Είναι άσκηση υψηλής δυσκολίας η σύνταξη ενός οδικού χάρτη για την προστασία των πιο θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ελλάδα της ύφεσης και της ακραίας λιτότητας. Οι επιπτώσεις δημοσιονομικών συνθηκών και πολιτικών επιλογών δυσχεραίνουν τη χαρτογράφηση του πεδίου των δικαιωμάτων και την προτεραιοποίηση των αναγκών. Γιατί από τα κοινωνικά δικαιώματα και αγαθά (υγεία, εκπαίδευση, στέγη, νερό) ως τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα τελευταία χρόνια επιφύλασσαν μεγάλη ή επαπειλούμενη επιδείνωση. Ο κύκλος των ευάλωτων ομάδων ολοένα διευρύνεται, συμπαρασύροντας τη ραχοκοκαλιά της μεσαίας τάξης. Και ιδίως τώρα επιβεβαιώνεται το αλληλένδετο και το αδιαίρετο των δικαιωμάτων: πλανώνταν οικτρά όσοι πίστευαν ότι μπορούσε η ακραία ύφεση να αφήσει ανεπηρέαστα τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, όσοι έβλεπαν λιτότητα στα αγαθά χωρίς λιτότητα στη δημοκρατία και το κράτος δικαίου.

Παρά τις δυσκολίες, υπάρχουν ωστόσο ζητήματα με εμβληματικό χαρακτήρα, των οποίων η διαχείριση θα χαρακτηρίσει την επόμενη διακυβέρνηση. Αναμφίβολα τέτοιο είναι ο περιορισμός της πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Ο απαιτούμενος χρόνος και το κόστος καθιστούν απαγορευτική ή μάταιη την προσφυγή στη Δικαιοσύνη για τεράστιο αριθμό πολιτών και υποθέσεων. Το γεγονός αυτό έρχεται να προστεθεί στην ούτως ή άλλως βαριά ατμόσφαιρα σχετικά με τη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας γενικά και αναφορικά με την τήρηση των αναγκαίων αποστάσεων από την εκτελεστική ειδικότερα. Παράλληλα, οι φυλακές επιβαρύνονται και τα δικαιώματα των κρατουμένων συρρικνώνονται διαρκώς. Ασφυκτικός υπερπληθυσμός, ανεπαρκής στελέχωση, ανύπαρκτη υγειονομική περίθαλψη και περιορισμός αδειών διαμορφώνουν ένα εφιαλτικό και εκρηκτικό σκηνικό.

Δεύτερο πεδίο η διαχείριση του μεταναστευτικού. Οι πρωθυπουργικές δηλώσεις μπροστά στο φράγμα του Έβρου αποσκοπούσαν στην φτηνή ψηφοθηρία και επιχειρούσαν να στριμώξουν το σύνθετο μεταναστευτικό ζήτημα στο απλοϊκό δίλημμα «εχθρός ή φίλος των λαθρομεταναστών». Απέναντι σε αυτή την πολιτική, ζητείται ένα πλαίσιο για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών που δεν θα εξαντλείται στην αποτροπή/καταστολή αλλά θα περιλαμβάνει βασικές δομές υποδοχής και ένταξης. Ζητείται ενίσχυση της Υπηρεσίας Ασύλου και θωράκιση της ανεξαρτησίας της. Ζητείται ρεαλιστική πολιτική για όσους μετανάστες έχουν παγιωμένες βιοτικές σχέσεις στον τόπο μας και εξέπεσαν της νομιμότητας λόγω κρίσης. Ζητείται τέλος ουσιαστική και αποφασιστική ρύθμιση της παροχής ιθαγένειας στη δεύτερη γενιά.

Επόμενο πεδίο η αυθαιρεσία και δομική ατιμωρησία των σωμάτων ασφαλείας. Προτείνω τρία συγκεκριμένα μέτρα άμεσης εφαρμογής και μηδενικού κόστους: απόλυτη κατάργηση των χημικών ουσιών (τις πολλαπλές, ολέθριες και μακροχρόνιες συνέπειές τους στη δημόσια υγεία επισημαίνουν διαρκώς αρμόδιοι επιστήμονες), άμεση εφαρμογή της υποχρέωσης των αστυνομικών να φέρουν εμφανή τα διακριτικά της ταυτότητας τους, θέσπιση πραγματικά ανεξάρτητου μηχανισμού ελέγχου των περιστατικών αυθαιρεσίας.

Ειδικότερα σε ό, τι αφορά το έγκλημα με ρατσιστικά κίνητρα, μένουν πολλά να γίνουν για να συγκροτηθεί μια συνεκτική πολιτική αντιμετώπισής του. Και βέβαια, η ποινική αντιμετώπιση αυτού του εγκλήματος προϋποθέτει σαφή πολιτική βούληση. Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο στις υπόγειες επαφές θεσμικών παραγόντων της απερχόμενης κυβέρνησης με τους υπόδικους βουλευτές της ΧΑ αλλά και στην ανησυχητική αμφιθυμία ορισμένων εκπροσώπων της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέναντι στις ποινικές διώξεις του ηγετικού πυρήνα της νεοναζιστικής οργάνωσης.

Τελευταίο από αυτά τα συμβολικά βήματα σε μια άλλη πολιτική δικαιωμάτων μπορεί να είναι η αποφασιστική αντιμετώπιση των πολλών περιστατικών ακραίας εργασιακής αυθαιρεσίας. Η περίπτωση της ατιμώρητης βίας και αυθαιρεσίας στη Μανωλάδα αποτελεί ορόσημο στην παγίωση και εξάπλωση ενός οιονεί δουλοκτητικού καθεστώτος (που δεν αφορά μόνο αλλοδαπούς εργαζόμενους) σε πολλά τμήματα της επικράτειας και πολλούς χώρους εργασίας. Η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών αποτελεί λοιπόν άλλη μια πρόκληση για την επόμενη κυβέρνηση.

Η παραπάνω επιλογή σηκώνει φυσικά πολλή συζήτηση. Η μη συμπερίληψη άλλων θεμάτων δεν έχει να κάνει παρά μόνο με την οικονομία του χώρου και κυρίως των προσδοκιών. Δικαιούται κανείς να έχει προσδοκίες; Φυσικά. Εξάλλου, για να είμαστε ειλικρινείς, ο πήχης τα τελευταία χρόνια χαμήλωσε πολύ. Ας τονιστεί πάντως πως η αντιμετώπιση τέτοιων κορυφαίων θεσμικών ζητημάτων είναι εξίσου σημαντική με τα οικονομικά μεγέθη. Καμιά δύναμη που διεκδικεί να ασκήσει εξουσία δε δικαιούται να αντιμετωπίζει τα δικαιώματα ως θέματα πολυτελείας που θα ρυθμιστούν μετά τη δημοσιονομική ανάκαμψη.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών