You are currently browsing the tag archive for the ‘Δεκέμβριος’ tag.

Η γενιά της μεταπολίτευσης στρογγυλοκάθισε στο σαλόνι χαρούμενη. Με το δίκιο της. Η πιο ωραία ηλικία της συνέπιπτε με ημέρες γενικευμένης διονυσιακής ευφορίας. Η Ιστορία με μια κίνηση μεγαλοπρέπειας της έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού και της ευχήθηκε να χαρεί όσα στερήθηκαν τα μεγαλύτερα αδέρφια της. Εκείνη ήθελε να τα αλλάξει όλα, άλλαξε μερικά και γρήγορα άλλαξε η ίδια. Και θεωρώντας ότι τα κλειδιά επέτρεπαν περισσότερα από ένα απλό δικαίωμα χρήσης, υποθήκευσε το σπίτι κι έκανε έφοδο στο υπόγειο με τις προμήθειες.

Η τεράστια εκταμίευση πόρων των τελευταίων ετών αυτομάτως καθιστά τη δημοσιονομική κρίση ζήτημα γενεών. Στο παραδοσιακό οικογενειακό σχήμα οι γονείς στερούνταν ακόμα και τα βασικά στο όνομα της προόδου των παιδιών που περνούσε κατά τεκμήριο μέσα από τη μόρφωση. Στην πορεία εμφανίστηκε και γιγαντώθηκε ένα αντίστροφο σχήμα υποθήκευσης του μέλλοντος των παιδιών στο όνομα μιας ιδιότυπα ευδαιμονικής θεώρησης του σήμερα. Ακόμα και η κοινωνική πρόνοια αντιμετωπίστηκε ευδαιμονικά και από πρόνοια έγινε παροχή. Η κοινωνική αλληλεγγύη αντικαταστάθηκε από τον συντεχνιακό ανταγωνισμό για το μοίρασμα μιας πίτας όλο και μικρότερης. Η αλληλεγγύη των γενεών πήγε περίπατο.

Οι αλλαγές στο ασφαλιστικό και στα εργασιακά πλήττουν σε μέγιστο βαθμό τους σημερινούς και αυριανούς εικοσάρηδες και τριαντάρηδες. Εργαζόμενοι και συνταξιούχοι διαμαρτυρόμαστε για κεκτημένα που γκρεμίζονται αλλά το μεγαλύτερο λογαριασμό για αυτά τα κεκτημένα θα πληρώσουν όσοι δεν πρόλαβαν να τα απολαύσουν.

Και όμως, δεν τους ακούμε. Ξεχάστηκε γρήγορα ακόμα και εκείνο το υποκριτικό, λαϊκιστικό «να ακούσουμε τη φωνή των νέων». Τώρα σιωπή. Εμφανίζεται μόνο κάποτε κάποια καρικατούρα των νέων στα ΜΜΕ, ποτέ οι ίδιοι. Και ας μη νομιστεί ότι είναι βουβοί. Κάποιες συλλογικότητές τους έχουν φρεσκάδα. Στο διαδίκτυο κυκλοφορεί η δημιουργική τους αγωνία. Άρχισαν ήδη να «βγάζουν τέχνη» από την κρίση. Φωνάζουν.

Υπάρχει κι άλλη νεολαία έξω από τις γερασμένες κομματικές νεολαίες. Αμφίβολο όμως αν ποτέ θα αποκτήσει ηλικιακή διεκδικητική εκπροσώπηση όπως έχουν οι μεγαλύτεροι. Το πρεκαριάτο, η γενιά της επισφαλούς εργασίας, δεν έχει καν ουσιαστική συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Οι θέσεις είναι κι εκεί πιασμένες από τους μεγάλους.

Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον για τα καλά στην κεντρική πλανητική σκηνή. Για δεύτερη φορά μετά τον Δεκέμβριο του 08 εδώ γίνονται τα γυρίσματα για το έργο που αύριο ίσως παίζεται σε πολλές γωνιές της γης. Κατά σύμπτωση και τις δυο φορές πρωταγωνιστούν οι νέοι. Πρόπερσι έπαιζαν τον εξεγερμένο Προμηθέα που σπέρνει τη φωτιά, τώρα παίζουν την Ιφιγένεια που θυσιάζεται βουβή στο βωμό της δημοσιονομικής σωτηρίας.

Και κάτι τελευταίο. Στον μαγικά εφιαλτικό «Κυνόδοντα» του Γ. Λάνθιμου το μοντέλο της προστατευτικής οικογένειας διαστέλλεται και φτάνει στα άκρα του. Η οικογένεια τρώει τα παιδιά της μέσα στους ψηλούς τοίχους μιας επίπλαστης υλικής και πνευματικής αυτάρκειας. Όσοι είδαν την ταινία ξέρουν το τέλος…


Η δημόσια ασφάλεια, κρίσιμο μέγεθος για τη δημοκρατία και την κοινωνική ειρήνη, είναι αναπόσπαστα δεμένη με την αποτελεσματική αστυνόμευση. Για να έχει νόημα όμως η σχετική συζήτηση και να μη γίνονται εκ του πονηρού παρερμηνείες, πρέπει να ξέρουμε για ποιο πράγμα μιλάμε, πώς δηλαδή μετριέται η αποτελεσματικότητα αυτή. Για παράδειγμα, η αποτελεσματική αστυνόμευση μιας διαδήλωσης φυσικά προϋποθέτει επαρκή αντιμετώπιση των βίαιων εκτρόπων και εκτροπών: βιτρίνες που δεν σπάνε, καταστήματα που δεν καταστρέφονται, αυτοκίνητα που δεν καίγονται και κυρίως ζωές που δεν απειλούνται. Σημαίνει μόνο αυτό; Όχι, αυτή είναι η μια όψη της αποτελεσματικής αστυνόμευσης. Η άλλη όψη είναι ο σεβασμός των δικαιωμάτων όλων των πολιτών, διαδηλωτών και μη: αστυνόμευση χωρίς παράνομες συλλήψεις, χωρίς αυθαίρετη βία, χωρίς περιορισμό του δικαιώματος στη συνάθροιση.

Κατά την επέτειο του φόνου Γρηγορόπουλου, η εύλογη ανησυχία για ενδεχόμενη επανάληψη των περσινών εκτεταμένων επεισοδίων καθιστούσε προφανή την ανάγκη αποτελεσματικής αστυνόμευσης. Ας δούμε λοιπόν, με ψυχραιμία και νηφαλιότητα, αν οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας αστυνομεύτηκαν αποτελεσματικά. Για όσους περιορίζουν την αποτελεσματικότητα στο πρώτο της σκέλος η απάντηση είναι καταφατική και δικαίως επιχαίρει το αρμόδιο Υπουργείο. Αν όμως συμφωνούμε ότι η ασφάλεια είναι πιο σύνθετη έννοια, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Πριν και κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων πραγματοποιήθηκαν περίπου 1000 προσαγωγές, κατά κύριο λόγο αδικαιολόγητες (προσαγωγή ατόμου που κατέχει αποδεικτικό στοιχείο της ταυτότητάς του επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που η συμπεριφορά του, και όχι απλώς ο τόπος, ο χρόνος και οι περιστάσεις, κινεί υποψίες διάπραξης εγκλήματος). Οι προσαγωγές αυτές προσέβαλαν το δικαίωμα του κάθε πολίτη να διαδηλώνει ελεύθερα χωρίς να καθίσταται αυτόματα ύποπτος. Επιπλέον, για πολλοστή φορά απόπειρα ψευδούς ενοχοποίησης συλληφθέντων αποκαλύφθηκε με τρόπο τυχαίο. Αυτό δείχνει ότι δε μιλάμε πια για μεμονωμένα περιστατικά αλλά για τεκμηριωμένη δράση θυλάκων αυθαιρεσίας εντός της ΕΛΑΣ.

Η επιλογή ανάμεσα στην περιοριστική και την ευρεία νοηματοδότηση της αποτελεσματικής αστυνόμευσης, άρα και της ασφάλειας, είναι κρίσιμη για την ποιότητα της δημοκρατίας που θέλουμε. Δεν προσφέρουν καλές υπηρεσίες όσοι συρρικνώνουν το περιεχόμενό της. Από τη μια, υπάρχουν όσοι προσποιούνται ότι δεν τίθεται ζήτημα με τη μητροπολιτική βία, τον αντιεξουσιαστικό χουλιγκανισμό, τον βιασμό του πανεπιστημιακού ασύλου και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Η επιλεκτικότητα αυτή τους απομακρύνει από την κοινή λογική και τροφοδοτεί τη μηδενική ανοχή την οποία καταγγέλλουν. Από την άλλη, υπάρχουν όσοι θεωρούν ότι η απόλαυση του αγαθού της ασφάλειας μπορεί να συμβαδίζει με προληπτική αναστολή των δικαιωμάτων. Έτσι οδηγούνται στην αποδοχή της συλλογικής ευθύνης και στις προληπτικές συλλήψεις λάθος ανθρώπων για λάθος λόγους. Όσοι με τέτοιο τρόπο επενδύουν στην αύξουσα –και λόγω κρίσης- κοινωνική συντηρητικοποίηση στην ουσία σπέρνουν ανέμους.

Τέλος, επιβάλλεται τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη να εκφέρουν λόγο υπεύθυνο και νηφάλιο. Όταν εμπλέκονται σε προσωπική βεντέτα με τους «βιτρινοθραύστες» κερδίζουν μεν πρόσκαιρη δημοσιότητα αλλά γίνονται μέρος του προβλήματος που έχουν κληθεί να λύσουν.

Το Δεκέμβριο συνέβη μια τρομερή πύκνωση του χρόνου: έγιναν περισσότερα από όσα μπορούσε να καταναλώσει η δημόσια σκηνή. Το αρχικό συμβάν έβαλε φωτιά σε ένα φυτίλι που περίμενε καιρό. Η τραγικότητα του συμβάντος ήταν τέτοια και με τέτοιους πρωταγωνιστές που προβλήθηκε αυτομάτως στην αρχέγονη διάσταση καλού-κακού και ικανοποίησε την καθολική ανάγκη για σύμβολα. Ακολούθησε η βίαιη είσοδος πολλών νέων στο πολιτικό προσκήνιο. Η ένταση της φωνής τους και η πανελλαδική εξάπλωση έφερε συγκίνηση και αναθάρρυνση. Κι επειδή η φωνή δεν είχε άλλο να πει από το «είμαστε εδώ και είμαστε θυμωμένοι», το μέσο γρήγορα έγινε το μήνυμα. Πολλούς συνεπήρε και μια διάχυτη αίσθηση δύναμης, ένα «όλα είναι δυνατά» που ενισχύθηκε από την εικόνα μιας «αλωμένης πόλης-γυναίκας», μιας πόλης που παραδόθηκε αμαχητί στην πάντοτε εκμαυλιστική, ακόμα και στις πιο ακραίες εκφάνσεις της, χαρά της καταστροφής. Άλλωστε -ας είμαστε ειλικρινείς- χωρίς αυτήν την όψη δεν θα μιλούσαμε για το Δεκέμβριο. Η παρατεταμένη και εκτεταμένη βία είναι που τον σαρκώνει στις συζητήσεις μας.

Ταυτόχρονα όμως ήταν από την πρώτη στιγμή ορατή η απουσία συλλογικού υποκειμένου με συγκεκριμένο πρόταγμα. Το στοιχείο αυτό λειτούργησε πολλαπλά, απελευθερώνοντας δυνάμεις που αλλιώς θα έμεναν αδρανείς αλλά και ακυρώνοντας την εφηβική ένταξη αφού τον τόνο τελικά έδιναν όχι τόσο οι δικές τους συλλογικές δράσεις όσο οι ατομικές πορείες της βίαιης εκτόνωσης. Παράλληλα εμφανίστηκε η ανόητη κολακεία της «αιώνιας λιακάδας του εφηβικού μυαλού» που συνοψίστηκε στο κούφιο «ας ακούσουμε τους νέους». Φράση – επιτομή της αμήχανης νεολαγνείας που διέκρινε πολιτικές/ πνευματικές ηγεσίες και εθνικούς διασκεδαστές.

Ο Δεκέμβριος ήταν εύλογα αντιφατικός. Ενδεικτική η αντιμετώπιση των δημόσιων αγαθών: ένα τέτοιο κίνημα διαμαρτυρίας αποτελούσε από την ίδια του τη φύση μια κατάφαση στα δημόσια αγαθά την ώρα που πολλές εκφάνσεις του την αναιρούσαν. Ενώ λοιπόν έκτοτε πλήθυναν οι πρωτοβουλίες αναβάθμισης των δημόσιων χώρων και προστασίας του αστικού πρασίνου, ταυτόχρονα εντάθηκε η καταστροφή ή η απαξίωση δημόσιων αγαθών και η κοινότοπα επαναλαμβανόμενη αφετηρία αλλά και απόληξη κάθε κινητοποίησης, η κατάληψη και η αναστολή της λειτουργίας ενός δημόσιου χώρου ή ιδρύματος. Μαζί υπονομεύτηκε το πιο σημαντικό αγαθό της δημόσιας σφαίρας, ο ελεύθερος διάλογος. «Κληρονομιά του Δεκέμβρη» όλα αυτά.

Παραπλήσια αντίφαση είχαμε και στα μέσα της διαμαρτυρίας. Η δημιουργική αναζήτηση νέων τρόπων παρέμβασης (παρεμβολή στο πρόγραμμα της κρατικής τηλεόρασης, παρεμβάσεις σε θέατρα) έχει αφήσει μια αυξημένη διαθεσιμότητα κινητοποίησης, μια διάχυτη εγρήγορση. Μέρος της όμως γρήγορα εκφυλίστηκε σε μια αυτιστική επιμονή στο ίδιο το μέσο της διαμαρτυρίας, ανεξαρτήτως μηνύματος και αποδεκτών. Έτσι φτάσαμε στην καταστολή της άλλης άποψης, στις φασιστικής κοπής διακοπές εκδηλώσεων, στον μεταδεκεμβριανό αντιεξουσιαστικό φονταμενταλισμό. «Κληρονομιά του Δεκέμβρη» κι αυτά.

Τελικά, μπορούμε να δούμε το Δεκέμβριο σαν μια περιδίνηση στο κενό. Αφού μετεωριστήκαμε για λίγο, ξαναπήραμε τις θέσεις μας. Η πολιτεία αξιοποίησε την «κληρονομιά του Δεκέμβρη» με την υιοθέτηση των νομοθετημάτων του καλοκαιριού (κουκούλες, DNA, κάμερες). Μέρος της Αριστεράς τρόμαξε με τη δική του «κληρονομιά του Δεκέμβρη», τις εκλογικές απώλειες, και επέλεξε τη σταδιακή αποστασιοποίηση από τη δίνη της μη καταγγελλόμενης βίας. Μέρος των διαμαρτυρομένων διολίσθησε στην ιδιότυπη ασφάλεια που παρέχει η αυτοεκπληρούμενη προφητεία της βίας. Έτσι, πολύ γρήγορα ο Δεκέμβριος πέρασε στο χώρο μιας κάπως θολής μνήμης. Για τους πολλούς που πορεύτηκαν στους δρόμους έγινε «ο γύρος της εξέγερσης σε 15 ημέρες»: συμμετοχή, στράτευση, έξαψη, σύγκρουση, επιστροφή στη μελαγχολική κανονικότητα. Μετά το ποδοσφαιρικό καλοκαίρι του 2004, τον Δεκέμβριο ζήσαμε ένα άλλο «Γιούρο», το «Γιούρο της εξέγερσης». Η εικαζόμενη επετειακή επανάληψη των κινητοποιήσεων δεν αναιρεί, μάλλον επιβεβαιώνει την εικόνα.

Υγ. Συζητώντας με μαθήτρια λυκείου (το σχολείο της τελεί ήδη υπό κατάληψη), τη ρώτησα τι να γράψω σε τούτο το άρθρο. «Εγώ έμαθα από το Δεκέμβρη ότι δε χρειάζομαι αιτήματα για να κάνω κατάληψη. Φτάνει ο θυμός», μου είπε. Η απάντησή της ανοιχτή σε κάθε σχολιασμό και ερμηνεία.

Ελευθεροτυπία, 5 Δεκεμβρίου 2009

Οι συνθήκες είναι ιδανικές για την εκκόλαψη του εγχώριου αυγού του φιδιού και τα δείγματα είναι ήδη πολλά. Οι επιθέσεις και οι σοβαροί τραυματισμοί μεταναστών έχουν πληθύνει σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούμε πια να μιλάμε για μεμονωμένα περιστατικά. Τον Απρίλιο μόνο καταγγέλθηκαν τουλάχιστον 30 τέτοια «μεμονωμένα περιστατικά». Στις επιθέσεις διακρίνεται επαναλαμβανόμενη τυπολογία: οργανωμένες ομάδες κινούνται συντεταγμένα σε συγκεκριμένες περιοχές και χτυπούν ορισμένη «ομάδα στόχο», συνήθως Πακιστανούς μετανάστες.

Η έως τώρα διερεύνηση των επιθέσεων δεν κρίνεται αποτελεσματική. Ίσως αυτό εξηγείται από απλή αδράνεια ή αδυναμία των αρχών. Η εξήγηση όμως φαίνεται ανεπαρκής όταν η δράση των φασιστικών ομάδων προαναγγέλλεται και πραγματοποιείται στο φως της μέρας στους δρόμους της Αθήνας. Τότε δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει τις εικόνες (έχουν δημοσιευτεί επανειλημμένα) της συνύπαρξης ή και αλληλοϋποστήριξης  μεταξύ των ομάδων αυτών και μελών της Ελληνικής Αστυνομίας. Δεν μπορεί να μένουν αναπάντητες οι καταγγελίες για κραυγαλέα ανοχή ορισμένων οργάνων της τάξης σε συγκεκριμένης απόχρωσης εγκληματικές ενέργειες. Είναι αδιανόητο να μη διερευνώνται οι «παρεμβάσεις» αστυνομικών σε ρατσιστικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και οι δημοσιευμένες στις εφημερίδες ανακοινώσεις «οργάνωσης αστυνομικών» όπου δηλώνουν ότι θα πάρουν τον νόμο στα χέρια τους.

Το Δεκέμβριο, υπό το φως της ανθρωποκτονίας Γρηγορόπουλου, ετούτη τη στήλη απηύθυνε έκκληση με τίτλο «Τολμήστε κ. Παυλόπουλε». Επισημαίναμε τότε τη διάχυτη υποκουλτούρα βίας στους κόλπους της ΕΛΑΣ και αναφερόμασταν στις παρακρατικές ομάδες που δρουν στις παρυφές της Αστυνομίας όποτε γίνονται βίαια επεισόδια. Επαναλαμβάνουμε την έκκληση, πιο συγκεκριμένα αυτή τη φορά. Η πολιτεία πρέπει να κινηθεί σε δυο κατευθύνσεις. Από τη μια να εξετάσει πώς αντιμετωπίζεται το οργανωμένο ρατσιστικό έγκλημα σε πολλές χώρες στην Ευρώπη και πέραν του Ατλαντικού. Εκεί αναγνώρισαν ότι το φαινόμενο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και το μελέτησαν συστηματικά. Έδρασαν συστηματικά σε αστυνομικό και δικαστικό επίπεδο. Εξειδικευμένο προσωπικό έθεσε τις ρατσιστικές ομάδες στο στόχαστρο. Στην ίδια κατεύθυνση να κινηθούμε και εδώ.

Από την άλλη, ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε θαρραλέα την κατάσταση στο εσωτερικό της αστυνομίας. Απαιτείται γενναία διερεύνηση των καταγγελιών για εμπλοκή ή ανοχή των αστυνομικών σε εγκληματικές πράξεις ρατσιστικών ομάδων. Απαιτείται έρευνα από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων για σχετική «εξωυπηρεσιακή δράση» αστυνομικών οργάνων. Ενδεχόμενες ανεπίτρεπτες υπόγειες διαδρομές μεταξύ φασιστικών ομάδων και αστυνομικών πρέπει να παταχθούν. Μόνο έτσι δεν θα θεωρείται από κανέναν ο χώρος των σωμάτων ασφαλείας προνομιακό πεδίο για να διεισδύσουν ρατσιστικές ιδέες και πρακτικές. Το εκρηκτικό κοκτέιλ που δημιουργείται από την οικονομική ύφεση και τη διάχυτη κοινωνική ανασφάλεια δεν επιτρέπει εθελοτυφλία ή εφησυχασμό.

Είναι αδιανόητο πνευματικοί άνθρωποι να φοβούνται τις πιθανές βίαιες συνέπειες όσων λένε ή γράφουν και οργανώσεις πολιτών να φοβούνται τη βίαιη εισβολή σε δημόσια εκδήλωση που ετοιμάζουν. Οι πρόσφατες επιθέσεις κατά συγγραφέων και πανεπιστημιακών αποτελούν απαράδεκτη απόπειρα φίμωσης της αντίθετης άποψης. Δεν πρόκειται για παρέμβαση σε μια εκδήλωση ή αποδοκιμασία ενός ομιλητή, αλλά για προαποφασισμένη και στοχευμένη κτηνώδη βία πολλών οπλισμένων επί ενός άοπλου. Αντιμετωπίζουμε οργανωμένες απόπειρες κατατρομοκράτησης που υπονομεύουν την ελεύθερη έκφραση και την ακαδημαϊκή ελευθερία. Οι κρανοφόροι εισβολείς διάβηκαν τη λεπτή κόκκινη γραμμή και στέκουν πια στην αντίπερα όχθη. Στη δική μας πλευρά εκτείνεται ο δημόσιος χώρος μας, το φόρουμ που έχει με αγώνες κατακτηθεί και επί αιώνες διαφυλαχτεί, η πεδιάδα του ελεύθερου λόγου, η ανεμπόδιστη ανταλλαγή απόψεων, η ακώλυτη έκφραση της έλλογης σκέψης. Στη δική τους πλευρά υπάρχει μόνο η βία.

Φαίνεται βέβαια πολλές φορές απωθητική η πεδιάδα μας, μένει άνυδρη, βγάζει αγκάθια. Φυτρώνουν και τα χειρότερα παράσιτα, ακούγεται και το πιο απεχθές ναζιστικό παραλήρημα. Ελευθερία λόγου σημαίνει βαθύ στοχασμό μα και ανοησία, ριζοσπαστική αμφισβήτηση μα και αντιδραστική φλυαρία. Αυτή όμως είναι η πεδιάδα μας. Ζούμε εδώ έχοντας συμφωνήσει ως μοναδικό διαβατήριο τον εξοβελισμό του φόβου. Το φόρουμ προϋποθέτει τη βεβαιότητα πως τη διατύπωση μιας άποψης μπορεί να την απειλήσει μόνο η διατύπωση μιας άλλης άποψης, η επίκριση, η χλεύη. Δημόσια, με τη δύναμη του λόγου. Όχι με τη βία και το φόβο. Πώς λοιπόν μπορούμε να ανεχτούμε την κρανοφόρο βία; Οι επιθέσεις κατά φορέων της άλλης άποψης ανατρέπουν μια από τις βασικότερες συμβάσεις τούτης εδώ της κοινότητας και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Σε καμία περίπτωση. Ας μη γυρεύουν λοιπόν ελαφρυντικά στη βία του κράτους ή στην απονομιμοποίηση των θεσμών οι οπαδοί της χουλιγκανικής τυφλής βίας. Σαθρά τα ελαφρυντικά, η βία τους εξυπηρετεί ανάγκες εκτονωτικής αυτοϊκανοποίησης και οξύνει την κρατική καταστολή που υποτίθεται πως αμφισβητεί. Και εντέλει, είναι η κρατική εξουσία εκείνη που παραδοσιακά επιχειρούσε δια της τρομοκράτησης να καταστείλει τη διαφωνία. Απέναντι σε αυτόν τον αυταρχισμό όρθωναν το ανάστημά τους οι οπαδοί του ορθού λόγου. Κατέφευγαν στην ανυπακοή, δημόσια δήλωναν «είμαστε εδώ και αρνούμαστε να υποκύψουμε στο φόβο». Κύριο όπλο μας απέναντι στην απόπειρα εγκαθίδρυσης μιας νέας ιδιότυπης εξουσίας του φόβου είναι η ιδεολογική της απομόνωση και η προσφυγή στην ανυπακοή του ελεύθερου λόγου.

Υστερόγραφο: «Το πανεπιστήμιο απαιτεί και θα έπρεπε να του αναγνωρίζεται κατ’ αρχήν, επιπλέον της ονομαζόμενης ακαδημαϊκής ελευθερίας, μια απροϋπόθετη ελευθερία όσον αφορά την ερωτηματοθεσία και τις προτάσεις, και δη, ακόμα περισσότερο, το δικαίωμα να λέγει δημοσίως καθετί που απαιτούν η έρευνα, η μάθηση και η σκέψη όσον αφορά την αλήθεια» (Ζακ Ντεριντά, Το Πανεπιστήμιο άνευ όρων). Μολονότι ο προβληματισμός του Ντεριντά κείται πολύ πέραν της στενής έννοιας του νόμου, μας θυμίζει πως ειδικά στο ελληνικό πανεπιστήμιο πρέπει να επιστρέψουμε στα αυτονόητα και πεζά. Ένα από αυτά είναι η ουσιαστική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας με την πιστή εφαρμογή του νόμου περί (άρσης του) ασύλου.

Στο παρκάκι της οδού Κύπρου έμεναν συγκεντρωμένοι το βράδυ δεκάδες Αθηναίοι για να αποτρέψουν τη συνέχιση της κοπής δέντρων. Είχαν προηγηθεί επεισόδια αλλά πλέον τα πνεύματα ήταν ήρεμα και γίνονταν λίγες λεκτικές αψιμαχίες με τα ΜΑΤ για την τιμή των εκατέρωθεν όπλων. Στα πηγαδάκια των παρευρισκομένων συμμετείχε βαθμοφόρος αστυνομικός. Εκτόνωνε εντάσεις, άνοιγε διαύλους επικοινωνίας και έριχνε γέφυρες ανάμεσα σε οπτικές που «υπό κανονικές συνθήκες» δε συναντιούνται. Ανεδείκνυε ο ίδιος το προφανές για όλους, ότι δηλαδή δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτό η αστυνομία να φυλάει την μπουλντόζα που ισοπεδώνει το μοναδικό πάρκο της περιοχής. Συζήτησα μαζί του και θαύμασα την αποτελεσματική διπλωματία των λόγων. Η αγωνία του ήταν να μην εξελιχθούν τα πράγματα «ως είθισται», να μην οδηγηθεί η συνύπαρξη διαμαρτυρόμενων πολιτών και αστυνομίας σε σύγκρουση. Με λίγα λόγια, προσπαθούσε να αποτρέψει την αυτοεκπληρούμενη προφητεία της σύγκρουσης.

Βέβαια η δημοτική αρχή όφειλε να έχει πείσει τους κατοίκους για την αναγκαιότητα ενός έργου στην περιοχή τους. Και βέβαια η επανάληψη της κοπής δέντρων λίγες ημέρες αργότερα (με τη συνδρομή «αγνώστων» που προπηλάκισαν πολίτες, όπως καταγγέλλεται) μάλλον επιβεβαιώνει τους χειρότερους φόβους για τον ένοικο του δημαρχιακού μεγάρου. Ας σταθούμε όμως στο ίδιο το έργο της αστυνομίας. Δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς ότι η υπερβολική χρήση του βαρέως τμήματος του κατασταλτικού μηχανισμού ακυρώνει τον διαμεσολαβητικό- προληπτικό ρόλο της αστυνομίας. Η  διαρκής παρουσία μονάδων της αστυνομίας με στρατιωτική όψη και λογική στα κεντρικά σημεία της πόλης υπονομεύει το συνολικό της έργο. Το ίδιο αρνητικά επιδρά και η έλλειψη εξειδίκευσης. Ο σημερινός διοικητής αστυνομικού τμήματος γειτονιάς -ρόλος που προϋποθέτει τη δυνατότητα πρόληψης, διαμεσολάβησης και επίλυσης εντάσεων και διαφορών- χτες υπηρετούσε στα ΜΑΤ, που εξ ορισμού βασίζονται στη βίαιη καταστολή. Τα σκληρά αστυνομικά «τμήματα της νύχτας» με τη βαριά παραβατικότητα στελεχώνονται σήμερα όπως ένα τμήμα γειτονιάς, όπου είναι άλλες  οι κοινωνικές διεργασίες και ανάγκες. Τα ίδια ισχύουν και στον τομέα της εξιχνίασης εγκλημάτων (είναι τυχαίο ότι το πεδίο που διεθνώς τροφοδοτεί την αστυνομική λογοτεχνία με ήρωες, καταραμένους ή μη, στην Ελλάδα ως αντικείμενο μυθοπλασίας είναι ανύπαρκτο; Ο συμπατριώτης μας λογοτεχνικός ήρωας θα έπρεπε πρώτα να αντιμετωπίσει τα ελλείμματα του επαγγελματικού του περιβάλλοντος). Αν προσθέσουμε τις πολλαπλές πολιτικές εξαρτήσεις, την αδιανόητη έλλειψη αυτονομίας της φυσικής από την πολιτική ηγεσία και τα πελατειακής υφής συνδικαλιστικά μορφώματα, το περιθώριο αισιοδοξίας στενεύει. Η πρόληψη γίνεται όνειρο θερινής νυκτός και η καταστολή αποτελεί την εύκολη οδό. Ο εξαιρετικά κρίσιμος κοινωνικά ρόλος της διαμεσολάβησης μένει ανενεργός. Ο ρόλος αυτός προϋποθέτει ευαισθησία, αίσθηση κοινωνικής ευθύνης και ειδική κατάρτιση, είδη εν ανεπαρκεία σε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό αλλά εκ των ων ουκ άνευ αν θέλουμε να μιλάμε για ουσιαστική αστυνόμευση.

Υγ. Όποτε επικρίνεται η αστυνομία συσπειρώνεται γύρω από την επίκληση της εναντίον της εχθρότητας. Και όμως, ακόμα και οι πλέον καχύποπτοι από τους συγκεντρωμένους της οδού Κύπρου εκδήλωσαν γενναιόδωρα την επιδοκιμασία τους για την παρουσία ενός αξιωματικού με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε.

Κανένας φόνος δεν ισοφαρίζει έναν άλλο φόνο και προσφέρουν πολύ κακή υπηρεσία όσοι καλλιεργούν μια λογική βεντέτας. Η αλυσιδωτή απαξίωση της ανθρώπινης ζωής κρύβει μια υπόρρητη παραδοχή: οι κινητοποιήσεις του Δεκεμβρίου και το αρνητικό κλίμα για την αστυνομία οδήγησαν στη δολοφονική απόπειρα κατά του αστυφύλακα των ΜΑΤ, ήταν δηλαδή ο προθάλαμος για να έλθουν στο προσκήνιο οι αυτόκλητοι τιμωροί. Ας επεκτείνουμε αυτή τη λογική: όσοι λοιπόν κατήγγειλαν την αστυνομική αυθαιρεσία όπλισαν το τρομοκρατικό καλάσνικοφ. Μα τότε με ανάλογο τρόπο όσοι εκφράζουν αίσθημα ανασφάλειας και θέλουν αποτελεσματικότερη αστυνομία όπλισαν το όπλο του ειδικού φρουρού. Η λογική αυτή αλληλοτροφοδοτείται με τη λογική της συλλογικής ευθύνης: όλοι οι διαδηλωτές συμμετέχουν σε βίαια επεισόδια, όσοι συχνάζουν στα Εξάρχεια είναι εκκολαπτόμενοι τρομοκράτες, όλοι οι αστυνομικοί είναι ράμπο έτοιμοι να σκοτώσουν. Απότοκο τέτοιων ακροβατικών συλλογιστικών σχημάτων είναι η σχηματοποίηση των δυο φονικών πράξεων ως αντίθετων πόλων που αλληλοεξουδετερώνονται.

Είναι όμως έτσι; Η απόπειρα κατά του αστυφύλακα μας φέρνει στην κατάσταση προ 6ης Δεκεμβρίου; Αστείο και να το σκεφτεί κανείς. Τέτοια προσέγγιση συσκοτίζει τα προφανή. Ας τα δούμε με αντίστροφη χρονική σειρά. Προφανής η καταδίκη της δολοφονικής απόπειρας κατά αστυνομικού. Όχι λόγω λύπησης, επειδή δηλαδή είναι 21 ετών νεοδιόριστος αστυφύλακας, γεγονός που διευκολύνει τη μιντιακή κατασκευή μιας συγκινησιακής «ισοπαλίας του αίματος» μέσω της συνάφειας των δυο θυμάτων. Το ίδιο καταδικαστέα θα ήταν η απόπειρα ανεξαρτήτως ηλικίας και βαθμού του θύματος. Η κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, τα κοινωνικά προβλήματα, η κρατική ανεπάρκεια ή αυθαιρεσία δεν αποτελούν άλλοθι για σκοτεινούς τιμωρούς. Αντίθετα, η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα βρίσκονται κατ’ ουσία στο στόχαστρο της ένοπλης βίας.

Προφανείς και οι ευθύνες της πολιτείας. Για λόγους δημοσιονομικούς ή πολιτικούς δημιουργήθηκε εντός της αστυνομίας ένα κακοπληρωμένο «ανειδίκευτο προλεταριάτο εργατών της τάξης», μια κοινωνική ομάδα ευεπίφορη στην ανάπτυξη θυλάκων παραβατικότητας και υποκουλτούρας της βίας. Υπήρξε ανοχή στο κλίμα ατιμωρησίας για αυθαιρεσίες αστυνομικών οργάνων, κλίμα που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τον φόνο της 6ης Δεκεμβρίου. Από την άλλη, η πολιτεία επέδειξε παροιμιώδη αδυναμία διαχείρισης της κρίσης που έκτοτε προέκυψε, αναμένοντας περίπου ως προδιαγεγραμμένη τη σπειροειδή τροχιά της τυφλής βίας. Τώρα πια, παρακολουθούμε την πολιτική επένδυση στο σίγουρο ομόλογο της ανασφάλειας: «το κράτος κάνει τη δουλειά του αν το αφήσουμε», ο εστί μεθερμηνευόμενο «η ασφάλεια απαιτεί να παραμερίσουμε ορισμένες πολυτελείς εγγυήσεις προστασίας των δικαιωμάτων». Ανησυχητικά δείγματα εκδηλώθηκαν ήδη: κατ’ οίκον έρευνες χωρίς εντάλματα και εγγυήσεις που επιτάσσει ο νόμος, αθρόες προσαγωγές, εφαρμογή αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας σε βάρος 15χρονων.

Προφανείς τέλος οι ευθύνες πολιτών και συλλογικών φορέων που μείναμε να παρακολουθούμε αμέτοχοι την απαξίωση κάθε δημόσιου συλλογικού αγαθού, την κατίσχυση της θεωρίας της συλλογικής ευθύνης, την καθολίκευση της βίας. Κανείς όμως δε μπορεί να θεωρείται αμέτοχος όταν θεριεύει η λαϊκιστική απαξίωση θεσμών, πολιτικών και πολιτικής, η οποία ειδικά σε περιόδους ύφεσης εύκολα μπορεί να γίνει μήτρα αυταρχικών εκτροπών.

Η διακοπή θεατρικών παραστάσεων ή τηλεοπτικών προγραμμάτων και η χρήση της Ακρόπολης ως φόντου για εκδηλώσεις διαμαρτυρίας προκάλεσαν έναν διάλογο όπου κυριάρχησαν το ανάθεμα και η επιβράβευση, αφήνοντας σε αρκετούς μια απροσδιόριστη αμηχανία. Οι συμβολικές διαμαρτυρίες ακολούθησαν πάντως τις προηγούμενες βίαιες, άρα μπορούμε κατ’ αρχήν να τις δούμε ως μια έμπρακτη αντίστιξη στη βία ή απόπειρα υπέρβασής της. Η αμηχανία όμως παραμένει. Σε  οποιαδήποτε συζήτηση για τα «όρια της διαμαρτυρίας» υπεισέρχεται αναπόφευκτα μια στάθμιση υποκειμενική: πώς αξιολογούμε εντέλει ένα «κακό» που διαπράττεται στο όνομα ενός «καλού».

Ας επιχειρήσουμε ορισμένα ερωτήματα. Επιχειρεί η διαμαρτυρία μέσω ενός εύγλωττου συμβολισμού να διαδώσει ένα μήνυμα με τρόπο ειρηνικό; Αποσκοπεί στην άρση μιας συγκεκριμένης αδικίας; Έχουν πρόσωπο οι διαμαρτυρόμενοι, κινούνται στον δημόσιο χώρο, αναλαμβάνουν την ευθύνη και τις συνέπειες της διαμαρτυρίας τους; Υπάρχει σχετική έστω αναλογικότητα μεταξύ σκοπού και μέσων; Έχει η διαμαρτυρία διάρκεια συγκεκριμένη, δηλαδή η «τομή του φυσιολογικού χρόνου» υπηρετεί συντεταγμένα το σκοπό της χωρίς να εκφυλίζεται σε μια αυτιστική ες αεί επίθεση σε βασικές κοινωνικές λειτουργίες; Απευθύνεται η διαμαρτυρία πρωτίστως στην κρίση του πολίτη, ζητά «νομιμοποίηση» υπερασπίζοντας βασικές αρχές του συντάγματος; Και βέβαια, δεσπόζει το ποσοτικό κριτήριο: πόσες παραστάσεις αντέχουμε να διακοπούν, πόσες συμβολικές διαμαρτυρίες να τάμουν τον φυσιολογικό χρόνο; Διαμαρτυρία χωρίς κόστος κοινωνικό δε νοείται. Η σαγήνη της διαμαρτυρίας απειλεί όμως να γίνει αυτοσκοπός και να παραγνωριστεί ότι υπάρχει ένα απώτατο όριο στην ικανότητα της δημόσιας σκηνής να αφομοιώσει τέτοιες εκδηλώσεις. Πέρα από το όριο αυτό οδηγούμαστε σε μια μέθοδο φθίνουσας αποτελεσματικότητας που τροφοδοτεί τη συγκρουσιακότητα, αδιαφορεί για τον υποτιθέμενο σκοπό της, τη διάδοση του μηνύματος, και λειτουργεί πολλαπλώς εκφυλιστικά. Δίπλα στο ποσοτικό κριτήριο, στέκει το συγκεκριμένο ή μη του αιτήματος. Ποια είναι η μακροπρόθεσμη δυναμική μιας διαμαρτυρίας που καίει το κάρβουνο της οργής χωρίς να το μετουσιώνει σε αίτημα συγκεκριμένης (δημοκρατικής, να εξηγούμαστε) αλλαγής; Κι από την άλλη, μπορούμε να απαιτούμε από την οργή να γίνει αίτημα και μάλιστα στα πρώτα της ξεσπάσματα;

Ο καθένας μπορεί να απαντήσει σε αυτά ή άλλα ερωτήματα. Έτσι κι αλλιώς, είναι πολύ περισσότερα τα ερωτήματα από τις απαντήσεις, ιδίως επειδή λείπει η ικανή χρονική απόσταση. Γιατί βέβαια, κανείς δε θα κατήγγελλε σήμερα την παραβίαση της ελευθερίας έκφρασης που σήμανε η διακοπή μιας πανεπιστημιακής διάλεξης ή θεατρικής παράστασης από τους εξεγερμένους του γαλλικού Μάη ή από το κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Η Ιστορία δικαίωσε τις διαμαρτυρίες τους. Αλλά και πιο κοντά μας, λίγοι εναντιώθηκαν στην πρόσφατη «προσβολή» της τελετής στην Ολυμπία, ακριβώς γιατί το αγαθό του σεβασμού των δικαιωμάτων στην Κίνα ήταν καταφανώς μείζον. Να γιατί η καταδίκη των «απολίτιστων» που τώρα διαμαρτύρονται συμβολικά στα θέατρα μοιάζει, αν μη τι άλλο, πρωθύστερη και αβασάνιστη (ακόμα κι αν θεωρεί κανείς την άνευ όρων επιβράβευσή τους το ίδιο αβασάνιστη).

Πολλά δοκιμάστηκαν τούτες τις μέρες, μεταξύ τους και οι αντοχές μας απέναντι στη διαμαρτυρία. Ζούμε εξάλλου σε μια χώρα με υπερπαραγωγή διαμαρτυρίας, μάλλον διότι υπάρχει και υπερπαραγωγή αιτίων που τη γεννούν. Να γιατί δε χωρούν εύκολοι αφορισμοί. Αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι μπήκαμε σε έτος κοινωνικής έντασης, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι οι εύκολοι αφορισμοί. Είναι όμως βέβαιο ότι θα μας περισσέψουν.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Κάποιος εκ μέρους της κυβέρνησης πρέπει να δείξει ότι έλαβε το μήνυμα από όσα έγιναν τις τελευταίες ημέρες. Δεν αναφερόμαστε στο μείζον, στη συνολική αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος από μεγάλο μέρος της νεολαίας. Ας μιλήσουμε έστω για το έλασσον. Κάποιος πρέπει να πιάσει την άκρη του κομμένου νήματος, γυρνώντας στο Σάββατο 6 Δεκεμβρίου στις 9 το βράδυ. Έχετε μια μοναδική ευκαιρία, κ. Παυλόπουλε, να δείξετε ότι διατηρεί αυτή η πολιτεία στοιχειώδη  αντανακλαστικά. Σημαντικές βεβαίως οι αποζημιώσεις στους καταστηματάρχες. Είδαν την περιουσία τους να καταστρέφεται και αντικρίζουν το μέλλον με απόγνωση. Στο κάτω κάτω, κρατικό όργανο πυροδότησε τις καταστροφές, κρατικές και οι αποζημιώσεις. Αλλά χρειάζονται και άλλα αντανακλαστικά. Χρειάζεστε κάτι πειστικό για όσους ακούν περί παραδειγματικής τιμωρίας του ειδικού φρουρού και κουνάνε το κεφάλι με νόημα. Σκεφτείτε το: κουνάνε το κεφάλι ακούγοντας το αυτονόητο. Δεν χρειάζονται «παραδειγματικές τιμωρίες», χρειάζονται εγγυήσεις για την προστασία της νομιμότητας.

Δηλώστε λοιπόν ειλικρινά, δημοσίως, αυτό που γνωρίζετε πολύ καλά: στην αστυνομία υπάρχει τεράστιο πρόβλημα. Όλοι γνωρίζουν ότι το γνωρίζετε. Γνωρίζετε τη διάχυτη υποκουλτούρα βίας. Γνωρίζετε για τους θύλακες βίας, τη λογική συμμορίας. Γνωρίζετε για τις παρακρατικές ομάδες που δρουν στις παρυφές και με την ανοχή της αστυνομίας όποτε γίνονται βίαια επεισόδια. Το επιβεβαιώνουν φωτογραφίες που έχουν δημοσιευθεί ευρέως. Γνωρίζετε την ατιμωρησία, τον νόμο της σιωπής. Γνωρίζετε την εχθρική στάση πολλών αστυνομικών απέναντι στην ίδια την έννοια των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τα γνωρίζετε όλα αυτά και δεν έχει νόημα να τα φυλάτε σαν κρυμμένο μυστικό. Αρπάξτε λοιπόν την ευκαιρία του φόνου του μαθητή. Δηλώστε ότι έχασε τη ζωή του επειδή παγίως κρούσματα αυθαιρεσίας έμεναν ατιμώρητα. Επειδή υπάρχουν στην αστυνομία άνθρωποι που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν ή είναι ανεπαρκώς εκπαιδευμένοι. Δηλώστε τα κ. Παυλόπουλε, κέρδος για όλους θα είναι. Μη φυλάτε τη χαμένη τιμή της ΕΛΑΣ, προσπαθήστε να την κερδίσετε. Με την αστυνομία θα ζήσουμε και χρειαζόμαστε πολύ καλύτερη αστυνομία.

Τώρα που τα στεγανά, οι αγκυλώσεις και οι αντιστάσεις της αστυνομίας έχουν παγώσει υπό το βάρος μιας αδιανόητης ανθρωποκτονίας, επιχειρήστε τη μεγάλη ρήξη. Δείξτε ποια πρέπει να είναι τα όρια των συνδικαλιστών του κλάδου που δημιούργησαν ένα από τα χειρότερα πελατειακά δίκτυα. Αποτελούν ένα πραγματικό παράκεντρο εξουσίας που κατάφερε να κάνει τη δημοκρατική κατάκτηση του συνδικαλισμού αντιδημοκρατική. Ανοίξτε τώρα και το ζήτημα της γενικευμένης οπλοφορίας των αστυνομικών, εξετάστε από μηδενική βάση τις προϋποθέσεις κατοχής και χρήσης των όπλων. Μετά το φόνο ενός 15χρονου, τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητο. Κάθε παρουσία ένοπλου αστυνομικού στο κέντρο της πόλης πρέπει να είναι πολύ καλά αιτιολογημένη. Ζητήστε ξανά την ουσιαστική και πλήρη διερεύνηση όλων των πρόσφατων περιστατικών βίας εκ μέρους αστυνομικών οργάνων με απόδοση ευθυνών και πλήρη εφαρμογή των προβλεπόμενων πειθαρχικών και ποινικών μέτρων. Επιτέλους, αρχίστε το σχεδιασμό μιας άλλης εκπαίδευσης των μελών των σωμάτων ασφαλείας, αφού ένα μεγάλο μέρος τους κατάφεραν το απίθανο: στο δίλημμα ασφάλεια ή δικαιώματα απέρριψαν και τα δύο, όντας ταυτόχρονα αναποτελεσματικοί και επικίνδυνοι.

Μόνο μια τέτοια διαδικασία σοκ μπορεί να αποκαταστήσει τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών προς την αστυνομία και να προσφέρει αίσθημα κάθαρσης, αναγκαίο και στους μεν και στους δε. Θα ακουστεί άκαιρο, αντίθετο στο γενικευμένο κλίμα απαξίωσης της ΕΛΑΣ, αλλά πρέπει να ακουστεί: μια πολυάριθμη κοινωνική ομάδα, 55000 άνθρωποι, βιώνουν ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα. Έχουν την κοινωνία εχθρική απέναντί τους. Πολλοί δουλεύουν σε άθλιες συνθήκες και κακοπληρωμένοι. Αν δεν προσεχθούν, θα δούμε κι άλλα, πολύ χειρότερα. Χρειάζονται παροχές και ενίσχυση, αλλά μόνο με έλεγχο, εκπαίδευση, μηχανισμούς πρόληψης της βίας και των βασανιστηρίων, μηχανισμούς λογοδοσίας, αλλαγή στις δομές, εκρίζωση του αυταρχισμού και της αδικαιολόγητης και επιθετικής βίας.

Μπορείτε να κάνετε κάτι κ. Παυλόπουλε, πέρα από τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις περί μεμονωμένου περιστατικού και καταδίκης της βίας; Μπορείτε να μετατρέψετε την επί υπουργίας σας ανθρωποκτονία ανηλίκου σε αφετηρία κάθαρσης; Ας είναι μια τέτοια γενναία τομή στη λειτουργία της αστυνομίας το μεγάλο κέρδος από την παγωμένη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου.

Το θυμικό κάρβουνο που έβγαλε τους δεκαπεντάρηδες στο δρόμο είναι το πολύτιμο μέταλλο των ημερών. Τα φωτεινά τους πρόσωπα ερωτοτροπούσαν μεταξύ τους και με τον ήλιο. Το «θυμωμένο γαμώτο» μιας γενιάς έγινε πορεία, σύνθημα, λουλούδι, τραγούδι, χάπενινγκ.  Έγινε και πέτρα, μολότοφ, φωτιά. Τίποτε δεν είναι μονότροπο και μονοσήμαντο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι σε αυτή τη βίαιη επαφή των εφήβων με την πραγματικότητα, στα σκιρτήματα της πρώτης γνήσιας πολιτικοποίησης της πράξης, δεν αξίζει η πολλαπλή καπηλεία που επιχειρείται. Δεν αξίζει ο πατερναλιστικός λόγος της δήθεν κατανόησης. Δεν αξίζει ούτε ο εκφυλισμός, η μετατροπή σε μια φθίνουσα πορεία ολιγομελών καταλήψεων με τους πολλούς στα σπίτια τους. Δεν αξίζει να παγιωθεί η αποικιοποίηση της διαμαρτυρίας από τη βία, πεδίο δόξας λαμπρό για τους ποικίλους εμπόρους του φόβου.

Η επανανοηματοδότηση των δημόσιων αγαθών, πρόταγμα των ημερών, δεν μπορεί να επιτευχθεί με απαξιωμένο και κλειστό το δημόσιο σχολείο. Με μια προϋπόθεση: οι μαθητές πρέπει να επιστρέψουν με το κεφάλι ψηλά, όχι ηττημένοι. Αλλιώς θα έχουμε χάσει όλοι. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί εγκλωβισμένοι στο πανταχόθεν υπονομευόμενο δημόσιο σχολείο που δε θέλουν να συμβάλλουν και οι ίδιοι στην έκπτωσή του, που αγωνιούν και δε βολεύονται με τις αργίες μιας κατάληψης; Υπάρχουν σύλλογοι διδασκόντων που οραματίζονται έναν άλλο ρόλο πέρα από τις μίζερες αντεγκλήσεις για το ωρολόγιο πρόγραμμα; Τώρα είναι η ώρα να το δείξουν, μετατρέποντας το απαξιωμένο σχολείο σε τόπο γέννησης του νέου. Να δουλέψουν μαζί με τους μαθητές τους για να κεφαλαιοποιήσουν  τις ημέρες της οργής. Να φτιάξουν μαζί νέα ad hoc προγράμματα, να ξαναφέρουν τα παιδιά σε ένα σχολείο της δημιουργίας, ανοιχτό σε όσα συμβαίνουν στο δρόμο και την κοινωνία. Να βρουν τρόπους να ξαναποκτήσουν νόημα μαθήματα που πριν το είχαν στερηθεί. Αυτό δε σημαίνει τερματισμό της διαμαρτυρίας, σημαίνει εμπλουτισμό της με την επίγνωση της ευθύνης. Σημαίνει ενεργή αναζήτηση, εκδηλώσεις, συζητήσεις για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στη δημοκρατία. Με λίγα λόγια, να ξαναγίνει η γνώση όπλο και η ενεργός συμμετοχή άμυνα απέναντι σε κάθε προβοκάτσια. Το μεγάλο ζητούμενο της επόμενης μέρας δεν μπορεί λοιπόν παρά να είναι το ζωντανό σχολείο. Είναι το μόνο που μπορεί να μετεξελίξει τη δημιουργικότητα της έκρηξης σε δημιουργικότητα της καθημερινότητας.

Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για τα προηγούμενα, αλλά κουράστηκα να ακούω από παντού την εύκολη και τελικά κενή περιεχομένου προτροπή: «να ακούσουμε τους νέους». Επιτέλους, τόπος έκφρασης των νέων δεν είναι τα αφασικά τηλεοπτικά πάνελ, οι εκπομπές σατιρικών τιμητών των πάντων όπου βασιλεύουν ο λαϊκισμός της μιντιακής εξουσίας και η κολακεία των εφήβων με σκοπό την τηλεθέαση!

Υγ. Γράφαμε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η κυβέρνηση πρέπει να δείξει ότι έλαβε το μήνυμα. Δυστυχώς δεν εισακούστηκε η έκκληση. Απόδειξη τρανή η δήλωση του υφυπουργού Παιδείας: «η φετινή σχολική χρονιά είναι καλύτερη από ποτέ!»

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιεύονταν ως επιφυλλίδες στα ΝΕΑ μέχρι το καλοκαίρι του 13. Τα υπόλοιπα βλέπουν το φως κατευθείαν στο blog. Η πάνω φωτό είναι από την καμπάνια της Διεθνούς Αμνηστίας Use your freedom to write wrongs

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Τα καθαρά χέρια

Ας μιλήσουμε καθαρά

Λεξεις κλειδια

Άγιος Παντελεήμονας Ακροδεξιά Αριστερά Βαλκάνια Βουλή Βουλγαράκης Γάζα Δήμος Αθηναίων Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας Δεκέμβριος Διεθνής Αμνηστία ΕΕΔΑ ΕΛΑΣ Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ΗΠΑ Ισλάμ Ισραήλ Κίνα Κακλαμάνης Καμίνης Καρατζαφέρης ΛΑΟΣ Λοβέρδος ΜΚΟ ΜΜΕ ΟΗΕ Ολυμπιακοί Σαμαράς ΣτΕ Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Συνήγορος του Πολίτη Χριστόδουλος Χρυσή Αυγή ανήλικοι ανθρωπισμός απαγωγές αστυνομία αστυνομική βία βία βασανιστήρια διακρίσεις διαμαρτυρία διαφάνεια διεθνή εθελοντισμός εθνικισμός εκκλησία εκλογές εκπαίδευση ελευθερία έκφρασης εργασιακά θανατική ποινή θρησκεία θρησκευτική ελευθερία ιθαγένεια κάμερες κρίση μειονότητες μετανάστες μνημόνιο περιβάλλον προσωπικά δεδομένα πτήσεις CIA ρατσισμός ρατσιστική βία ρατσιστικός λόγος σεξουαλικός προσανατολισμός σχολείο σωφρονισμός τράφικιν τρομοκρατία φυλακές φύλο χούντα όπλα