Migrants walk along rail tracks as they arrive to a collection point in the village of Roszke, Hungary

Η πρόσφατη αλλαγή της σύνθεσης των Επιτροπών Προσφυγών δημιουργεί εύλογο προβληματισμό. Η σχετική τροπολογία προωθήθηκε χωρίς ενημέρωση θεσμικά εμπλεκόμενων φορέων και με διαδικασία κατεπείγοντος, που αποστέρησε κάθε δυνατότητα ουσιαστικού διαλόγου. Αυτά, μόλις δυο μήνες μετά την προηγούμενη σχετική εκτεταμένη νομοθέτηση, η οποία σήμερα αίφνης χαρακτηρίζεται μη εφαρμόσιμη. Η χρονική συγκυρία γεννά σκέψεις, γιατί το μόνο που μεσολάβησε αυτούς τους δυο μήνες είναι θετικές αποφάσεις των τωρινών Επιτροπών Προσφυγών κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης προσφυγών. Την ίδια ώρα, φωνές σε διεθνές και –δυστυχώς- σε εθνικό επίπεδο ευκρινώς υποδείκνυαν την «ευθυγράμμιση» των αποφάσεων με την Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας.

Κανονικά, η θεσμοθέτηση της συμμετοχής δικαστικών λειτουργών αποτελεί τεκμήριο ανεξάρτητης κρίσης ενός οργάνου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φοβάμαι όμως πως κάποιοι κακοπροαίρετοι μπορεί να την εκλάβουν αντίθετα, εάν η θεσμοθέτησή της συνδεθεί αντιστικτικά με τις πρόσφατες αποφάσεις των Επιτροπών Προσφυγών και μάλιστα με την επίκληση έκτακτης ανάγκης μπροστά στην οποία οι θεσμικές εγγυήσεις μπορούν και να κάμπτονται.

Η ισχυρή πίεση που ασκεί το προσφυγικό και μεταναστευτικό ρεύμα μάς καλεί αναπότρεπτα σε οριακές σταθμίσεις. Δεν θα πρέπει όμως η πίεση αυτή να οδηγήσει σε σημειακές υποχωρήσεις σε θεμελιώδη δικαιώματα των προσφύγων, της πιο ευάλωτης από τις ευάλωτες ομάδες.

 

Δήλωση στην Εφημερίδα των Συντακτών, 21/6/16