«Πιο φιλέλληνες θα ήταν Βούλγαροι και Τούρκοι καθηγητές από τον Λιάκο»: η ιταμή φράση του εκδότη/διασκεδαστή Θέμου Αναστασιάδη κατακλύζει το διαδίκτυο. Σαν Βασιλικός Επίτροπος Εκτάκτου Στρατοδικείου, υψώνει τα λάβαρα της εθνικοφροσύνης και της ιδεολογικής καθαρότητας. Δεν είναι ο πρώτος ούτε κι ο τελευταίος. Η πατριδοκαπηλία πουλάει. Βρίθει η νεότερη ιστορία μας από εκδηλώσεις «μισαλλόδοξης εθνικοφροσύνης» με σκοπό τον σωφρονισμό όσων εξέφραζαν αποκλίνουσες απόψεις.

Η Αιμιλία Σαλβάνου θύμισε τις επιθέσεις κατά του Παπανούτσου και του Αλ. Πάλλη, τις κατηγορίες εναντίον του Δελμούζου, την αναγκαστική παραίτηση του Ι. Κακριδή από τη Φιλοσοφική, τη στοχοποίηση του Γ. Ράλλη, τις εκστρατείες κατά των Δραγώνα και Ρεπούση (Ενθέματα, Αυγή, 6/12).

Ο Αναστασιάδης και το Πρώτο Θέμα ηγούνται σήμερα εκστρατείας για την προστασία των ιερών και των οσίων της φυλής από τον Αντώνη Λιάκο. Δεν αποτελεί έκπληξη, είναι γνωστές οι εκλεκτικές συμπάθειες της εφημερίδας με το νεοναζιστικό περιθώριο. Γνωστή και η φαιορόζ αισθητική της. Όμως το ζήτημα υπερβαίνει την εκάστοτε φυλλάδα που λασπολογεί. Το κρίσιμο σήμερα είναι η γενικότερη παλινόρθωση του μισαλλόδοξου εθνοφυλετισμού που επιδιώκει να τρομοκρατήσει κάθε αποκλίνουσα φωνή.

Πρόσφατο παράδειγμα, η ρητορική του μίσους εναντίον του Ν. Φίλη επειδή «τόλμησε» να εκφράσει σκέψεις σχετικά με τον διωγμό των Ποντίων. Ο εγχώριος «εθνοπουριτανισμός» δεν επιτρέπει τέτοιους προβληματισμούς. Όποιος δεν ομνύει στην «Αγία Γενοκτονία» και μιλά για εθνοκάθαρση είναι περίπου μειοδότης. Το πιο φαιδρό: για να χύσουν το δηλητήριό τους, οι οπαδοί της εθνοφυλετικής καθαρότητας παρουσιάζουν την εθνοκάθαρση όχι ως συστηματική προσπάθεια εκδίωξης πληθυσμού αλλά ως ανέμελη εκδρομή στην εξοχή.

Πρόκειται για συστηματική προσπάθεια σπίλωσης και εκφοβισμού: είμαστε ισχυροί, είμαστε παντού, μη μας προκαλείτε. Θυμηθείτε τι έγινε με τις ταυτότητες, το βιβλίο Ιστορίας, το όνομα της Μακεδονίας. Μην αγγίζετε τον πυρήνα της εθνικής ταυτότητας: τη γλώσσα, το έθνος, την Ιστορία, τη θρησκεία. Μπορείτε να επιλέξετε μεταξύ αυτολογοκρισίας και μιντιακού λιντσαρίσματος.

Πίσω από το γραφικό μανδύα των οργανωμένων ομάδων (παραθρησκευτικών οργανώσεων, εφέδρων ή σωματείων ιστορικής μνήμης) κρύβεται συχνά η ατόφια ελληνική Ακροδεξιά, ακόμα και ομάδες νεοναζιστικής χροιάς. Όταν χρειαστεί, το τέρας θα δείξει το πραγματικό του πρόσωπο, αυτό που αντίκρισε ο βουλευτής Γ. Κουμουτσάκος. Και όσοι παίζουν με αυτό το τέρας κινδυνεύουν να πέσουν οι ίδιοι θύματά του.

Η τελευταία διαπίστωση ισχύει για όλους μας. Αφορά στην οριζόντια διάχυση τέτοιων ιδεών στο πολιτικό προσωπικό και το κοινωνικό σώμα. Αφορά στον καιροσκοπισμό όσων δεν τις ασπάζονται αλλά επιλέγουν να μην τις πολεμούν ανοιχτά: πολλοί, μεταξύ τους η κ. Γεννηματά και ο κ. Μεϊμαράκης, κατέστησαν τον κ. Φίλη υπαίτιο για τον ξυλοδαρμό Κουμουτσάκου. Δηλαδή, λόγω Φίλη, δικαιολογημένα …φούντωσαν οι Χρυσαυγίτες.

Το ζήτημα αφορά πρωτίστως την κυβέρνηση, τη συνύπαρξη της Αριστεράς με φορείς εθνολαϊκισμού και την ώσμωση μαζί τους. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή: όταν η ανάδειξη θεμελιακών ειδοποιών ιδεολογικών διαφορών υποχωρεί για λόγους τακτικής, τότε οδηγούμαστε στη μόνιμη απώλεια ταυτοτικών χαρακτηριστικών της Αριστεράς. Το αξιακό φορτίο δεν ανασύρεται α λα καρτ, ούτε κληροδοτείται άπαξ. Οφείλει να αποδεικνύεται διαρκώς. Ειδάλλως, όσο δεν τονίζονται και δεν προωθούνται επιθετικά οι αναγκαίες θεσμικές τομές, τόσο η ώσμωση με τον εθνολαϊκισμό ωφελεί τον τελευταίο.

Πιο απλά: όσο δεν προωθούμε τομές στις σχέσεις κράτους- Εκκλησίας, εκσυγχρονισμό των προγραμμάτων σπουδών στην εκπαίδευση ή μηχανισμούς λογοδοσίας στα σώματα ασφαλείας, τόσο θα κερδίζουν οι παρελάσεις, οι λιτανείες και τα τσάμικα στα στρατόπεδα. Η μόνη απάντηση στην τοξικότητα του εθνολαϊκισμού, του φυλετικού μίσους και της μισαλλόδοξης Ακροδεξιάς είναι η σοβαρή θεσμική παρέμβαση και η ανυποχώρητη ιδεολογική μάχη. Σε αυτά η Αριστερά, κυβερνώσα και μη, έχει πολλή δουλειά να κάνει.

Και κάτι τελευταίο. Τα πιο πάνω ισχύουν και για τις περιπτώσεις όπου η μάχη κατά του ρατσισμού γίνεται όχημα για την δίωξη της διαφορετικής επιστημονικής άποψης. Το είδαμε και άλλοτε, το βλέπουμε και σήμερα. Η καταχρηστική επίκληση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας πλήττει εξίσου την επιστημονική ελευθερία και τη μάχη κατά του ρατσισμού. Η επιστήμη απαντιέται μόνο με επιστήμη.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών