1

Η σφαγή στο gay club  του Ορλάντο συναρθρώνει πολλές όψεις της σύγχρονης απειλής για την ασφάλεια και τον χαρακτήρα των κοινωνιών μας. Αποτελεί έτσι αντανάκλαση του πιο δυστοπικού μέλλοντός μας.

Πρόκειται καταρχάς για ακραία μορφή ομοφοβικού εγκλήματος. Ο δράστης επέλεξε τα θύματα με κριτήριο τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, άρα έχουμε να κάνουμε με ένα μαζικό ρατσιστικό έγκλημα. Μάλλον όλοι θα συμφωνήσουμε επίσης πως η μαζική δολοφονία άοπλων θαμώνων κέντρου διασκέδασης συνιστά χαρακτηριστική μορφή τρομοκρατικού εγκλήματος, όσο δύσκολος κι αν είναι ένας αντικειμενικά αποδεκτός ορισμός της τρομοκρατίας. Επιπλέον, ρόλο φαίνεται να έπαιξε και μια ακραία φονταμενταλιστική εκδοχή του θρησκευτικού φαινομένου, με δεδομένη και την ανάληψη της ευθύνης από το ISIS. Τέλος, διερευνάται κατά πόσο η θρησκευτική ριζοσπαστικοποίηση του δράστη τροφοδοτήθηκε από τη ρητορική του μίσους στο διαδίκτυο. Έχουμε λοιπόν ένα ομοφοβικό ρατσιστικό έγκλημα, τρομοκρατικού χαρακτήρα, με θρησκευτικό υπόβαθρο και πιθανή σχέση με τη ρητορική του μίσους.

Η επόμενη μέρα κατέδειξε τις παράπλευρες περιπλοκές ενός τέτοιου εγκλήματος. Υπήρξαν ΜΜΕ, διαμορφωτές της κοινής γνώμης και πολιτικοί που επιχείρησαν να υπερτονίσουν ή  να υποβαθμίσουν κάποια πλευρά του εγκλήματος. Επέμειναν αποκλειστικά στο θρήσκευμα του δράστη και αποσιώπησαν ή υποβάθμισαν τον ομοφοβικό χαρακτήρα του εγκλήματος. Στα καθ’ ημάς, χαρακτηριστική, προβλέψιμη περίπτωση ο κ. Θεοδωρόπουλος: «Και μη μου πείτε για τον παράφρονα τζιχαντιστή ο οποίος έκανε το μακελειό στο gay bar του Ορλάντο. Πριν από μερικούς μήνες είχαμε τη σφαγή στο Bataclan, που δεν είχε καμία σχέση με ομοφοβία», (Καθημερινή, 16/6). Υπήρξαν μάλιστα ακόμα και μεγάλα ΜΜΕ σε άλλες χώρες, ευτυχώς μόνο περιθωριακά στην Ελλάδα, που παρουσίασαν το έγκλημα με τρόπο που υποτιμά τα θύματα, διαιωνίζει ομοφοβικά στερεότυπα και υπόρρητα (ή ρητά) συνδέει αιτιακά τη σεξουαλική συμπεριφορά των θυμάτων με το βίαιο τέλος τους. Ορισμένοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης επίμονα αρνήθηκαν να ονοματίσουν τον ομοφοβικό χαρακτήρα του εγκλήματος, ενδύοντας αυτή την άρνηση με μια γενικόλογη ανθρωπιστική ρητορική. Όταν όμως ο δράστης επιλέγει τα θύματα με ένα συγκεκριμένο κριτήριο, η αποσιώπηση αυτού του κριτηρίου ισοδυναμεί με άρνηση ή υποτίμηση του ίδιου του ρατσιστικού χαρακτήρα του εγκλήματος. Θα ήταν σα να αρνούμαστε τον αντισημιτικό χαρακτήρα μιας επίθεσης σε συναγωγή ή τον ισλαμοφοβικό χαρακτήρα μιας επίθεσης σε τζαμί λέγοντας «γενικά είναι κρίμα να σκοτώνονται άνθρωποι». Το να αρνούμαστε το κριτήριο της επιλογής του θύματος στο έγκλημα μίσους, τον λόγο για τον οποίο δολοφονήθηκε, ισοδυναμεί με την πλήρη αναίρεση της ύπαρξής του. Το παράλογο του θανάτου του γίνεται ακόμα πιο παράλογο, καθίσταται το απόλυτο κενό.

Ας επιμείνουμε λίγο σε αυτό. Η αναγωγή του θρησκευτικού σε μοναδικό κίνητρο εγκυμονεί πολλαπλές στρεβλές αναγωγές: οι μουσουλμάνοι είναι (οι μόνοι) τρομοκράτες, οι μουσουλμάνοι είναι (οι μόνοι) ομοφοβικοί. Έτσι, το έγκλημα απογυμνώνεται από κρίσιμα συμφραζόμενα. Παραβλέπεται πως το ρατσιστικό έγκλημα δε γεννιέται εν κενώ στο μυαλό του δράστη, συνδέεται άμεσα με τον ρατσισμό της κοινωνίας όπου διαπράττεται. Συνδέεται με τη ρητορική του μίσους που προλειαίνει τον δρόμο της βίας. Η ομοφοβία συνδέεται στενά με τον βίαιο σεξισμό, διαπίστωση που διευκολύνεται εν προκειμένω από το ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας που βαρύνει τον δράστη. Τέτοιες επιθέσεις συνδέονται επίσης άμεσα με την οπλοκατοχή στις ΗΠΑ, κι εκεί οι λευκοί χριστιανοί έχουν γράψει λαμπρές σελίδες τυφλής βίας. Σε ό,τι μάλιστα αφορά το ρατσιστικό έγκλημα, η λευκή χριστιανική πλειονότητα σε Ευρώπη και ΗΠΑ έχει πολλά να διδάξει. Αρκεί προς τούτο μια ματιά στα επιτεύγματα των ομόδοξων Ρώσων και Ελλήνων νεοναζί. Ίσως κάποιοι ανάμεσά τους κρυφά θαυμάζουν τον δολοφόνο του Ορλάντο, με έναν διεστραμμένο κι όμως τόσο ευανάγνωστο τρόπο.

Υπάρχει και μια αντίστροφη στρέβλωση: η αποσιώπηση του ρόλου που παίζει ο θρησκευτικός εξτρεμισμός, ειδικότερα μάλιστα το ριζοσπαστικό ισλάμ, στην επιθετική και βίαιη δυσανεξία προς το διαφορετικό. Φυσικά η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός, η ρητορική του μίσους και η ομοφοβία ενδημούν στις κοινωνίες μας και οριζόντια διατρέχουν κοινωνικές και κοινωνικές ομάδες. Όμως εθελοτυφλεί όποιος δεν βλέπει ιδιαίτερες πυκνώσεις και εντάσεις του φαινομένου σε ορισμένα τμήματα του πληθυσμού με γνώρισμα την θρησκευτική τους ταυτότητα και το πολιτισμικό υπόβαθρο.

Οι μονοσήμαντες αναγνώσεις των εγκλημάτων μίσους δεν βοηθούν στην κατανόησή τους. Χρησιμεύουν συνήθως για να επιβεβαιώσουν προκατασκευασμένες βεβαιότητες, να εκμεταλλευτούν αισθήματα θυματοποίησης ή να προωθήσουν άλλες πολιτικές σκοπιμότητες.

 

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών