Οι Πρέσπες, ο πανικοβλημένος πρίγκιπας και οι φίλοι μου

Μικρές νυχτερινές σκέψεις μπροστά στο φωτισμένο κινητό

Ακούω τους φίλους στο τηλέφωνο κουρασμένους, ξεφυσάνε στο Skype καθώς τα μισοσκότεινα δωμάτιά μας φωτίζονται αχνά από κινητά και tablet. Τους βλέπω στην οθόνη με το ουίσκι στο χέρι, μικρές ψηφίδες, νυχτερινά πιξελάκια.

Μιλάμε τα βράδια. Ή σωπαίνουμε τα βράδια. Ώρες ώρες ονειρευόμαστε ξανά μεγάλους δρόμους, βαλκανική ενδοχώρα, sheltering sky στο Μαρακές, υψίπεδα της Λατινικής Αμερικής, να κυλιστούμε σε αμπελώνες στην Τοσκάνη, μια μικρή Κυκλάδα, Πάσχα στο χωριό. Αραδιάζουμε ποικιλίες κρασιά που θα πιούμε στο μπαλκόνι, λέμε τι θα μαγειρέψει ο καθένας. Έτσι ξαφνικά όπως θα μπαίνει η άνοιξη. Θυμόμαστε μια ωραία συναυλία, μια εκδρομή, μια νυχτερινή βουτιά, έναν έρωτα χωρίς όνομα.

Μετά η κουβέντα σβήνει. Ξεφυσάμε. Ο θυμός είναι εκεί, βράζει κάτω απ’ τις κουβέντες η οργή που δεν βρίσκει βαλβίδα να εκτονωθεί. Ένας ξέσπασε χτες, φώναζε μέσα στη νύχτα στο κινητό του «Ποια δημοκρατία δεν διαπραγματεύεται με τρομοκράτες, πανικοβλημένε, αστείε, ασήμαντε πρίγκιπα, από πίσω μπαίνουν τρένα, αυτή είναι η παρθένα η δημοκρατία μας που δεν διαπραγματεύεται». Πού τον θυμήθηκε τον τίτλο φετίχ στο εφηβικό πορνογραφικό μας πάνθεον. Ταίριαζε γάντι. Και μετά άλλος έβρισε, άλλος γέλασε, αλλά και τα γέλια είχανε κάτι απόκοσμο, καθώς σβήνανε στη νύχτα. “Τα παιδιά πάνε μπροστά, ξοπίσω σαλτιμπάγκοι αλλοπαρμένοι…..”, θυμήθηκε κάποιος τον Απολλιναίρ και το αφιέρωσε στους άρχοντές μας. Δεν ήταν μόνο θυμωμένος καγχασμός.

Σήμερα η αγαπημένη Π. φεύγει από την Αθήνα. Τα πράγματά της ήδη ταξιδεύουν με νταλίκα βόρεια στις άδειες εθνικές οδούς, ενώ εγώ την συνοδεύω στο αεροδρόμιο. Από τη Δευτέρα ξεκινά να ζει στις Πρέσπες. Καθώς γυρνάω από το αεροδρόμιο σκέφτομαι, μπορεί η επιστροφή ή ο πηγαιμός σε μια δική μας επαρχία, η βύθιση σε μία άλλη καθημερινότητα να δώσει πίσω ένα κομμάτι από τα χαμένα; Μπορεί να φύγει κανείς τώρα, να μηδενίσει το κοντέρ, να του φύγει η γεύση στάχτης από το στόμα;

Η χώρα είναι κομμένη σε πολλές μικρές χώρες. Κομμένη γεωγραφικά: άνθρωποι δεν μπορούν να πάνε στα σπίτια τους να μετρήσουν τις ζημιές από τα χιόνια. Μια φίλη έλεγε τις προάλλες ότι δεν μπορεί μήνες τώρα να πάει στον τάφο της μάνας της. Άλλοι πληρώνουν λογαριασμούς για σπίτια που δε βλέπουν. Η χώρα είναι και μέσα της βαθιά κομμένη σε μικρές χώρες, μια χώρα με τα μέσα της μπλόκα. Σκόρπια χωριουδάκια κι ασυνάρτητη επαρχία. Κι ο διάλογος κομμένος με μπλόκα. Βαβέλ. Μιλάμε άλλη γλώσσα με τους άλλους, κι οι άλλοι δεν μας καταλαβαίνουν. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνει κανείς τι γράφω, δεν ξέρω και να το εξηγήσω καλύτερα, δε θα καταλαβαίνει κανείς. 

Κι η άνοιξη εισβάλλει από παντού. Βλέπω τους ανθρώπους που μαζεύονται πάλι, στα πάρκα και τις πλατείες. Κάποιοι λένε η ζωή νικάει, μπαίνει από τις χαραμάδες. Μπορεί όμως να είναι λευκή σημαία παράδοσης, η ώρα του συμβιβασμού, ένα «δε βαριέσαι, ας αρρωστήσουμε να τελειώνει η ταλαιπωρία». Δεν ξέρω.

Φοράω τη μάσκα, δίνουμε ραντεβού για περπάτημα, παίρνουμε καφέ στο χάρτινο στον πεζόδρομο, κοιτάμε κλεφτά τα κινητά μας, τεντωνόμαστε νωχελικά στη λιακάδα, μινιμάρουμε ανάγκες. Τελειώνει η μέρα, ξεχνάμε να ρωτήσουμε πόσοι πέθαναν σήμερα, πάμε παρακάτω. Επιστροφή στα μικρά πράγματα. Το απόγευμα τα οχυρά πέφτουν, η άνοιξη επελαύνει. Δεν ξέρω ποιος θα νικήσει στο bras de fer της άνοιξης.

Προς το παρόν ζηλεύω τις περιγραφές της Π. από τις Πρέσπες. Τα βουνά με τα χιόνια, τη μυρωδιά του ξύλου που καίγεται, τη λίμνη στο βάθος. Έγραφε ο Μίμης Σουλιώτης:

«Είναι ώρες-ώρες θάλασσα κι οι Πρέσπες,
μεγάλη, πρασινο-γάλαζη και γκρίζα,
δεν την περνάς με καντιλλάκ ούτε με βέσπες∙
εδώ λόγια πολύγλωσσα και τ’ άλογο πειθήνιο
σέρνει το κάρο με γκούμια από αλουμίνιο
σύρριζα στων βράχων την ξέξασπρη μαρκίζα.

Τόπος τερματικός».

Τόπος τερματικός, μεθόριος εκεί, τόπος τερματικός κι εδώ. Σε ένα μεταίχμιο όλοι. Πέφτει η νύχτα, κανονίζουμε ποτό στις οθόνες. Μαζεύονται οι φίλοι μου. Άλλοι είναι μόνοι, άλλοι με το ταίρι τους, με ή χωρίς παιδιά, με μεγάλα παιδιά που φύγανε, με μικρά ακόμα, όλοι μας πενήντα κάτι. Πειράγματα και βρισιές, κουτσομπολιά και τρυφερές κουβέντες. Βιβλία που διαβάζουμε, σίριαλ που αρχίζουμε κι αφήνουμε στη μέση, ταινίες ωραίες, ένα όμορφο κορίτσι που είδαμε στο δρόμο ή στα σόσιαλ.

Μετά σβήνουν οι κουβέντες, κάποιος λέει «Παίδες σας αφήνω, φιλιά» και οι οθόνες σβήνουν. Ανοίγω την πόρτα στο μπαλκόνι, η πόλη πέφτει για ύπνο. Χαμογελώ με τη συνάφεια, την τρυφεράδα, την καληνύχτα των φίλων μου. Στα άκρα, στη μεθόριο.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Οι Πρέσπες, ο πανικοβλημένος πρίγκιπας και οι φίλοι μου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s