Ï ÐáðáíáóôÜóçò äÜóêáëïò êáé ðáðÜò ôïõ ÷ùñéïý ìáò ìå ìáèçôÝò (öùôü 1935)

Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Όποτε επιχειρείται αλλαγή σε ζήτημα που η εκκλησία θεωρεί ότι την αφορά, παίρνει θέση διωκόμενου και μεταθέτει τη συζήτηση στο πεδίο της υπεράσπισης «θεμελιωδών αξιών του ελληνοχριστιανισμού». Ο επίσημος λόγος της παροξύνεται, οι μειλίχιες φωνές ελαττώνονται, τα ράσα γίνονται λάβαρα της επανάστασης. Οι ιερές κραυγές αποτρέπουν μια απλή απάντηση σε μια απλή ερώτηση: από πού κι ως πού είναι προϋπόθεση η σύμφωνη γνώμη της εκκλησίας για ζητήματα που αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα της πολιτείας;

Αναφορικά με τη διδασκαλία των θρησκευτικών, τα πράγματα είναι σαφή. Το ομολογιακό μάθημα προτάσσει την πίστη, τη μία και μοναδική. Όμως, το σχολείο οφείλει να είναι χώρος κατ’ εξοχήν συνδεδεμένος με την κριτική γνώση. Κι ακόμα, το ομολογιακό μάθημα ανάγει το ιδιωτικό σε δημόσιο. Η θρησκευτική πίστη, η μεταφυσική αναζήτηση, ο αναστοχασμός στα ζητήματα της ύπαρξης, όλα τούτα ανήκουν στην ιδιωτική σφαίρα. Η δημόσια προσευχή, η κατήχηση και κυρίως η δήλωση θρησκευτικής ταυτότητας που –δυστυχώς ακόμα- ζητείται από όσους επιλέγουν να εξαιρεθούν από το μάθημα βγάζουν το ιδιωτικό στη δημόσια σφαίρα. Φυσικά το θρησκευτικό φαινόμενο είναι ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα. Δεν μπορεί να απουσιάζει από τη σχολική εκπαίδευση. Ο αποκλεισμός της θρησκείας από την εκπαίδευση ενισχύει την παθολογία του φαινομένου. Και βέβαια, η προσέγγιση της θρησκείας ως πολιτισμικού γεγονότος στο πλαίσιο της δημόσιας εκπαίδευσης δεν αντιμάχεται τη λατρεία που αποτελεί ιδιωτική εθελοντική δέσμευση (Ρ. Ντεμπρέ, Η διδασκαλία της θρησκείας στο ουδετερόθρησκο σχολείο). Σωστά λοιπόν κινείται το Υπουργείο Παιδείας. Ο ελληνικός χώρος είναι δεμένος με την Ορθοδοξία αλλά ταυτόχρονα και πολυπολιτισμικός. Το ελληνικό σχολείο δεν μπορεί, πεισματικά προσκολλημένο στο πρώτο σκέλος, να παραγνωρίζει το δεύτερο. Η εμβάθυνση στον πολιτισμικό ρόλο της θρησκείας, η μελέτη της ορθοδοξίας ως στοιχείου της ελληνικής ταυτότητας λειτουργούν συνεκτικά για όσους, έλληνες ή αλλοδαπούς, ορθόδοξους, αλλόδοξους ή άθεους, μαθητές καλούνται να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο «της ελληνικής παιδείας μετέχοντες».

Όμως ουσιαστικά το θέμα, ας μη γελιόμαστε, είναι συνολικά οι σχέσεις του κράτους με την εκκλησία. Κι εδώ τα πράγματα είναι σκούρα. Η εκκλησία είναι έτοιμη για «ιερό πόλεμο» και η αξιωματική αντιπολίτευση επιστρέφει ολοταχώς στο παρελθόν των ταυτοτήτων. Ο τότε αρχηγός της Κ. Καραμανλής υπέγραφε στο «δημοψήφισμα» της εκκλησίας και η ΝΔ συμμετείχε στις λαοσυνάξεις του Χριστόδουλου. Σήμερα η αξιωματική αντιπολίτευση μιλά για πολιτική της κυβέρνησης που διχάζει την κοινωνία. Ο λόγος κάποιων στελεχών της αποπνέει μετεμφυλιακή οσμή. Ας σκεφτούν ότι πολλοί συνάδελφοί τους στην Ευρώπη τα έχουν λύσει αυτά τα θέματα με βάση τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Φυσικά, στην Ελλάδα προέχει η ανάγκη προστασίας του πυκνού πλέγματος πελατειακών και άλλων σχέσεων μεταξύ εκκλησίας, διοίκησης και κομμάτων. Εκκλησιαστικοί και κομματικοί τοπάρχες συντηρούν τον ασφυκτικό εναγκαλισμό.

Εδώ κρινόμαστε όλοι και πρώτα η κυβέρνηση. Εξακολουθεί να αποτελεί στρατηγικό στόχο ο χωρισμός κράτους και εκκλησίας; Δεν ακούμε κάτι διαφορετικό, όλο και πιο σπάνια όμως ακούμε και κάτι σχετικό. Και πάντως, γέννησε ερωτήματα η μη συμπερίληψη του θέματος στις προτάσεις για την συνταγματική αναθεώρηση. Σε κάθε περίπτωση, στη σχετική διαδικασία όλοι θα τοποθετηθούν. Γιατί αλίμονο αν πιστεύει κανείς πως μπορεί στην Ελλάδα του 2016 να γίνει οποιαδήποτε στοιχειωδώς σοβαρή συζήτηση για το Σύνταγμα χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις για τις σχέσεις κράτος και εκκλησίας.

Η εκκλησία σε αυτά τα θέματα ακολουθεί ευλαβικά και διαχρονικά μια οπαδική λογική: «να μετρηθούμε κι οι περισσότεροι, δηλαδή οι ορθόδοξοι, ορίζουμε τους κανόνες». Εκμεταλλεύεται επίσης μια δημοφιλή άποψη: σε περιόδους πολλών προβλημάτων δεν πρέπει να ανοίγονται νέα μέτωπα. «Τώρα που η χώρα περνά δοκιμασίες, ας μην ανοίγουμε ζητήματα που προκαλούν εντάσεις», λένε πολλοί. Ε, λοιπόν, η χώρα χρειάζεται βαθιές θεσμικές τομές που δεν μπορούν να περιμένουν. Και πάντως, δεν προβλέπεται στο προσεχές μέλλον να ξημερώσει ένα ανέφελο πρωινό που θα επιτρέψει να τεντωθούμε νωχελικά στο κρεβάτι και να πούμε «τα δύσκολα πέρασαν, ας διευθετήσουμε τώρα τις σχέσεις μας με τους ιεράρχες». Η μάχη για τον θεσμικό εκσυγχρονισμό στο πεδίο των σχέσεων της πολιτείας με την εκκλησία είναι μπροστά μας. Και όσοι φοβούνται μια αντιπαράθεση με όρους Χριστόδουλου ας μη θεωρούν δεδομένο πως σήμερα το κοινωνικό σώμα έχει τη διάθεση να τρέχει στις πλατείες για μάχες του φαντασιακού, όπως έκανε πριν 16 χρόνια. Εν ολίγοις, το μάθημα των θρησκευτικών σηματοδοτεί πολλά και όλοι κρινόμαστε από τη στάση μας. Αιδήμων σιωπή στα θέματα αυτά δε νοείται.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 26/9/16