You are currently browsing the tag archive for the ‘βία’ tag.


Οι συλλήψεις της περασμένης εβδομάδας προκάλεσαν πολλές συζητήσεις. Συζητήθηκε η κυνική «φωτογραφική ομολογία» πως οι συλληφθέντες κακοποιήθηκαν από χέρια της ΕΛΑΣ. Όσοι είδαν τις φωτογραφίες το αντελήφθησαν αμέσως, με μόνες θεσμικές εξαιρέσεις την ελληνική δικαιοσύνη και την ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που άργησαν χαρακτηριστικά και εύγλωττα. Συζητήθηκε πολύ και η δημιουργία ένοπλων οργανώσεων από τόσο νέους ανθρώπους. Η προσπάθεια να εξετάσουμε τα δυο θέματα μαζί ενέχει τον κίνδυνο ιδιότυπων συμψηφισμών. Εδώ λοιπόν θα επιχειρήσουμε μερικές σκέψεις για το δεύτερο θέμα, αυτό που αποκαλείται «νέα γενιά τρομοκρατίας», αν και ο όρος αυτός ενέχει στοιχεία γενικευτικού εντυπωσιασμού. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δεν είναι καινοφανής η θεωρία πως τα άκρα ταυτίζονται διότι οι όμοιες πρακτικές τους ακυρώνουν τις αντίθετες ιδεολογικές αφετηρίες. Εσχάτως μάλιστα, μετά την ορμητική είσοδο της Χρυσής Αυγής στο προσκήνιο, η θεωρία των όμοιων άκρων κερδίζει ραγδαία έδαφος στον δημόσιο διάλογο. Σύμφωνα με την τελευταία εκδοχή, οι κακές πρακτικές του ενός άκρου, της Αριστεράς, ευθύνονται για την άνοδο του άλλου, της Ακροδεξιάς. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


Η φωτό από εδώ
Ο φόβος κατατρώει το κοινωνικό φάσμα κάνοντας τους ανθρώπους να κρύβονται. Στο ένα άκρο του κοινωνικού φάσματος κρύβονται γιατί είναι ξένοι. Οι μετανάστες, όσοι μπορούν, έχουν κλειστεί στα σπίτια τους. Κλείνουν τα μαγαζιά τους νωρίς για να μην τα σπάσουν οι «καθαροί Έλληνες» που έχουν αναλάβει χρέη εθνοφρουράς. Στην ίδια πλευρά του φάσματος, λίγο πάνω από τους προηγούμενους, οι γείτονες των μεταναστών κλειδώνονται στα σπίτια τους από το φόβο της εγκληματικότητας. Κάποιοι φοβούνται να ανοίξουν την πόρτα τους ακόμα και στους απογραφείς και να πουν «εδώ είμαι, μετρήστε με». Αυτόν τον πρώτο φόβο ας τον ονομάσουμε «φόβο της βάσης».

Στο άλλο άκρο του κοινωνικού φάσματος κρύβονται τμήματα της πολιτικής μας «ελίτ». Βουλευτές και υπουργοί φοβούνται να βγουν από το περιστύλιο της Βουλής, να βρεθούν σε μια δημόσια τελετή ή σε μια ταβέρνα από το φόβο φραστικής ή ακόμα χειρότερα σωματικής «αποδοκιμασίας». Το πολιτικό προσωπικό πληρώνει συλλογικά το δόγμα «το νόμιμο είναι και ηθικό» και την πρόκληση «μαζί τα φάγαμε». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η υποδοχή κάθε κρούσματος γηπεδικής βίας έχει τελετουργικό χαρακτήρα. Αρχίζει με έκπληξη και οργή του κόσμου και των ΜΜΕ. Μετά οι αρμόδιοι στερεοτυπικά απειλούν με αυστηροποίηση των ποινών. Στο τέλος όλοι αδρανούν μέχρι το νέο κρούσμα. Το ίδιο όμως, θα σκεφτεί κάποιος, δε συμβαίνει με άλλες εκδηλώσεις βίας; Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Η μοναδική έξοδος κινδύνου στο υποκατάστημα ήταν κλειδωμένη, ενώ είχε χαθεί το τηλεχειριστήριο που θα μπορούσε να την ανοίξει. Οι εργαζόμενοι, στην προσπάθειά τους να διασωθούν μετά τον εμπρησμό από τις μολότοφ, εγκλωβίστηκαν σε μια… σιδερένια κλούβα. Η τραγωδία ίσως θα ήταν μεγαλύτερη αν δεν είχε μείνει συμπτωματικά ανοιχτή μια πόρτα διαφυγής για να εξαερίζεται ο χώρος επειδή μύριζε μια τουαλέτα!».

Αυτά μεταξύ άλλων αναφέρει το πόρισμα της Επιθεώρησης του υπουργείου Εργασίας (Το Βήμα, 24/9) σχετικά με την τραγωδία στην τράπεζα Μarfin στην οδό Σταδίου. Καταγράφονται σοβαρές ελλείψεις στο σύστημα πυρασφάλειας, κλειστές έξοδοι διαφυγής, ελλείψεις πιστοποιητικών και απουσία σχετικής εκπαίδευσης του προσωπικού. Παράγοντες που προφανώς επέδρασαν στην προσπάθεια απεγκλωβισμού των εργαζομένων. Το πόρισμα – καταπέλτης διαψεύδει τη διοίκηση της τράπεζας που έσπευσε αμέσως μετά την τραγωδία να αποσείσει ενδεχόμενες ευθύνες της.

Λίγο μετά τον τραγικό θάνατο της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, της Παρασκευής Ζούλια και του Επαμεινώνδα Τσάκαλη, γράφαμε σε τούτη τη στήλη: «Έχουν ευθύνες, ποινικές ή άλλες, οι υπεύθυνοι της τράπεζας; Πιστεύω πως έχουν και πρέπει να τους αποδοθούν. Αυτές όμως οι ευθύνες επικούρησαν τη βασική αιτία και δε μπορούν να χρησιμοποιούνται για να τη συσκοτίζουν. Στη Σταδίου τρεις νέοι άνθρωποι πέθαναν από μια φωτιά. Τη φωτιά άναψαν οι μολότοφ. Τις μολότοφ πέταξαν εν ψυχρώ μασκοφόροι δολοφόνοι. Τόσο συγκλονιστικά απλό. Αν οι καταγγελίες μας δεν ξεκινούν από αυτό το απλό, τότε είμαστε κι εμείς προβοκάτορες. Αν την επόμενη φορά που οι γκεστ σταρ – ψυχοπαθείς της βίας μπουν ανάμεσά μας εμείς συνεχίσουμε κανονικά να πορευόμαστε, είμαστε κι εμείς προβοκάτορες».

Το πόρισμα επιβεβαιώνει εκείνη την εκτίμηση. Επειδή όμως ξαναεμφανίστηκαν μονόπλευρες «αναλύσεις», ας θυμίσουμε το αυτονόητο: κάθε προσέγγιση που επιλεκτικά επιδιώκει να υπερτονίσει ή να μειώσει κάποιες ευθύνες μάς αφήνει αδιάφορους.

Οι θιασώτες της δολοφονικής βίας και οι επιδεικνύοντες παθολογική ανοχή στα παιχνίδια τους δεν μπορούν να χρησιμοποιούν ως εκ των υστέρων άλλοθι την υπαρκτή –όπως αποδεικνύεται- ασυδοσία της τράπεζας. Η περιχαρής περιφορά του πορίσματος σε δίκτυα και διαδίκτυα δεν αλλάζει το βασικό αίτιο των θανάτων, δε μετατρέπει τις μολότοφ σε βραχυκύκλωμα. Δεν ομορφαίνουν οι παραμορφωτικοί φακοί τα σκοτεινά κουκουλοφόρα «μη-πρόσωπα».

Από την άλλη όμως, δύσκολα ξεχνιούνται οι οργίλες ανακοινώσεις και οι αμφίβολης ακρίβειας ισχυρισμοί της διοίκησης της τράπεζας που επεδιώκε να συσκοτίσει την πραγματικότητα. Το τραπεζικό κατάστημα ήταν ένα κλειστό φονικό κουτί και οι μολότοφ βρήκαν άφθονα εύφλεκτα υλικά όταν έσπασαν πάνω στην ατσαλάκωτη υπεροπτική πλεονεξία των περίφημων πολλά υποσχόμενων «νέων επιχειρηματιών».

Το Δεκέμβριο συνέβη μια τρομερή πύκνωση του χρόνου: έγιναν περισσότερα από όσα μπορούσε να καταναλώσει η δημόσια σκηνή. Το αρχικό συμβάν έβαλε φωτιά σε ένα φυτίλι που περίμενε καιρό. Η τραγικότητα του συμβάντος ήταν τέτοια και με τέτοιους πρωταγωνιστές που προβλήθηκε αυτομάτως στην αρχέγονη διάσταση καλού-κακού και ικανοποίησε την καθολική ανάγκη για σύμβολα. Ακολούθησε η βίαιη είσοδος πολλών νέων στο πολιτικό προσκήνιο. Η ένταση της φωνής τους και η πανελλαδική εξάπλωση έφερε συγκίνηση και αναθάρρυνση. Κι επειδή η φωνή δεν είχε άλλο να πει από το «είμαστε εδώ και είμαστε θυμωμένοι», το μέσο γρήγορα έγινε το μήνυμα. Πολλούς συνεπήρε και μια διάχυτη αίσθηση δύναμης, ένα «όλα είναι δυνατά» που ενισχύθηκε από την εικόνα μιας «αλωμένης πόλης-γυναίκας», μιας πόλης που παραδόθηκε αμαχητί στην πάντοτε εκμαυλιστική, ακόμα και στις πιο ακραίες εκφάνσεις της, χαρά της καταστροφής. Άλλωστε -ας είμαστε ειλικρινείς- χωρίς αυτήν την όψη δεν θα μιλούσαμε για το Δεκέμβριο. Η παρατεταμένη και εκτεταμένη βία είναι που τον σαρκώνει στις συζητήσεις μας.

Ταυτόχρονα όμως ήταν από την πρώτη στιγμή ορατή η απουσία συλλογικού υποκειμένου με συγκεκριμένο πρόταγμα. Το στοιχείο αυτό λειτούργησε πολλαπλά, απελευθερώνοντας δυνάμεις που αλλιώς θα έμεναν αδρανείς αλλά και ακυρώνοντας την εφηβική ένταξη αφού τον τόνο τελικά έδιναν όχι τόσο οι δικές τους συλλογικές δράσεις όσο οι ατομικές πορείες της βίαιης εκτόνωσης. Παράλληλα εμφανίστηκε η ανόητη κολακεία της «αιώνιας λιακάδας του εφηβικού μυαλού» που συνοψίστηκε στο κούφιο «ας ακούσουμε τους νέους». Φράση – επιτομή της αμήχανης νεολαγνείας που διέκρινε πολιτικές/ πνευματικές ηγεσίες και εθνικούς διασκεδαστές.

Ο Δεκέμβριος ήταν εύλογα αντιφατικός. Ενδεικτική η αντιμετώπιση των δημόσιων αγαθών: ένα τέτοιο κίνημα διαμαρτυρίας αποτελούσε από την ίδια του τη φύση μια κατάφαση στα δημόσια αγαθά την ώρα που πολλές εκφάνσεις του την αναιρούσαν. Ενώ λοιπόν έκτοτε πλήθυναν οι πρωτοβουλίες αναβάθμισης των δημόσιων χώρων και προστασίας του αστικού πρασίνου, ταυτόχρονα εντάθηκε η καταστροφή ή η απαξίωση δημόσιων αγαθών και η κοινότοπα επαναλαμβανόμενη αφετηρία αλλά και απόληξη κάθε κινητοποίησης, η κατάληψη και η αναστολή της λειτουργίας ενός δημόσιου χώρου ή ιδρύματος. Μαζί υπονομεύτηκε το πιο σημαντικό αγαθό της δημόσιας σφαίρας, ο ελεύθερος διάλογος. «Κληρονομιά του Δεκέμβρη» όλα αυτά.

Παραπλήσια αντίφαση είχαμε και στα μέσα της διαμαρτυρίας. Η δημιουργική αναζήτηση νέων τρόπων παρέμβασης (παρεμβολή στο πρόγραμμα της κρατικής τηλεόρασης, παρεμβάσεις σε θέατρα) έχει αφήσει μια αυξημένη διαθεσιμότητα κινητοποίησης, μια διάχυτη εγρήγορση. Μέρος της όμως γρήγορα εκφυλίστηκε σε μια αυτιστική επιμονή στο ίδιο το μέσο της διαμαρτυρίας, ανεξαρτήτως μηνύματος και αποδεκτών. Έτσι φτάσαμε στην καταστολή της άλλης άποψης, στις φασιστικής κοπής διακοπές εκδηλώσεων, στον μεταδεκεμβριανό αντιεξουσιαστικό φονταμενταλισμό. «Κληρονομιά του Δεκέμβρη» κι αυτά.

Τελικά, μπορούμε να δούμε το Δεκέμβριο σαν μια περιδίνηση στο κενό. Αφού μετεωριστήκαμε για λίγο, ξαναπήραμε τις θέσεις μας. Η πολιτεία αξιοποίησε την «κληρονομιά του Δεκέμβρη» με την υιοθέτηση των νομοθετημάτων του καλοκαιριού (κουκούλες, DNA, κάμερες). Μέρος της Αριστεράς τρόμαξε με τη δική του «κληρονομιά του Δεκέμβρη», τις εκλογικές απώλειες, και επέλεξε τη σταδιακή αποστασιοποίηση από τη δίνη της μη καταγγελλόμενης βίας. Μέρος των διαμαρτυρομένων διολίσθησε στην ιδιότυπη ασφάλεια που παρέχει η αυτοεκπληρούμενη προφητεία της βίας. Έτσι, πολύ γρήγορα ο Δεκέμβριος πέρασε στο χώρο μιας κάπως θολής μνήμης. Για τους πολλούς που πορεύτηκαν στους δρόμους έγινε «ο γύρος της εξέγερσης σε 15 ημέρες»: συμμετοχή, στράτευση, έξαψη, σύγκρουση, επιστροφή στη μελαγχολική κανονικότητα. Μετά το ποδοσφαιρικό καλοκαίρι του 2004, τον Δεκέμβριο ζήσαμε ένα άλλο «Γιούρο», το «Γιούρο της εξέγερσης». Η εικαζόμενη επετειακή επανάληψη των κινητοποιήσεων δεν αναιρεί, μάλλον επιβεβαιώνει την εικόνα.

Υγ. Συζητώντας με μαθήτρια λυκείου (το σχολείο της τελεί ήδη υπό κατάληψη), τη ρώτησα τι να γράψω σε τούτο το άρθρο. «Εγώ έμαθα από το Δεκέμβρη ότι δε χρειάζομαι αιτήματα για να κάνω κατάληψη. Φτάνει ο θυμός», μου είπε. Η απάντησή της ανοιχτή σε κάθε σχολιασμό και ερμηνεία.

Ελευθεροτυπία, 5 Δεκεμβρίου 2009

2405GAGGING_wideweb__470x252,0
Άγνωστοι διέκοψαν δημόσια εκδήλωση και έριξαν αυγά στη συγγραφέα Σώτη Τριανταφύλλου. Με αφορμή το περιστατικό οι ακόλουθες σκέψεις:
Πρώτο, ενδέχεται κάποιος να λέει πράγματα εύστοχα ή ανόητα, συμπαθητικά ή δυσάρεστα, καινοτόμα ή κοινότοπα. Ενδέχεται να υπάρχουν ποικίλες εκτιμήσεις για την ποιότητα και τη σκοπιμότητα των παρεμβάσεών του. Από τη στιγμή όμως που γίνει στόχος επίθεσης, αυτές οι αξιολογήσεις αποκτούν τριτεύουσα σημασία ως άσχετες με το μείζον θέμα που είναι η ίδια η επίθεση.
Δεύτερο, η βιαιότητα μιας επίθεσης εξαρτάται από τα μέσα που χρησιμοποιούνται. Προφανώς η επίθεση κρανοφόρων με σιδερογροθιές και λοστούς στον καθηγητή Πανούση είναι άλλης τάξης από την επίθεση με αυγά εναντίον συγγραφέων. Και τα δυο κρύβουν όμως βαθύτατη δυσανεξία απέναντι στη διαφορετική άποψη. Και πάντως, η έντονη αποδοκιμασία και απαξίωση που συμβολίζουν τα αβγά δεν αναιρεί τη βιαιότητα της εισβολής σε μια εκδήλωση και του προπηλακισμού του ομιλητή. Η αντιπαράθεση με κάποιον που εκφράζεται γραπτά πρέπει να γίνεται γραπτά και πάντως με μη βίαια μέσα. Με την κοινή λογική ο προπηλακισμός και η ρίψη αυγών δε συγκαταλέγονται στα μέσα αυτά.
Τρίτο, ο Ιρακινός που εκτοξεύει το παπούτσι του κατά του Μπους χρησιμοποιεί το τελευταίο του όπλο, έσχατος κακομοίρης απέναντι στο σύμβολο της πλανητικής εξουσίας. Ας μην τον επικαλούνται οι ρίπτες αυγών. Η αναλογία ισχύος δεν τους επιβεβαιώνει. Ούτε και το ρίσκο που αναλαμβάνεται στην κάθε περίπτωση.
Τέταρτο, μια επίθεση μπορεί παρεμπιπτόντως να επιτείνει την αστυνομοκρατία. Δεν είναι καταδικαστέα γι’ αυτό. Είναι καταδικαστέα ούτως ή άλλως. Οι παράπλευρες ζημίες, όπως η ένταση της καταστολής, μπορούν βέβαια ως παράπλευρες να αναδεικνύονται. Η μόνιμη συμπερίληψή τους όμως σε κάθε καταδικαστική ανακοίνωση συγκεκριμένων πολιτικών φορέων στόχο έχει να χαϊδεύει αυτιά και να κρατάει ισορροπίες. Εντέλει, αν η αστυνομία αποφάσιζε μετά από μια επίθεση να μην κινηθεί καθόλου, η επίθεση θα έπαυε να είναι καταδικαστέα;
Πέμπτο, η συμβολική διαμαρτυρία έχει συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά και περιορισμένα ποσοτικά όρια. Η κατάληψη του δημόσιου χώρου και η αποικιοποίηση του δημόσιου λόγου από έναν περιφερόμενο θίασο που πατάσσει τον αποκλίνοντα λόγο δεν είναι ούτε συμβολική ούτε διαμαρτυρία. Είναι ακραία εξουσιαστική πρακτική με οσμή μετεμφυλιακού παρακράτους.
Έκτο, η διακοπή εκδηλώσεων διότι οι ομιλητές «δεν συνεμορφώθησαν προς τα υποδείξεις» ή δεν είναι «αρκούντως αντιεξουσιαστές» έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Όσοι καταδικάζουν αυτόν τον αντιεξουσιαστικό φονταμενταλισμό δεν είναι κατ’ ανάγκην οπαδοί της σκληρής καταστολής. Η λογική «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας», που εκπέμπεται και από κύκλους της οδού Κατεχάκη, απειλεί να μας παρασύρει σε μια ιδιότυπη Εξαρχειώτικη βεντέτα.

Είναι αδιανόητο πνευματικοί άνθρωποι να φοβούνται τις πιθανές βίαιες συνέπειες όσων λένε ή γράφουν και οργανώσεις πολιτών να φοβούνται τη βίαιη εισβολή σε δημόσια εκδήλωση που ετοιμάζουν. Οι πρόσφατες επιθέσεις κατά συγγραφέων και πανεπιστημιακών αποτελούν απαράδεκτη απόπειρα φίμωσης της αντίθετης άποψης. Δεν πρόκειται για παρέμβαση σε μια εκδήλωση ή αποδοκιμασία ενός ομιλητή, αλλά για προαποφασισμένη και στοχευμένη κτηνώδη βία πολλών οπλισμένων επί ενός άοπλου. Αντιμετωπίζουμε οργανωμένες απόπειρες κατατρομοκράτησης που υπονομεύουν την ελεύθερη έκφραση και την ακαδημαϊκή ελευθερία. Οι κρανοφόροι εισβολείς διάβηκαν τη λεπτή κόκκινη γραμμή και στέκουν πια στην αντίπερα όχθη. Στη δική μας πλευρά εκτείνεται ο δημόσιος χώρος μας, το φόρουμ που έχει με αγώνες κατακτηθεί και επί αιώνες διαφυλαχτεί, η πεδιάδα του ελεύθερου λόγου, η ανεμπόδιστη ανταλλαγή απόψεων, η ακώλυτη έκφραση της έλλογης σκέψης. Στη δική τους πλευρά υπάρχει μόνο η βία.

Φαίνεται βέβαια πολλές φορές απωθητική η πεδιάδα μας, μένει άνυδρη, βγάζει αγκάθια. Φυτρώνουν και τα χειρότερα παράσιτα, ακούγεται και το πιο απεχθές ναζιστικό παραλήρημα. Ελευθερία λόγου σημαίνει βαθύ στοχασμό μα και ανοησία, ριζοσπαστική αμφισβήτηση μα και αντιδραστική φλυαρία. Αυτή όμως είναι η πεδιάδα μας. Ζούμε εδώ έχοντας συμφωνήσει ως μοναδικό διαβατήριο τον εξοβελισμό του φόβου. Το φόρουμ προϋποθέτει τη βεβαιότητα πως τη διατύπωση μιας άποψης μπορεί να την απειλήσει μόνο η διατύπωση μιας άλλης άποψης, η επίκριση, η χλεύη. Δημόσια, με τη δύναμη του λόγου. Όχι με τη βία και το φόβο. Πώς λοιπόν μπορούμε να ανεχτούμε την κρανοφόρο βία; Οι επιθέσεις κατά φορέων της άλλης άποψης ανατρέπουν μια από τις βασικότερες συμβάσεις τούτης εδώ της κοινότητας και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Σε καμία περίπτωση. Ας μη γυρεύουν λοιπόν ελαφρυντικά στη βία του κράτους ή στην απονομιμοποίηση των θεσμών οι οπαδοί της χουλιγκανικής τυφλής βίας. Σαθρά τα ελαφρυντικά, η βία τους εξυπηρετεί ανάγκες εκτονωτικής αυτοϊκανοποίησης και οξύνει την κρατική καταστολή που υποτίθεται πως αμφισβητεί. Και εντέλει, είναι η κρατική εξουσία εκείνη που παραδοσιακά επιχειρούσε δια της τρομοκράτησης να καταστείλει τη διαφωνία. Απέναντι σε αυτόν τον αυταρχισμό όρθωναν το ανάστημά τους οι οπαδοί του ορθού λόγου. Κατέφευγαν στην ανυπακοή, δημόσια δήλωναν «είμαστε εδώ και αρνούμαστε να υποκύψουμε στο φόβο». Κύριο όπλο μας απέναντι στην απόπειρα εγκαθίδρυσης μιας νέας ιδιότυπης εξουσίας του φόβου είναι η ιδεολογική της απομόνωση και η προσφυγή στην ανυπακοή του ελεύθερου λόγου.

Υστερόγραφο: «Το πανεπιστήμιο απαιτεί και θα έπρεπε να του αναγνωρίζεται κατ’ αρχήν, επιπλέον της ονομαζόμενης ακαδημαϊκής ελευθερίας, μια απροϋπόθετη ελευθερία όσον αφορά την ερωτηματοθεσία και τις προτάσεις, και δη, ακόμα περισσότερο, το δικαίωμα να λέγει δημοσίως καθετί που απαιτούν η έρευνα, η μάθηση και η σκέψη όσον αφορά την αλήθεια» (Ζακ Ντεριντά, Το Πανεπιστήμιο άνευ όρων). Μολονότι ο προβληματισμός του Ντεριντά κείται πολύ πέραν της στενής έννοιας του νόμου, μας θυμίζει πως ειδικά στο ελληνικό πανεπιστήμιο πρέπει να επιστρέψουμε στα αυτονόητα και πεζά. Ένα από αυτά είναι η ουσιαστική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας με την πιστή εφαρμογή του νόμου περί (άρσης του) ασύλου.

Κανένας φόνος δεν ισοφαρίζει έναν άλλο φόνο και προσφέρουν πολύ κακή υπηρεσία όσοι καλλιεργούν μια λογική βεντέτας. Η αλυσιδωτή απαξίωση της ανθρώπινης ζωής κρύβει μια υπόρρητη παραδοχή: οι κινητοποιήσεις του Δεκεμβρίου και το αρνητικό κλίμα για την αστυνομία οδήγησαν στη δολοφονική απόπειρα κατά του αστυφύλακα των ΜΑΤ, ήταν δηλαδή ο προθάλαμος για να έλθουν στο προσκήνιο οι αυτόκλητοι τιμωροί. Ας επεκτείνουμε αυτή τη λογική: όσοι λοιπόν κατήγγειλαν την αστυνομική αυθαιρεσία όπλισαν το τρομοκρατικό καλάσνικοφ. Μα τότε με ανάλογο τρόπο όσοι εκφράζουν αίσθημα ανασφάλειας και θέλουν αποτελεσματικότερη αστυνομία όπλισαν το όπλο του ειδικού φρουρού. Η λογική αυτή αλληλοτροφοδοτείται με τη λογική της συλλογικής ευθύνης: όλοι οι διαδηλωτές συμμετέχουν σε βίαια επεισόδια, όσοι συχνάζουν στα Εξάρχεια είναι εκκολαπτόμενοι τρομοκράτες, όλοι οι αστυνομικοί είναι ράμπο έτοιμοι να σκοτώσουν. Απότοκο τέτοιων ακροβατικών συλλογιστικών σχημάτων είναι η σχηματοποίηση των δυο φονικών πράξεων ως αντίθετων πόλων που αλληλοεξουδετερώνονται.

Είναι όμως έτσι; Η απόπειρα κατά του αστυφύλακα μας φέρνει στην κατάσταση προ 6ης Δεκεμβρίου; Αστείο και να το σκεφτεί κανείς. Τέτοια προσέγγιση συσκοτίζει τα προφανή. Ας τα δούμε με αντίστροφη χρονική σειρά. Προφανής η καταδίκη της δολοφονικής απόπειρας κατά αστυνομικού. Όχι λόγω λύπησης, επειδή δηλαδή είναι 21 ετών νεοδιόριστος αστυφύλακας, γεγονός που διευκολύνει τη μιντιακή κατασκευή μιας συγκινησιακής «ισοπαλίας του αίματος» μέσω της συνάφειας των δυο θυμάτων. Το ίδιο καταδικαστέα θα ήταν η απόπειρα ανεξαρτήτως ηλικίας και βαθμού του θύματος. Η κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, τα κοινωνικά προβλήματα, η κρατική ανεπάρκεια ή αυθαιρεσία δεν αποτελούν άλλοθι για σκοτεινούς τιμωρούς. Αντίθετα, η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα βρίσκονται κατ’ ουσία στο στόχαστρο της ένοπλης βίας.

Προφανείς και οι ευθύνες της πολιτείας. Για λόγους δημοσιονομικούς ή πολιτικούς δημιουργήθηκε εντός της αστυνομίας ένα κακοπληρωμένο «ανειδίκευτο προλεταριάτο εργατών της τάξης», μια κοινωνική ομάδα ευεπίφορη στην ανάπτυξη θυλάκων παραβατικότητας και υποκουλτούρας της βίας. Υπήρξε ανοχή στο κλίμα ατιμωρησίας για αυθαιρεσίες αστυνομικών οργάνων, κλίμα που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τον φόνο της 6ης Δεκεμβρίου. Από την άλλη, η πολιτεία επέδειξε παροιμιώδη αδυναμία διαχείρισης της κρίσης που έκτοτε προέκυψε, αναμένοντας περίπου ως προδιαγεγραμμένη τη σπειροειδή τροχιά της τυφλής βίας. Τώρα πια, παρακολουθούμε την πολιτική επένδυση στο σίγουρο ομόλογο της ανασφάλειας: «το κράτος κάνει τη δουλειά του αν το αφήσουμε», ο εστί μεθερμηνευόμενο «η ασφάλεια απαιτεί να παραμερίσουμε ορισμένες πολυτελείς εγγυήσεις προστασίας των δικαιωμάτων». Ανησυχητικά δείγματα εκδηλώθηκαν ήδη: κατ’ οίκον έρευνες χωρίς εντάλματα και εγγυήσεις που επιτάσσει ο νόμος, αθρόες προσαγωγές, εφαρμογή αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας σε βάρος 15χρονων.

Προφανείς τέλος οι ευθύνες πολιτών και συλλογικών φορέων που μείναμε να παρακολουθούμε αμέτοχοι την απαξίωση κάθε δημόσιου συλλογικού αγαθού, την κατίσχυση της θεωρίας της συλλογικής ευθύνης, την καθολίκευση της βίας. Κανείς όμως δε μπορεί να θεωρείται αμέτοχος όταν θεριεύει η λαϊκιστική απαξίωση θεσμών, πολιτικών και πολιτικής, η οποία ειδικά σε περιόδους ύφεσης εύκολα μπορεί να γίνει μήτρα αυταρχικών εκτροπών.

Η διακοπή θεατρικών παραστάσεων ή τηλεοπτικών προγραμμάτων και η χρήση της Ακρόπολης ως φόντου για εκδηλώσεις διαμαρτυρίας προκάλεσαν έναν διάλογο όπου κυριάρχησαν το ανάθεμα και η επιβράβευση, αφήνοντας σε αρκετούς μια απροσδιόριστη αμηχανία. Οι συμβολικές διαμαρτυρίες ακολούθησαν πάντως τις προηγούμενες βίαιες, άρα μπορούμε κατ’ αρχήν να τις δούμε ως μια έμπρακτη αντίστιξη στη βία ή απόπειρα υπέρβασής της. Η αμηχανία όμως παραμένει. Σε  οποιαδήποτε συζήτηση για τα «όρια της διαμαρτυρίας» υπεισέρχεται αναπόφευκτα μια στάθμιση υποκειμενική: πώς αξιολογούμε εντέλει ένα «κακό» που διαπράττεται στο όνομα ενός «καλού».

Ας επιχειρήσουμε ορισμένα ερωτήματα. Επιχειρεί η διαμαρτυρία μέσω ενός εύγλωττου συμβολισμού να διαδώσει ένα μήνυμα με τρόπο ειρηνικό; Αποσκοπεί στην άρση μιας συγκεκριμένης αδικίας; Έχουν πρόσωπο οι διαμαρτυρόμενοι, κινούνται στον δημόσιο χώρο, αναλαμβάνουν την ευθύνη και τις συνέπειες της διαμαρτυρίας τους; Υπάρχει σχετική έστω αναλογικότητα μεταξύ σκοπού και μέσων; Έχει η διαμαρτυρία διάρκεια συγκεκριμένη, δηλαδή η «τομή του φυσιολογικού χρόνου» υπηρετεί συντεταγμένα το σκοπό της χωρίς να εκφυλίζεται σε μια αυτιστική ες αεί επίθεση σε βασικές κοινωνικές λειτουργίες; Απευθύνεται η διαμαρτυρία πρωτίστως στην κρίση του πολίτη, ζητά «νομιμοποίηση» υπερασπίζοντας βασικές αρχές του συντάγματος; Και βέβαια, δεσπόζει το ποσοτικό κριτήριο: πόσες παραστάσεις αντέχουμε να διακοπούν, πόσες συμβολικές διαμαρτυρίες να τάμουν τον φυσιολογικό χρόνο; Διαμαρτυρία χωρίς κόστος κοινωνικό δε νοείται. Η σαγήνη της διαμαρτυρίας απειλεί όμως να γίνει αυτοσκοπός και να παραγνωριστεί ότι υπάρχει ένα απώτατο όριο στην ικανότητα της δημόσιας σκηνής να αφομοιώσει τέτοιες εκδηλώσεις. Πέρα από το όριο αυτό οδηγούμαστε σε μια μέθοδο φθίνουσας αποτελεσματικότητας που τροφοδοτεί τη συγκρουσιακότητα, αδιαφορεί για τον υποτιθέμενο σκοπό της, τη διάδοση του μηνύματος, και λειτουργεί πολλαπλώς εκφυλιστικά. Δίπλα στο ποσοτικό κριτήριο, στέκει το συγκεκριμένο ή μη του αιτήματος. Ποια είναι η μακροπρόθεσμη δυναμική μιας διαμαρτυρίας που καίει το κάρβουνο της οργής χωρίς να το μετουσιώνει σε αίτημα συγκεκριμένης (δημοκρατικής, να εξηγούμαστε) αλλαγής; Κι από την άλλη, μπορούμε να απαιτούμε από την οργή να γίνει αίτημα και μάλιστα στα πρώτα της ξεσπάσματα;

Ο καθένας μπορεί να απαντήσει σε αυτά ή άλλα ερωτήματα. Έτσι κι αλλιώς, είναι πολύ περισσότερα τα ερωτήματα από τις απαντήσεις, ιδίως επειδή λείπει η ικανή χρονική απόσταση. Γιατί βέβαια, κανείς δε θα κατήγγελλε σήμερα την παραβίαση της ελευθερίας έκφρασης που σήμανε η διακοπή μιας πανεπιστημιακής διάλεξης ή θεατρικής παράστασης από τους εξεγερμένους του γαλλικού Μάη ή από το κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Η Ιστορία δικαίωσε τις διαμαρτυρίες τους. Αλλά και πιο κοντά μας, λίγοι εναντιώθηκαν στην πρόσφατη «προσβολή» της τελετής στην Ολυμπία, ακριβώς γιατί το αγαθό του σεβασμού των δικαιωμάτων στην Κίνα ήταν καταφανώς μείζον. Να γιατί η καταδίκη των «απολίτιστων» που τώρα διαμαρτύρονται συμβολικά στα θέατρα μοιάζει, αν μη τι άλλο, πρωθύστερη και αβασάνιστη (ακόμα κι αν θεωρεί κανείς την άνευ όρων επιβράβευσή τους το ίδιο αβασάνιστη).

Πολλά δοκιμάστηκαν τούτες τις μέρες, μεταξύ τους και οι αντοχές μας απέναντι στη διαμαρτυρία. Ζούμε εξάλλου σε μια χώρα με υπερπαραγωγή διαμαρτυρίας, μάλλον διότι υπάρχει και υπερπαραγωγή αιτίων που τη γεννούν. Να γιατί δε χωρούν εύκολοι αφορισμοί. Αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι μπήκαμε σε έτος κοινωνικής έντασης, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι οι εύκολοι αφορισμοί. Είναι όμως βέβαιο ότι θα μας περισσέψουν.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιεύονταν ως επιφυλλίδες στα ΝΕΑ μέχρι το καλοκαίρι του 13. Τα υπόλοιπα βλέπουν το φως κατευθείαν στο blog. Η πάνω φωτό είναι από την καμπάνια της Διεθνούς Αμνηστίας Use your freedom to write wrongs

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Τα καθαρά χέρια

Ας μιλήσουμε καθαρά

Λεξεις κλειδια

Άγιος Παντελεήμονας Ακροδεξιά Αριστερά Βαλκάνια Βουλή Βουλγαράκης Γάζα Δήμος Αθηναίων Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας Δεκέμβριος Διεθνής Αμνηστία ΕΕΔΑ ΕΛΑΣ Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ΗΠΑ Ισλάμ Ισραήλ Κίνα Κακλαμάνης Καμίνης Καρατζαφέρης ΛΑΟΣ Λοβέρδος ΜΚΟ ΜΜΕ ΟΗΕ Ολυμπιακοί Σαμαράς ΣτΕ Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Συνήγορος του Πολίτη Χριστόδουλος Χρυσή Αυγή ανήλικοι ανθρωπισμός απαγωγές αστυνομία αστυνομική βία βία βασανιστήρια διακρίσεις διαμαρτυρία διαφάνεια διεθνή εθελοντισμός εθνικισμός εκκλησία εκλογές εκπαίδευση ελευθερία έκφρασης εργασιακά θανατική ποινή θρησκεία θρησκευτική ελευθερία ιθαγένεια κάμερες κρίση μειονότητες μετανάστες μνημόνιο περιβάλλον προσωπικά δεδομένα πτήσεις CIA ρατσισμός ρατσιστική βία ρατσιστικός λόγος σεξουαλικός προσανατολισμός σχολείο σωφρονισμός τράφικιν τρομοκρατία φυλακές φύλο χούντα όπλα