Παράξενη σύμπτωση έφερε κοντά δυο αταίριαστους ανθρώπους, τον Βέλλιο και τον Ανεστόπουλο. Προσωπικά τους ήξερα ελάχιστα και τους δυο, μόνο που τον Ανεστόπουλο τον παρακολουθούσα χρόνια, οι κύκλοι μας τέμνονταν περισσότερο.
Τους συνέδεσε η μοίρα του σκηνοθετημένου τέλους.
Ο ένας έφερε το τέλος πιο κοντά. Το έπραξε άρτια, το ετοίμασε και το εξακόντισε στη δημόσια σφαίρα με επιμονή και χειρουργική ακρίβεια. Απόλυτα σεβαστή η επιλογή, η δημοσιοποίησή της και η δραματοποίηση που τη συνόδευσε, δεν άφησαν χώρο να φανεί η οδύνη (Σημείωση: δεν είμαι από εκείνους που έχουν λύσει μέσα τους εντελώς το θέμα της ευθανασίας. Θα ήθελα βέβαια, στην απευκταία περίπτωση, τη δυνατότητα της επιλογής για μένα και τους πολύ δικούς μου. Μπορεί και να τη διεκδικούσα. Με τρομάζει όμως τούτες τις μέρες η ευκολία της δημόσιας ενθουσιώδους αποδοχής της ευθανασίας. Σκέφτομαι τι θα σήμαινε να ανοίξει η πόρτα της για πολλούς ανήμπορους, και μάλιστα δαπανηρούς ανήμπορους).
Ο άλλος πήγε το τέλος πιο μακριά. Έγραφα μετά τη συναυλία του Μαΐου στο Παλλάς πως «ο Θάνος κάλεσε στη σκηνή τους συντρόφους μιας ζωής γεμάτης ποίηση και μουσική, τον Αλεξανδρινό, την Πολυδούρη, τον Καρυωτάκη, τον Waits, τον Cave, τον Nyman, τον Cohen. Καθισμένος σε έναν κόκκινο καναπέ στο κέντρο της σκηνής, κάπνιζε και κουβέντιαζε με τον αποχωρούντα εαυτό του. Σηκώθηκε ελάχιστα, στηριγμένος στη μέσα δύναμη, τη γλυκιά φροντίδα φίλων και το ξύλινο μπαστούνι του, ίσα για να μας χαιρετήσει και να μας δώσει ραντεβού για ένα κάποιο μέλλον». Μετά διάβασα πως όταν έπεσε η αυλαία δεν μπορούσε να αντέξει τον πόνο, τον σωματικό πόνο. Και μετά τη συναυλία στη Θεσσαλονίκη τον είδαν σε μια γωνιά να κλαίει γοερά. Με τούτα και με κείνα όμως ο Ανεστόπουλος πήγε ως το τέλος και πήγε το τέλος ένα χιλιοστό πιο πέρα. Και το σκηνοθέτησε, το στιχούργησε, το τραγούδησε, το έντυσε με τα φορέματα που εκείνος διάλεξε.
Σκηνοθέτησαν κι οι δυο την πορεία τους από την πρώτη ανακοίνωση της ασθένειας ως την προετοιμασία του επικείμενου τέλους. Και ο καθένας με τα εργαλεία του, ο ένας με το όπλο της δημοσιότητας και του θορύβου που αναπότρεπτα γεννά η πρόκληση θανάτου κι ο άλλος με την τέχνη, φιλοτέχνησαν το πορτρέτο του αποχωρούντος εαυτού, την εξόδιο παράσταση. Κρύβει αυταρέσκεια αυτή η σκηνοθεσία; Ναι, αλλά δε με νοιάζει. Με νοιάζει που δεν κρύβει αυτοοικτιρμό. Και με νοιάζει πως φεύγοντας μετακίνησαν τον χρόνο κι έκλεισαν το μάτι στον Μεγάλο Δανειστή. Έστω για λίγο, έστω όσο κάνει ένας κόκκος αστρικής σκόνης να μετατοπιστεί ελάχιστα, βουβά, ανεπαίσθητα στο απόλυτο κενό του διαστήματος.
Με την έννοια αυτή, κι οι δυο επέλεξαν την ευθανασία.