You are currently browsing the tag archive for the ‘διαμαρτυρία’ tag.

«Η μεγάλη γιορτή της διαμαρτυρίας» έγραφαν Τα Νέα πρωτοσέλιδα (30/5). Ορθά. Η επίμονη, επαναλαμβανόμενη και μη κεντρικά καθοδηγούμενη συγκέντρωση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων δεν αποτελεί αμελητέο γεγονός. Αυτή η κινητικότητα, έτσι κι αλλιώς προτιμότερη από την παγωμάρα του φόβου, μπορεί να κρύβει δυναμική απρόβλεπτη ακόμα. Και πάντως, το πλήθος στις πλατείες σχετίζεται με τον μέγιστο κοινό διαιρέτη που διδαχτήκαμε στην αριθμητική του δημοτικού σχολείου. Δηλαδή, πόσο ψηλά τίθεται ο πήχης των κοινών στοιχείων που ενώνουν τις χιλιάδες ανθρώπων. Αν ο πήχης μένει στο ελάχιστο, στο συλλογικό θυμικό ενός λαού τραυματισμένου και οργισμένου, τότε εύλογα συγκεντρώνονται δεκάδες χιλιάδες. Και λίγοι είναι. Όσο (και αν) όμως ο πήχης ανεβαίνει, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Γιατί τότε αναπόφευκτα αυτή η μεγάλη σύναξη θα αποκτά πρόσημο.

Η μιντιακή απεικόνιση του συμβάντος της πλατείας Συντάγματος αλλά και πολλοί συμμετέχοντες προτάσσουν το στερητικό άλφα ως στίγμα αυτής της σύναξης. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο 60χρονος επιστήμονας ταξιδεύει με το τρένο προς το Λονδίνο. Πριν επιβιβαστεί αγόρασε εφημερίδες κι ένα σακουλάκι τσιπς που βρίσκονται ακουμπισμένα στο τραπεζάκι εμπρός του. Ανοίγοντας τα τσιπς διαπιστώνει έκπληκτος ότι ο απέναντι άγνωστος νεαρός απλώνει και τρώει. Κάθε δική του μπουκιά ακολουθείται από μια μπουκιά του νεαρού. Και μάλιστα, θρασύτατα, στο τέλος ο νεαρός απλώνει το σακουλάκι με ύφος ειρωνικό και του προτείνει το τελευταίο τσιπ. Ο επιστήμονας μένει άναυδος. Μετά από λίγο, θυμωμένα κι επιδεικτικά, αρπάζει το νερό του κλέφτη συνταξιδιώτη και το πίνει. Όταν φτάνουν, ο νεαρός με ειρωνική ευγένεια τον βοηθάει με τη βαλίτσα του πριν φύγει. Λίγο αργότερα, ο 60χρονος ήρωας βρίσκει στην τσέπη του άθικτα τα τσιπς. Εκείνα που είχε ανοίξει δεν ήταν δικά του! Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η έννοια της πολιτικής εκδήλωσης ταυτίστηκε στις πρώτες μεταπολιτευτικές γενιές με τα γήπεδα του Μίκη, τις πορείες προς την αμερικάνικη πρεσβεία, τις πλατείες που δονούσε ο λόγος του αρχηγού. Τα χρόνια πέρασαν, τα γήπεδα, οι λεωφόροι κι οι πλατείες άδειασαν. Η πορεία αραίωσε ξέπνοη. «Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι», προφήτευε ο Σαββόπουλος ήδη από το ’69, όταν δε φιλοδοξούσε ακόμα να γίνει ένας γλυκερός «εθνικός παππούς».

Η κρίση των μεταπολιτευτικών συλλογικοτήτων δε σήμανε και αντίστοιχη κρίση της πολιτικής πράξης. Νέα πολιτικά υποκείμενα εμφανίζονταν διαρκώς. Εκείνο που έμενε ίδιο ήταν το λεκτικό εκκρεμές της πολιτικής διαμαρτυρίας, συνήθως κινούμενο μεταξύ διακηρυγμένης εναντίωσης και αρθρωμένης διεκδίκησης.

Παράλληλα και υπόγεια όμως προχωρούσε η διαμόρφωση μιας μορφής συλλογικότητας που κοίταζε όλο και περισσότερο στην πολιτική της μικρής πράξης. Μικρή πολιτική πράξη από τους μικρούς ως απάντηση στην μικροπολιτική των μεγάλων. Πολιτικό «do it yourself» (κάντο μόνος σου) σε αντιδιαστολή με τη λατρεία των συμπαγών μαζικών όγκων που σκίαζαν τις δεκαετίες του 70 και του 80. Αφού οι όγκοι ζάρωσαν από τις διαψεύσεις, τα πελατειακά δίκτυα και την μετεξέλιξη των ηγητόρων τους σε ιμάντες εκείνου του συστήματος που πριν κατήγγελλαν, το πολιτικό do it yourself άρχισε να απενοχοποιείται. Η κολυμπήθρα της μαζικότητας και η ρητορική της διεκδίκησης δεν αρκούσαν και δε χρειάζονταν πλέον για να νομιμοποιηθεί η καθημερινή πολιτική πράξη.

Οι νέες συλλογικότητες της πόλης πολλαπλασιάστηκαν μετά τους Ολυμπιακούς. Κάποιες ριζοσπαστικοποιήθηκαν μετά τον Δεκέμβριο ’08. Είχαν εξαρχής οι περισσότερες ιδιαίτερη σχέση με το χώρο: την πλατεία, τη γειτονιά και την πόλη. Έφεραν στη γερασμένη σκηνή της Αθήνας τον φρέσκο αέρα και την αισθητική μιας πρωτοπορίας που παρέπεμπε στις μητροπόλεις της Ευρώπης.

Τελευταία ξεχύνεται στην πόλη κι ένας ποπ εικονοπλαστικός ακτιβισμός με κεράκια, μουσικές και δρώμενα. Τα μίντια τον λατρεύουν γιατί δεν έχει αιχμές. Δέχτηκε αμέσως αφ’ υψηλού και τα πυρά της αριστερής πουριτανικής αγωνιστικότητας. Στενόκαρδη η επίθεση, εύλογος από την άλλη κάποιος σκεπτικισμός: ο απολιτίκ lifestyle ακτιβισμός δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διεκδικητική πολιτική δράση.

Υπάρχει όμως χώρος για όλα τα λουλούδια που θέλουν να ανθίσουν. Έστω και αφελώς, ελπίζουμε στο κοινό τους λίπασμα, την εξάπλωση μιας διεκδίκησης με έργα που από τη ρηματική διεκδίκηση του δημόσιου χώρου περνά στην έμπρακτη και κυρίως υπεύθυνη επανάκτησή του. Ομάδες πολιτών παίρνουν το εγκαταλελειμμένο οικόπεδο και το κάνουν πάρκο. Παίρνουν τον σκουπιδότοπο και τον κάνουν μικρή πλατεία. Παίρνουν τον δρόμο που λυμαίνονται οι μαφίες των παρκαδόρων και τον κάνουν χώρο συνεύρεσης. Αλλάζουν έτσι την ίδια την έννοια του δημόσιου. Δημόσιο ήταν αυτό που (υποτίθεται πως) ανήκε σε όλους, άρα δεν ανήκε σε κανέναν και κατέληγε στη δυσωδία ή στον καταπατητή. Οι ομάδες της πόλης θυμίζουν ότι δημόσιο είναι μόνο εκεί όπου ζουν και κινούνται άνθρωποι. Αλλάζουν έτσι μαζί και την έννοια της πολιτικής δράσης χτίζοντας νέα «εμείς», καχεκτικά και ασαφή ακόμα, αλλά πάντως νέα.

Πρόκειται για ένα αύριο που αχνοφέγγει και αναζητά τους δρόμους μιας νέας αλληλεγγύης. Η πόλη δοκιμάζεται σκληρά και χρειάζεται αυτή την αλληλεγγύη της πράξης. Ας λειτουργήσει παράλληλα με τις παραδοσιακές διαδρομές, με τη μεγαλοσχημοσύνη της θεσμικής φιλανθρωπίας, με τη δυναμική της μαζικής διαμαρτυρίας. Αν πετύχει, θα είναι ίσως το μόνο κέρδος από την κρίση και την επέλαση του ζόφου.

Οι νέες ομάδες της πόλης ακροβατούν σήμερα ανάμεσα στις διαψεύσεις του ηρωικού χτες και τον παραιτημένο αυτοοικτιρμό του αύριο. Μας λένε πως κάπου εκεί έξω η πόλη δονείται.

Δυο οι βασικές παράμετροι μιας εκδήλωσης διαμαρτυρίας και διεθνούς αλληλεγγύης. Η μια είναι το θέμα: ένας άδικος πόλεμος, μια στυγνή δικτατορία. Χρειάζεται να καταγγελθούν συγκεκριμένοι, απτοί φορείς της αδικίας. Όσο αναγόμαστε σε ένα σχήμα καλών και κακών τόσο διευκολύνεται η έκφραση συναισθήματος, αλληλεγγύης προς τους μεν και θυμού για τους δε. Η δεύτερη παράμετρος, η αξιοπιστία του διοργανωτή, όσο περνούν τα χρόνια γίνεται στα μάτια μου σημαντικότερη και από την ίδια την αδικία. Στοιχειώδης άμυνα απέναντι στο αίσθημα ματαιότητας και καπηλείας του θυμού μου. Προτιμώ να με καλέσει μια μικρή οργάνωση και να πορευτώ με άλλους πενήντα αλλά να ξέρω ότι διατηρώ την αυτονομία και την ταυτότητά μου ως διαμαρτυρόμενος πολίτης.

Διαβάζω αυτές τις μέρες τις λίγες ανακοινώσεις κομμάτων και οργανώσεων για όσα συμβαίνουν στο Ιράν. Ομιλητικότατοι συνήθως δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, κόμματα τώρα σιωπούν. Παρατηρώ όμως ότι και από αυτές τις λίγες ανακοινώσεις κάποιες είναι μουδιασμένες, με το μούδιασμα που ξεχωρίζει την καταδίκη από την «καταδίκη». Γιατί; Μα γιατί όταν «καιροφυλακτεί ο ιμπεριαλιστικός κίνδυνος» το σχήμα καλοί-κακοί θολώνει. Υπερτερεί για κάποιους το «φίλος μου ο εχθρός του εχθρού μου».

Όμως ένας αξιόπιστος πολιτικός φορέας δεν ξεχωρίζει καλές και κακές δολοφονίες διαδηλωτών. Δεν εξαντλείται στον γνωστό στίβο επαναστατικής γυμναστικής της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας. Η αγωνιστική συνέπειά του δεν επιβεβαιώνεται μόνο στην πρεσβεία των ΗΠΑ αλλά και στις πρεσβείες της Κίνας, της Ρωσίας, του Ιράν, της Σερβίας επί Μιλόσεβιτς και του Ιράκ επί Σαντάμ. Δε βλέπει μόνο το εγκληματικό εμπάργκο αλλά και τους πολιτικούς κρατούμενους στην Κούβα. Δεν παραγνωρίζει τη βαρβαρότητα της Βόρειας Κορέας, τα εγκλήματα της Ρωσίας στην Τσετσενία, τη σιδηρά καταστολή της Κίνας.

Οι ανακοινώσεις διαμαρτυρίας για το Ιράν προέρχονται από τους «συνήθεις υπόπτους» της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και μη. Η συντηρητική παράταξη εξάλλου δεν διεκδικεί δάφνες μιας διεθνούς δημοκρατικής αλληλεγγύης που δεν είχε ποτέ περίοπτη θέση στο πολιτικό της λεξιλόγιο. Το δε ενήλικο ΠΑΣΟΚ έχει εγκαταλείψει τις νεανικές του πρωτοβουλίες (κάποιες σημαντικές, όπως οι παρεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, κάποιες αχαρακτήριστες, όπως η υποστήριξη στον Γιαρουζέλσκι). Αρκείται πια στη διεθνή παρουσία του προέδρου του και σε έναν κοσμοπολιτικό λόγο μάλλον αφηρημένου ανθρωπισμού.

Για την Αριστερά λοιπόν κυρίως ο λόγος, με τη δική της παράδοση διεθνούς αλληλεγγύης. Εννοούμε την μη σταλινογενή Αριστερά βέβαια, η άλλη μεροληπτεί κραυγαλέα θρηνώντας ακόμα τον χαμένο παράδεισο. Αυτή η παράδοση, παρά τις υπερβολές ή τις αστοχίες της, πρέπει να διαφυλαχτεί ως κόρη οφθαλμού. Μπόλιασε το κοινωνικό σώμα με μια διαρκή ευαισθησία πέρα από σύνορα και το ενέταξε στον χάρτη της παγκόσμιας έμπρακτης αλληλεγγύης, επίδραση δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την εκλογική της δύναμη. Φοβάμαι ότι όσο εγκαταλείπεται ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός, εχέγγυο στοιχειώδους αμεροληψίας και πίστης στην ανοιχτή κοινωνία, τόσο θα δοκιμάζεται αυτή η κληρονομιά.

Ο πρόεδρος Αχμεντινετζάντ χαρακτήρισε τις διαδηλώσεις στο Ιράν μασκαράτα και «νοσηρό σενάριο… γραμμένο από τους Αμερικανούς και τους σιωνιστές». Την ίδια ώρα το καθεστώς εξαφανίζει τις σωρούς των νεκρών διαδηλωτών. Αυτή την πολιτική δικαιώνουν η σιωπή και τα μισόλογα υπό τον φόβο της –υπαρκτής όντως- αμερικανικής επεκτατικότητας. Οι λίγες έστω αράδες σαφούς καταδίκης της πολιτικής του Ιράν είναι πολύτιμες για τους διαδηλωτές της Τεχεράνης αλλά και για τη δική μας πολιτική αξιοπρέπεια.

2405GAGGING_wideweb__470x252,0
Άγνωστοι διέκοψαν δημόσια εκδήλωση και έριξαν αυγά στη συγγραφέα Σώτη Τριανταφύλλου. Με αφορμή το περιστατικό οι ακόλουθες σκέψεις:
Πρώτο, ενδέχεται κάποιος να λέει πράγματα εύστοχα ή ανόητα, συμπαθητικά ή δυσάρεστα, καινοτόμα ή κοινότοπα. Ενδέχεται να υπάρχουν ποικίλες εκτιμήσεις για την ποιότητα και τη σκοπιμότητα των παρεμβάσεών του. Από τη στιγμή όμως που γίνει στόχος επίθεσης, αυτές οι αξιολογήσεις αποκτούν τριτεύουσα σημασία ως άσχετες με το μείζον θέμα που είναι η ίδια η επίθεση.
Δεύτερο, η βιαιότητα μιας επίθεσης εξαρτάται από τα μέσα που χρησιμοποιούνται. Προφανώς η επίθεση κρανοφόρων με σιδερογροθιές και λοστούς στον καθηγητή Πανούση είναι άλλης τάξης από την επίθεση με αυγά εναντίον συγγραφέων. Και τα δυο κρύβουν όμως βαθύτατη δυσανεξία απέναντι στη διαφορετική άποψη. Και πάντως, η έντονη αποδοκιμασία και απαξίωση που συμβολίζουν τα αβγά δεν αναιρεί τη βιαιότητα της εισβολής σε μια εκδήλωση και του προπηλακισμού του ομιλητή. Η αντιπαράθεση με κάποιον που εκφράζεται γραπτά πρέπει να γίνεται γραπτά και πάντως με μη βίαια μέσα. Με την κοινή λογική ο προπηλακισμός και η ρίψη αυγών δε συγκαταλέγονται στα μέσα αυτά.
Τρίτο, ο Ιρακινός που εκτοξεύει το παπούτσι του κατά του Μπους χρησιμοποιεί το τελευταίο του όπλο, έσχατος κακομοίρης απέναντι στο σύμβολο της πλανητικής εξουσίας. Ας μην τον επικαλούνται οι ρίπτες αυγών. Η αναλογία ισχύος δεν τους επιβεβαιώνει. Ούτε και το ρίσκο που αναλαμβάνεται στην κάθε περίπτωση.
Τέταρτο, μια επίθεση μπορεί παρεμπιπτόντως να επιτείνει την αστυνομοκρατία. Δεν είναι καταδικαστέα γι’ αυτό. Είναι καταδικαστέα ούτως ή άλλως. Οι παράπλευρες ζημίες, όπως η ένταση της καταστολής, μπορούν βέβαια ως παράπλευρες να αναδεικνύονται. Η μόνιμη συμπερίληψή τους όμως σε κάθε καταδικαστική ανακοίνωση συγκεκριμένων πολιτικών φορέων στόχο έχει να χαϊδεύει αυτιά και να κρατάει ισορροπίες. Εντέλει, αν η αστυνομία αποφάσιζε μετά από μια επίθεση να μην κινηθεί καθόλου, η επίθεση θα έπαυε να είναι καταδικαστέα;
Πέμπτο, η συμβολική διαμαρτυρία έχει συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά και περιορισμένα ποσοτικά όρια. Η κατάληψη του δημόσιου χώρου και η αποικιοποίηση του δημόσιου λόγου από έναν περιφερόμενο θίασο που πατάσσει τον αποκλίνοντα λόγο δεν είναι ούτε συμβολική ούτε διαμαρτυρία. Είναι ακραία εξουσιαστική πρακτική με οσμή μετεμφυλιακού παρακράτους.
Έκτο, η διακοπή εκδηλώσεων διότι οι ομιλητές «δεν συνεμορφώθησαν προς τα υποδείξεις» ή δεν είναι «αρκούντως αντιεξουσιαστές» έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Όσοι καταδικάζουν αυτόν τον αντιεξουσιαστικό φονταμενταλισμό δεν είναι κατ’ ανάγκην οπαδοί της σκληρής καταστολής. Η λογική «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας», που εκπέμπεται και από κύκλους της οδού Κατεχάκη, απειλεί να μας παρασύρει σε μια ιδιότυπη Εξαρχειώτικη βεντέτα.

Η διακοπή θεατρικών παραστάσεων ή τηλεοπτικών προγραμμάτων και η χρήση της Ακρόπολης ως φόντου για εκδηλώσεις διαμαρτυρίας προκάλεσαν έναν διάλογο όπου κυριάρχησαν το ανάθεμα και η επιβράβευση, αφήνοντας σε αρκετούς μια απροσδιόριστη αμηχανία. Οι συμβολικές διαμαρτυρίες ακολούθησαν πάντως τις προηγούμενες βίαιες, άρα μπορούμε κατ’ αρχήν να τις δούμε ως μια έμπρακτη αντίστιξη στη βία ή απόπειρα υπέρβασής της. Η αμηχανία όμως παραμένει. Σε  οποιαδήποτε συζήτηση για τα «όρια της διαμαρτυρίας» υπεισέρχεται αναπόφευκτα μια στάθμιση υποκειμενική: πώς αξιολογούμε εντέλει ένα «κακό» που διαπράττεται στο όνομα ενός «καλού».

Ας επιχειρήσουμε ορισμένα ερωτήματα. Επιχειρεί η διαμαρτυρία μέσω ενός εύγλωττου συμβολισμού να διαδώσει ένα μήνυμα με τρόπο ειρηνικό; Αποσκοπεί στην άρση μιας συγκεκριμένης αδικίας; Έχουν πρόσωπο οι διαμαρτυρόμενοι, κινούνται στον δημόσιο χώρο, αναλαμβάνουν την ευθύνη και τις συνέπειες της διαμαρτυρίας τους; Υπάρχει σχετική έστω αναλογικότητα μεταξύ σκοπού και μέσων; Έχει η διαμαρτυρία διάρκεια συγκεκριμένη, δηλαδή η «τομή του φυσιολογικού χρόνου» υπηρετεί συντεταγμένα το σκοπό της χωρίς να εκφυλίζεται σε μια αυτιστική ες αεί επίθεση σε βασικές κοινωνικές λειτουργίες; Απευθύνεται η διαμαρτυρία πρωτίστως στην κρίση του πολίτη, ζητά «νομιμοποίηση» υπερασπίζοντας βασικές αρχές του συντάγματος; Και βέβαια, δεσπόζει το ποσοτικό κριτήριο: πόσες παραστάσεις αντέχουμε να διακοπούν, πόσες συμβολικές διαμαρτυρίες να τάμουν τον φυσιολογικό χρόνο; Διαμαρτυρία χωρίς κόστος κοινωνικό δε νοείται. Η σαγήνη της διαμαρτυρίας απειλεί όμως να γίνει αυτοσκοπός και να παραγνωριστεί ότι υπάρχει ένα απώτατο όριο στην ικανότητα της δημόσιας σκηνής να αφομοιώσει τέτοιες εκδηλώσεις. Πέρα από το όριο αυτό οδηγούμαστε σε μια μέθοδο φθίνουσας αποτελεσματικότητας που τροφοδοτεί τη συγκρουσιακότητα, αδιαφορεί για τον υποτιθέμενο σκοπό της, τη διάδοση του μηνύματος, και λειτουργεί πολλαπλώς εκφυλιστικά. Δίπλα στο ποσοτικό κριτήριο, στέκει το συγκεκριμένο ή μη του αιτήματος. Ποια είναι η μακροπρόθεσμη δυναμική μιας διαμαρτυρίας που καίει το κάρβουνο της οργής χωρίς να το μετουσιώνει σε αίτημα συγκεκριμένης (δημοκρατικής, να εξηγούμαστε) αλλαγής; Κι από την άλλη, μπορούμε να απαιτούμε από την οργή να γίνει αίτημα και μάλιστα στα πρώτα της ξεσπάσματα;

Ο καθένας μπορεί να απαντήσει σε αυτά ή άλλα ερωτήματα. Έτσι κι αλλιώς, είναι πολύ περισσότερα τα ερωτήματα από τις απαντήσεις, ιδίως επειδή λείπει η ικανή χρονική απόσταση. Γιατί βέβαια, κανείς δε θα κατήγγελλε σήμερα την παραβίαση της ελευθερίας έκφρασης που σήμανε η διακοπή μιας πανεπιστημιακής διάλεξης ή θεατρικής παράστασης από τους εξεγερμένους του γαλλικού Μάη ή από το κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Η Ιστορία δικαίωσε τις διαμαρτυρίες τους. Αλλά και πιο κοντά μας, λίγοι εναντιώθηκαν στην πρόσφατη «προσβολή» της τελετής στην Ολυμπία, ακριβώς γιατί το αγαθό του σεβασμού των δικαιωμάτων στην Κίνα ήταν καταφανώς μείζον. Να γιατί η καταδίκη των «απολίτιστων» που τώρα διαμαρτύρονται συμβολικά στα θέατρα μοιάζει, αν μη τι άλλο, πρωθύστερη και αβασάνιστη (ακόμα κι αν θεωρεί κανείς την άνευ όρων επιβράβευσή τους το ίδιο αβασάνιστη).

Πολλά δοκιμάστηκαν τούτες τις μέρες, μεταξύ τους και οι αντοχές μας απέναντι στη διαμαρτυρία. Ζούμε εξάλλου σε μια χώρα με υπερπαραγωγή διαμαρτυρίας, μάλλον διότι υπάρχει και υπερπαραγωγή αιτίων που τη γεννούν. Να γιατί δε χωρούν εύκολοι αφορισμοί. Αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι μπήκαμε σε έτος κοινωνικής έντασης, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι οι εύκολοι αφορισμοί. Είναι όμως βέβαιο ότι θα μας περισσέψουν.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Έληξε, ομαλά και συντεταγμένα όπως ξεκίνησε, η διαμαρτυρία των κρατουμένων. Η μαζική κινητοποίηση στις φυλακές δεν μπορεί εντούτοις να ιδωθεί παρά μόνο σε συνδυασμό με την εκκωφαντική σιωπή των περισσότερων ΜΜΕ. Επρόκειτο για μια συνειδητή υποβάθμιση της μεγαλύτερης διαμαρτυρίας  κρατουμένων των τελευταίων ετών. Η υποβάθμιση αυτή υπερβαίνει τα επιμέρους στοιχεία της ίδιας της διαμαρτυρίας, τα αιτήματα των κρατουμένων, τις συνθήκες κράτησης, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν, τον χειρισμό της υπόθεσης από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Έχουμε να κάνουμε πρωτίστως με μια κραυγαλέα απόπειρα χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Τα τηλεοπτικά κανάλια αποσιώπησαν το θέμα. Πολλές εφημερίδες το υποβάθμισαν. Παραγνώρισαν δεκαοκτώ ημέρες αποχής από το συσσίτιο με συμμετοχή χιλιάδων κρατουμένων σε μεγάλο αριθμό φυλακών. Προσπέρασαν την διαρκή υποβολή προτάσεων, τις παρεμβάσεις πολιτειακών και πολιτικών παραγόντων, τα δελτία τύπου, τις πορείες, τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Καμιά αίσθηση έκτακτης ανάγκης, επείγοντος χαρακτήρα. Η συνήθης εμπορία πόνου και απόγνωσης δε βρήκε λίγα λεπτά τηλεοπτικού χρόνου για τους εντός των τειχών. Ακόμα και τα παιδιά, το «απόλυτο τηλεοπτικό προϊόν», στη συγκεκριμένη περίπτωση έμειναν στα αζήτητα: ούτε λέξη για τις φυλακές ανηλίκων.

Επί δεκαοκτώ ημέρες πολλά ΜΜΕ εκτόνωναν την πίεση και έδιναν χρόνο στην πολιτεία αφαιρώντας τον από τους κρατουμένους. Αναπαρήγαν κατά λέξη τις επίσημες ανακοινώσεις του υπουργείου χωρίς να αναζητήσουν τον λόγο της άλλης πλευράς. Η είδηση περιοριζόταν συνήθως στα αναγγελλόμενα μέτρα και ακολουθούσε η μόνιμη επωδός: «ωστόσο οι κρατούμενοι συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις». Ένα «ωστόσο» που εξόριζε τους κρατουμένους στο χώρο της ανεξήγητης αχαριστίας απέναντι στη μεγαλοθυμία της πολιτείας. Το μήνυμα που εξέπεμπαν προς τις φυλακές όσοι διαχειρίζονται τη ροή πληροφόρησης ήταν σαφές: όσο η διαμαρτυρία σας μένει συντεταγμένη και χωρίς βία, θα εισπράττετε τη λελογισμένη συμπάθειά μας σε λίγες γραμμές. Με ένα «ωστόσο» πάντα να καραδοκεί στο τέλος.

Οι υπέρ των δικαιωμάτων αγώνες σημαδεύουν όχι μόνον όσους συμμετέχουν αλλά και το συλλογικό μας σώμα. Αυτός είναι άλλωστε ο μακροπρόθεσμος παιδαγωγικός τους χαρακτήρας. Η μη αποτύπωσή τους στη μνήμη μας, η αναντιστοιχία μεταξύ της δράσης που «παράγεται» και αυτής που «καταναλώνεται», συνιστά απώλεια για ολόκληρη την κοινωνία. Όταν μάλιστα έρχεται ως αποτέλεσμα της παρέμβασης του Τύπου που από διαμεσολαβητής γίνεται φίλτρο, τότε έχουμε μια συνειδητή λαθροχειρία. Τα ΜΜΕ ως παραμορφωτικός φακός και σιγαστήρας που μείωσε την ένταση των έγκλειστων κραυγών δεν έβλαψαν μόνο τους διαμαρτυρόμενους κρατουμένους αλλά όλους μας.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Η σημερινή συγκέντρωση για το Πολυτεχνείο θα έπρεπε να γίνεται έξω από τις φυλακές. Το δημοκρατικό αίτημα του χτες κινδυνεύει να μοιάζει μουσειακό αν δε μπολιάζεται από την καυτή πραγματικότητα του σήμερα. Γι’ αυτό και η διαμαρτυρία των κρατουμένων μάς θυμίζει πού στέκεται ο πήχης για μια πραγματική δημοκρατία. Οι κρατούμενοι επιμένουν, σε πείσμα της μιντιακής σιωπής που επί δυο εβδομάδες κάλυψε τη διαμαρτυρία τους. Πολλά από όσα διεκδικούν τα υποδεικνύουν εδώ και χρόνια εθνικοί και διεθνείς φορείς προστασίας των δικαιωμάτων. Η αντίδραση της πολιτείας και τα μέτρα που ανακοινώθηκαν, στη σωστή κατεύθυνση αλλά άτολμα, δείχνουν πως υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Δείχνουν δηλαδή ότι η πολιτεία μπορούσε πολλά να είχε κάνει νωρίτερα αλλά δεν τα έκανε.

Δυο παρατηρήσεις εντούτοις είναι αναγκαίες. Πρώτον, η αποσυμφόρηση των φυλακών είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης αλλά δεν ταυτίζεται με τη λύση του προβλήματος. Η καλύτερη φυλακή περνάει βέβαια μέσα από τη λιγότερη φυλακή. Προσοχή όμως. Η αποσυμφόρηση έχει όρια, δεν μπορεί να αγγίξει τον πυρήνα της σκληρής παραβατικότητας, όσων δηλαδή έχουν καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα. Είναι εύκολο, σε συνθήκες έντασης όπως οι σημερινές, να πολωθούμε μπροστά σε ένα παραμορφωτικό δίπολο δαιμονοποίησης ή εξιδανίκευσης του πληθυσμού των φυλακών. Έχει λοιπόν θεμελιακή αξία και ως τέτοια πρέπει να προβάλλεται χωρίς εκπτώσεις μια βασική αρχή: οι συνθήκες κράτησης πρέπει σε κάθε περίπτωση να ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένα πρότυπα. Οι συνθήκες αυτές δεν επιτρέπεται να σχετικοποιούνται συναρτώμενες με τον αριθμό των κρατουμένων ή τη βαρύτητα των αδικημάτων τους. Δεύτερον, η λύση στο πρόβλημα των φυλακών βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό έξω από τις φυλακές. Βρίσκεται εκεί που κατοικούν πληθυσμοί ευεπίφοροι στην παραβατικότητα. Συνδέεται άμεσα με τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την απόγνωση των μεταναστευτικών ρευμάτων, αφού σε μεγάλο βαθμό τα παράγωγά τους «ξεβράζονται στα κελιά».

Οι κρατούμενοι με τη διαμαρτυρία τους επιχειρούν να εισβάλουν στο πεδίο που ορίζεται από τη σκληρή λογική πολιτικού κόστους και οφέλους. Μη διαθέτοντας στοιχειώδη δυνατότητα αποτύπωσης στο εκλογικό παιχνίδι, κατάφεραν εντούτοις (όσο μπορούμε να αντιληφθούμε οι εκτός των τειχών) με σοβαρότητα, συντονισμό και περιφρούρηση της διαμαρτυρίας τους να φέρουν το ζήτημα στο επίκεντρο. Και μόνο για τούτο αξίζουν την προσοχή όλων.

Υστερόγραφο (καθόλου αυτονόητο και αυστηρά προσωπικό): Οι δυο θλιβεροί εναπομείναντες έγκλειστοι, γηραιοί πρωταίτιοι της χούντας, δεν απειλούν τη δημοκρατία. Ο εγκλεισμός τους, 33 χρόνια μετά τη δίκη, 35 μετά το Πολυτεχνείο και 41 μετά το πραξικόπημα, έχει από καιρό απολέσει το συμβολικό του νόημα. Πολλοί αντιτείνουν: μα παραμένουν αμετανόητοι. Ε και;

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

«Σκοπός του Ολυμπισμού είναι να θέσει τον αθλητισμό στην υπηρεσία της αρμονικής ανάπτυξης του ανθρώπου, να προαγάγει μια ειρηνική κοινωνία η οποία προστατεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια», διαβάζουμε στον Ολυμπιακό Χάρτη. Αν λάβουμε σοβαρά υπόψη τα παραπάνω, δεν πρέπει να νιώθουμε υπερήφανοι για τη στάση μας απέναντι στους διαμαρτυρόμενους διαδηλωτές, γιατί εκτός των άλλων ούτε τον Ολυμπισμό υπηρετεί. Δεν αναφερόμαστε μόνο στη βίαιη καταστολή και τις συλλήψεις ανθρώπων που διαδήλωναν ειρηνικά. Αναφερόμαστε και στους έλληνες δημοσιογράφους που συναγωνίστηκαν τους κινέζους συναδέλφους τους σε λογοκριτικό οίστρο αποσιωπώντας τη διαμαρτυρία ενώ έκανε τον γύρο του κόσμου. Αναφερόμαστε τέλος στην εκκωφαντική σιωπή σύσσωμης της πολιτικής ηγεσίας που δε βρήκε μια φωνή αλληλεγγύης για τα θύματα της βίας στο Θιβέτ. Η σιωπή αυτή δυστυχώς αντανακλά πλήρως την επιλεκτική ευαισθησία της ελληνικής κοινής γνώμης που ποτέ δε συγκινήθηκε για κρατικά εγκλήματα σε χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία.

Οι μήνες που απομένουν είναι η τελευταία ευκαιρία να πιεστεί η Κίνα μέσω της απειλής για απουσία από την τελετή έναρξης. Όσο πληθαίνουν οι φωνές που την καλούν να τηρήσει τις δεσμεύσεις της για σεβασμό στις ελευθερίες και τα δικαιώματα, τόσο αυξάνει και η ευθύνη των κυβερνήσεων (συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής). Η σιωπή τους μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα αλλά σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ουδετερότητα. Η επίκληση του μη πολιτικού χαρακτήρα των αγώνων είναι βαθύτατα υποκριτική: οι ολυμπιακοί αγώνες αποτελούν κατεξοχήν γεγονός πολιτικής σημασίας. Χρησιμοποιούνται για να ωραιοποιηθεί η διεθνής εικόνα της διοργανώτριας χώρας, είναι αναπόσπαστα δεμένοι με τεράστια επιχειρηματικά συμφέροντα και συχνά έχουν μεγάλη επίπτωση στα ανθρώπινα δικαιώματα (στο όνομα των αγώνων χιλιάδες κάτοικοι στην Κίνα εκδιώχθηκαν βίαια από τα σπίτια τους). Όσοι πριν από την ανάθεση των αγώνων αγνόησαν τις φωνές διαμαρτυρίας για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα ήξεραν ότι αναλάμβαναν ένα ρίσκο. Η ίδια η Κίνα ήξερε ότι αναλάμβανε ένα ρίσκο. Λοιπόν, η παράλληλη λαμπαδηδρομία της οργής που ολοένα κλέβει τη λάμψη των επίσημων τελετών επαληθεύει αυτό το ρίσκο. Μακάρι η φλόγα που θα φτάσει στο Πεκίνο, ως συμβολικό πολιτικό κεφάλαιο, να είναι αχνή αν όχι σβησμένη.

Υστερόγραφο. Η αποκάλυψη του σκανδάλου των αναβολικών (ποιος αμφέβαλλε πως πολλά ελληνικά μετάλλια σκιάζονταν από ένα στρώμα στεροειδών;) δείχνει με τρόπο περίεργο στην ίδια κατεύθυνση: μετά από μια συντεταγμένη πολυετή επιχείρηση χημικής παραγωγής πρωταθλητών, ας αναζητήσουμε τη χαμένη αξιοπρέπεια στηρίζοντας την εκστρατεία ανάδειξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κεντρικό σημείο αυτών των αγώνων.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Πριν από δέκα ημέρες στάθηκα στην πλατεία της Ερμούπολης με άλλους μαυροντυμένους ανθρώπους. Μείναμε σιωπηλοί για ώρα. Αυτή η μαυροντυμένη σιωπή εξακολουθεί για πολλούς ανθρώπους γύρω μου. Έτσι μπορούμε να περπατάμε παράταιρα. Με το ένα πόδι πατάμε στην κραυγαλέα επικαιρότητα των ημερών: επικοινωνιακά παιχνίδια, κυνήγι εντυπωσιασμού, μικροπολιτικοί καιροσκοπισμοί. Με το άλλο όμως πατάμε στη μέσα μας επικαιρότητα. Εκείνη που στέκεται αμήχανη γιατί ξέρει πως τα ψέματα τέλειωσαν και δεν αρκούν πια οι εύκολες εκτονώσεις του παρελθόντος. Αν αρκούσαν, κάποιοι από τους υπεύθυνους θα είχαν σαρωθεί ήδη από ένα βουβό ποτάμι περιφρόνησης. Θα τους είχε καταπιεί η κατακραυγή για την μνημειώδη ανεπάρκεια, τις ασύμμετρες προσβολές της νοημοσύνης μας, την παντελή έλλειψη επίγνωσης ευθυνών και τον κυνισμό που αποβλέπει μόνο στη διαχείριση ή και εκμετάλλευση της καταστροφής. Η οργή θα είχε ήδη βρει τρόπο να εκδηλωθεί επί των κεφαλών τους, θα είχε επέλθει μια κάποια κάθαρση.

Η οργή όμως δεν εκτονώνεται γιατί δε φτάνει η μονοσήμαντη απόδοση ευθυνών στους κυβερνώντες, και ας δικαιούνται τα πρωτεία. Κάθε πολιτική υπεραπλούστευση συσκοτίζει τη συνολική ευθύνη ενός πολιτικού συστήματος που βασίστηκε σε αυτό το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης για να στήσει τους δικούς του μηχανισμούς εξαγοράς και διαπλοκής σε επίπεδο κεντρικής και περιφερειακής εξουσίας. Από την άλλη, ούτε η ανέξοδη συλλήβδην καταδίκη του πολιτικού συστήματος είναι αρκετή.  Διότι έτσι με τρόπο λαϊκιστικό αποσιωπάται η δική μας συμμετοχή σε αυτό το σκηνικό που είχε προ πολλού υποθηκεύσει την περιφέρεια και το φυσικό περιβάλλον στο βωμό ατομικών οραμάτων ευμάρειας ή μεγαλομανών «εθνικών στόχων».

Αποδιάρθρωση των τοπικών κοινοτήτων αλλά και κάθε έννοιας κοινότητας. Συστηματική απαξίωση των δημόσιων αγαθών. Ληστρική αντιμετώπιση των φυσικών πόρων. Νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας του μικροϊδιοκτήτη με την ανοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων και νόμος της ζούγκλας για την αυθαιρεσία των ισχυρών. Υπαγωγή της νομοθετικής εξουσίας στο ιδιωτικό συμφέρον. Πώς να εξηγηθούν αυτά αν εξαιρέσουμε εαυτούς από τη συνολική εικόνα; It takes two to tango.

Οι λίγοι που αντιλαμβάνονται πως έχουν συσσωρευτεί επάλληλες στρώσεις ανεπεξέργαστων ενοχών, ατομικών και συλλογικών ευθυνών και τόση τυφλή οργή οδηγούνται στη σιωπή. Θα μετατραπεί η σιωπή αυτή σε κάτι πιο απτό; Μοιάζει πολύ δύσκολο. Ήδη το πολιτικό παιχνίδι βρίσκει το βηματισμό του, σα να μη συνέβη σχεδόν τίποτα. Τα συνθήματα και τα πλαστά διλήμματα πρέπει πάση θυσία να καλύψουν τη μυρωδιά της εντός μας καμένης γης. Αν πάντως η σιωπή αποκτούσε μετρήσιμα διακριτά χαρακτηριστικά, αν εκφραζόταν πολιτικά και όχι ως άλλος ένας λόγος αποστασιοποίησης από την πολιτική, τότε οι επιπτώσεις θα ήταν πολύ μεγαλύτερες από αυτές που υποπτεύονται οι μικροπολιτικώς εκλογολογούντες, αμήχανοι εμπρός σε καθετί που τους ξεπερνά.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιεύονταν ως επιφυλλίδες στα ΝΕΑ μέχρι το καλοκαίρι του 13. Τα υπόλοιπα βλέπουν το φως κατευθείαν στο blog. Η πάνω φωτό είναι από την καμπάνια της Διεθνούς Αμνηστίας Use your freedom to write wrongs

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Τα καθαρά χέρια

Ας μιλήσουμε καθαρά

Λεξεις κλειδια

Άγιος Παντελεήμονας Ακροδεξιά Αριστερά Βαλκάνια Βουλή Βουλγαράκης Γάζα Δήμος Αθηναίων Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας Δεκέμβριος Διεθνής Αμνηστία ΕΕΔΑ ΕΛΑΣ Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ΗΠΑ Ισλάμ Ισραήλ Κίνα Κακλαμάνης Καμίνης Καρατζαφέρης ΛΑΟΣ Λοβέρδος ΜΚΟ ΜΜΕ ΟΗΕ Ολυμπιακοί Σαμαράς ΣτΕ Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Συνήγορος του Πολίτη Χριστόδουλος Χρυσή Αυγή ανήλικοι ανθρωπισμός απαγωγές αστυνομία αστυνομική βία βία βασανιστήρια διακρίσεις διαμαρτυρία διαφάνεια διεθνή εθελοντισμός εθνικισμός εκκλησία εκλογές εκπαίδευση ελευθερία έκφρασης εργασιακά θανατική ποινή θρησκεία θρησκευτική ελευθερία ιθαγένεια κάμερες κρίση μειονότητες μετανάστες μνημόνιο περιβάλλον προσωπικά δεδομένα πτήσεις CIA ρατσισμός ρατσιστική βία ρατσιστικός λόγος σεξουαλικός προσανατολισμός σχολείο σωφρονισμός τράφικιν τρομοκρατία φυλακές φύλο χούντα όπλα