Κοιτώ την αιμάσσουσα Αριστερά. Τα λάθη των τελευταίων μηνών. Τη στρατηγική που δεν αναπροσαρμόστηκε εγκαίρως και οδήγησε στα γνωστά αποτελέσματα. Τη ρητορική που διαψεύστηκε μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου, αλλά επαναλήφθηκε πέντε μήνες μετά για να ξαναδιαψευστεί μετά το δημοψήφισμα. Το ίδιο το δημοψήφισμα, πολλαπλώς προβληματικό, όπλο αυτεπίστροφο. Τις προσωπικές στρατηγικές που παροξύνουν τη γεύση της ήττας. Το αυτομαστίγωμα, την προοπτική της διάσπασης.

Η Αριστερά είναι εδώ, έστω αιμάσσουσα, με όλες τις παιδικές της ασθένειες. Αναμετριέται με τις αδυναμίες της, γυρεύει να χαράξει νέα ρότα, βιώνει το τραύμα της κατάρρευσης του φαντασιακού. Ο αιθεροβάμων σχεδιασμός σκόνταψε στην ωμή πραγματικότητα των ευρωπαϊκών συσχετισμών. Κατάφερε εντούτοις να φανερώσει τη χαλασμένη πυξίδα της ΕΕ. Η ίδια Αριστερά που απέτυχε να στρέψει τον ευρωπαϊκό άξονα μακριά από την αδιέξοδη λιτότητα, κατάφερε από την άλλη να κάνει μέρος της Ευρώπης να συζητά με όρους Ένωσης και όχι σκέτης κυριαρχίας. Το άμυαλο παιδί πρόλαβε να φωνάξει πως ο βασιλιάς είναι γυμνός, πριν πάει τιμωρία στη γωνία να γράψει χίλιες φορές πως δεν θα το ξανακάνει.

Κοιτώ και απέναντι, τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, πανεπιστημιακούς, δημάρχους, δημοσιογράφους και δημοσιολογούντες που συνέστησαν το «ευρωπαϊκό μέτωπο». Πού είναι τώρα ο κριτικός δημόσιος λόγος τους; Εύλογη και καλοδεχούμενη η κριτική τους για τις κυβερνητικές αστοχίες, ακόμα και όταν καταλήγει λόγος μονότονος περί εκτροπής. Είναι όμως εκκωφαντική -αν και αιδήμων- η σιωπή των περισσότερων γύρω από το βαθύ, δομικό ρήγμα στο εσωτερικό της ΕΕ. Υπάρχει τελικά μόνο η μονοσήμαντη πρόταξη του συμπαγούς, αδιαφοροποίητου σχήματος «εμείς και η Ευρώπη»; Ωσάν να είναι μια η Ευρώπη, ωσάν να μην υπάρχουν διαφορές μεταξύ κρατών, μεταξύ πολιτικών δυνάμεων, ωσάν η ταξικότητα των συγκρούσεων να έχει εξοριστεί από την ήπειρό μας.

Ανύπαρκτη από μεριάς αυτών των δημόσιων προσώπων η ουσιαστική κριτική στο ευρωπαϊκό δημοκρατικό έλλειμμα. Καμία ανησυχία για την απόπειρα πλήρους επικράτησης του τραπεζοπιστωτικού επί του πολιτικού, επί του κοινωνικού, επί των δικαιωμάτων. Απουσιάζει εντελώς από τον λόγο αυτόν, λόγο γενικώς ευαίσθητο στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, κάθε έννοια κοινωνικού δικαιώματος. Απουσιάζει το αίσθημα προσωπικής συντριβής λόγω της κοινωνικής καταστροφής. Καταπίνεται αμάσητη η ευρωπαϊκή διολίσθηση στον θεσμικό κυνισμό, η ευθεία παρέμβαση ευρωπαίων θεσμικών παραγόντων στο εδώ πολιτικό παίγνιο και εντέλει η οικοδόμηση ενός νέου σκηνικού, που αντιστρατεύεται το μεγαλύτερο μέρος του ίδιου του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Καταπίνεται επίσης αμάσητη η πρωτοφανής, συντεταγμένη μιντιακή υπεροπλία του ενός δημοψηφισματικού πόλου, που καταρράκωσε κάθε δεοντολογία.

Ο χώρος αυτός δεν μοιάζει να γέννησε σοβαρό προβληματισμό για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Δεν επέδειξε ίχνος αυτοκριτικής. Δε στάθηκε να δει γιατί ο κόσμος δεν στήριξε το δικό τους «Ναι στην Ευρώπη». Δε στάθηκε να προβληματιστεί μπροστά στη λογική όσων είπαν Όχι. Δε στάθηκε ούτε στους ενδοιασμούς πολλών που, διαφωνώντας πλήρως με το δημοψήφισμα, έμειναν άστεγοι, γιατί δεν μπορούσαν επ’ ουδενί να πουν «Ναι στα υφεσιακά μέτρα».

Ο χώρος αυτός, και κυρίως η πλειονότητα της κεντροαριστερής διανόησης αποκόπηκε σταδιακά από την κοινωνική πραγματικότητα της τελευταίας 5ετίας. Ανάμεσά τους κάποιοι αναπτύσσουν σύνδρομα Μαρίας Αντουανέτας: για όσα δεν μπορούν να εξηγήσουν, φταίει το αγελαίο του λαού. Άλλοι έφτασαν να αναφωνήσουν σε συγκέντρωση «Εμείς είμαστε οι καθαροί!», κάνοντας επικίνδυνα λογοπαίγνια με την καθαρότητα του νεοναζισμού. Αναζητούν στα γνωστά παλιά σχήματα, στη σύγκρουση της Δύσης με την καθ’ ημάς Ανατολή, τις αιτίες των δεινών μας. Έτσι καταφέρνουν να μη μιλήσουν για την ανεπανόρθωτη ζημιά, που επέφερε η βίαιη λιτότητα στον κοινωνικό ιστό και στις πολιτικές λειτουργίες στη χώρα μας.

Είναι εντυπωσιακή η απροθυμία τους να αποτιμήσουν τις συνέπειες της λιτότητας και των υφεσιακών μνημονίων στο κοινωνικό σώμα και στις βασικές λειτουργίες της πολιτικής κοινότητας. Φοβάμαι πως είναι μια από τις ελάχιστες φορές που αυτός ο χώρος σκέψης φαίνεται κατώτερος ακόμα και από το πολιτικό προσωπικό, που θεωρητικά τον εκπροσωπεί, καθώς ακόμα και οι αντιπολιτευόμενοι κομματικοί σχηματισμοί την κρίσιμη ώρα δεν επέδειξαν τόση αμβλυωπία.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται με θάρρος να αναστοχαστούμε όλοι. Ακριβώς γιατί οι πρόσφατες ανατροπές δεν επιτρέπουν βεβαιότητες. Και όσοι αισθάνονται δικαιωμένοι, μόνο και μόνο επειδή το δημοψηφισματικό Όχι έγινε κυβερνητικό Ναι, ας διαβάσουν τις σκέψεις του Χάμπερμας: «Φοβούμαι ότι η γερμανική κυβέρνηση, περιλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατικής της πτέρυγας, έπαιξε μέσα σε μια νύχτα στα χαρτιά και έχασε όλο το πολιτικό κεφάλαιο που μία καλύτερη Γερμανία είχε συσσωρεύσει εδώ και μισό αιώνα». Αν ήταν Έλληνας ο Χάμπερμας, ίσως κάποιος από τους προαναφερθέντες να τον κατακεραύνωνε ως λαϊκιστή δραχμολάγνο.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 29/7