρόπο να ποτιστεί στις ρίζες της. Οι δεσμοί αίματος, τα σόγια, από τα οποία περνάει κάθε εκλογική επιτυχία, οδηγούν το μερικό να κυριαρχεί του κοινού συμφέροντος. Ζούμε σε ένα τοξικό νέφος, σε ένα πνιγηρό παρόν», είπε ο Στ. Ράμφος στην πολυδιαφημισμένη εκδήλωση του Ποταμιού. Εύστοχα σχολιάστηκε πως το σκηνικό θύμιζε κήρυγμα τηλευαγγελιστή. Φοβάμαι πως και το περιεχόμενο εκεί παρέπεμπε. «Η παλιά Ελλάδα θριαμβεύει, γιατί ο τόπος της παλιάς Ελλάδας είναι το καφενείο». Όμως και τούτες οι κουβέντες με θρίαμβο του καφενείου μοιάζουν: η ελληνική γλώσσα που πεθαίνει, οι νέοι που βυθίζονται στην αμάθεια, οι Έλληνες που δεν μπορούν να συνεννοηθούν για τα βασικά. Και βέβαια, πάγια κορωνίδα το ανάθεμα στη στρεβλή νοοτροπία μας: «αν το χρέος εξαφανιζόταν με ένα μαγικό ραβδί, εμείς θα συνεχίζαμε να έχουμε την ίδια νοοτροπία».

Ο Δ. Σαββόπουλος, διανύοντας μακρά περίοδο αυτάρεσκης μεταμέλειας και αποκήρυξης του παρελθόντος (του), τραγουδούσε: «Ένας κόσμος που κρύβει το δράμα με μια δήθεν στηλίτευση». Πρόκειται όντως για μια ιδιότυπη ηδονή της στηλίτευσης. Το σηκωμένο δάχτυλο της καθολικής επίπληξης. Το δρεπανηφόρο άρμα του «σκεπτόμενου αντιλαϊκισμού». Η νέα θεότητα είναι η παντοδύναμη «κοινή λογική» που καταδικάζει το ακόλαστο παρελθόν.

Όποιος κοιτάζει πίσω κινδυνεύει να μείνει στήλη άλατος. Η φτώχεια, απελευθερωμένη από διεκδικήσεις και απολαβές αμαρτωλές, φρόνιμη πια, ωθείται να αγκαλιάσει το νέο: την αλλαγή νοοτροπίας, την ανάδειξη των αρίστων. Καλεί ο Στ. Ράμφος –σαν άλλος Πάουλο Κοέλιο- τη φρόνιμη φτώχεια να «αποκτήσει καλή ψυχολογία». Με ανάταση ψυχής να προσευχηθεί στο ευχολόγιο της καθαρτήριας κοινοτοπίας, να ορκιστεί στο τέλος της αμαρτωλής μεταπολίτευσης. Τέσσερις δεκαετίες διαγράφονται. Ελάτε λοιπόν να γυρίσουμε πίσω στο 1974, τότε που η δικτατορία άφησε μηδέν δημόσιο χρέος (πάλι κατά τον Στ. Ράμφο, κι αφήστε τα στοιχεία να λένε άλλα). Τότε που δεν υπήρχαν κόμματα, γιατί, αν υπήρχαν, το Πολυτεχνείο δε θα γινόταν, όπως είπε κι ο Στ. Θεοδωράκης.

Πρόκειται για ογκώδη άγνοια; Φυσικά όχι. Πρόκειται για την επέλαση της μεταπολιτικής. Το δόγμα του αυτονόητου πρέπει να επικρατήσει. Οι αντιθέσεις να κατασιγάσουν διότι κρύβουν εγωισμό. Τα κόμματα να πάψουν γιατί θυμίζουν την παλιά Ελλάδα. Οι ποταπές κοινωνικές διεκδικήσεις να πάνε στο χτες γιατί εκεί ανήκουν. Οι ιδεολογικές αποχρώσεις να ξεβάψουν και να στρατευτούν πίσω απ’ το «λευκότερο λευκό» λάβαρο της συναίνεσης. Και εντέλει, γι’ αυτό υπάρχουν οι φωτισμένοι, οι «άριστοι των Ελλήνων», για να μας δείξουν τον δρόμο: πιο πίσω και απ’ το πίσω… Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 26/11