You are currently browsing the tag archive for the ‘θανατική ποινή’ tag.

Μια συγκλονιστική ιστορία, ένα Dead man walking που δεν ακούστηκε (υπενθυμίζεται ότι είναι το παράγγελμα  του φύλακα για να  σιγήσει η φυλακή και να ξεκινήσει η πορεία του θανατοποινίτη προς τον θάλαμο εκτελέσεων) . Στο Hands off Cain υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για τη θανατική ποινή και τις εναντίον της δράσεις.

3426463197_0ce64ba49b

Η φετινή χρονιά τελειώνει με θαυμάσια νέα για τον αγώνα κατά της θανατικής ποινής. Στις 18 Δεκεμβρίου η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία την έκκληση για παγκόσμιο μορατόριουμ εκτελέσεων. 104 χώρες ψήφισαν υπέρ, 54 κατά και 29 απείχαν. Η απόφαση καλεί τα κράτη που διατηρούν τη θανατική ποινή να θεσμοθετήσουν ένα μορατόριουμ εκτελέσεων με προοπτική πλήρους κατάργησης. Καλούνται επίσης σταδιακά να περιορίσουν τα αδικήματα που επιφέρουν την εσχάτη των ποινών. Πάντως, συνολικά 133 χώρες έχουν καταργήσει τη θανατική ποινή είτε με νόμο είτε στην πράξη.

Στις ΗΠΑ, χώρα-κλειδί στο θέμα, επίσης οι εξελίξεις είναι θετικές. 19 πολιτείες (από τις 38 που εφαρμόζουν τη θανατική ποινή) έχουν σταματήσει τις εκτελέσεις, κυρίως επειδή η χρήση της θανατηφόρας ένεσης θεωρείται  σκληρή και απάνθρωπη μεταχείριση. Το Νιου Τζέρσι έγινε η πρώτη Πολιτεία που προχωρά στην κατάργηση της θανατικής ποινής, μετά την επαναφορά της το 1976 από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το Ιλλινόις διατηρεί το μορατόριουμ εκτελέσεων για 8η χρονιά, λόγω εσφαλμένων καταδικών. Η Νέα Υόρκη κήρυξε αντισυνταγματική την ποινή, ενώ Σύλλογοι Ιατρών, Αναισθησιολόγων και Νοσοκόμων έχουν εκφράσει επανειλημμένα την αντίθεσή τους και αυξάνεται ο αριθμός εκείνων που αρνούνται τη συμμετοχή τους στις εκτελέσεις. Εξάλλου, το Ανώτατο Δικαστήριο θα κρίνει τη συνταγματικότητα της χρήσης θανατηφόρας ένεσης μετά από προσφυγή δύο θανατοποινιτών από το Κεντάκι. Φέτος πραγματοποιήθηκαν μόλις 34 εκτελέσεις, 60% κάτω από το 1999. Δημοσκοπήσεις δείχνουν πως το 47% των ερωτηθέντων υποστηρίζουν τη θανατική ποινή ενώ το 48% προτιμά τα ισόβια χωρίς δυνατότητα απόλυσης από τη φυλακή. Ο σκεπτικισμός της αμερικανικής κοινής γνώμης πηγάζει κυρίως από το ενδεχόμενο δικαστικού λάθους, το υψηλό κόστος της χρήσης της θανατικής ποινής και την πεποίθηση πως οι οικείοι των θυμάτων σε τίποτα δεν ωφελούνται από έναν ακόμα θάνατο.

Ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς. Υπάρχουν όμως στοιχεία που επιτρέπουν αισιοδοξία. Κατά πρώτον, το μέτωπο κατά της ποινής του θανάτου αναπτύσσεται ανεξάρτητα από πολιτισμικές ή πολιτικές διαφορές, εκτείνεται σε όλες τις ηπείρους και δεν εξηγείται μόνο ως αποτέλεσμα γεωπολιτικών ή άλλων συσπειρώσεων. Η διεύρυνση αυτού του μετώπου είναι ταχύτατη: το 1977 μόνο 16 χώρες είχαν καταργήσει τη θανατική ποινή για όλα τα εγκλήματα και σήμερα ο αριθμός αυτός έχει φτάσει τις 90. Ένα ακόμα στοιχείο: το 2006, το 91% των εκτελέσεων πραγματοποιήθηκαν σε ΗΠΑ, Ιράκ, Ιράν, Κίνα, Πακιστάν και Σουδάν. Η πίεση πρέπει πλέον να γίνει πολύ εστιασμένη. Οι ρηγματώσεις στην ως τώρα συμπαγή πρακτική των ΗΠΑ χρειάζεται να αξιοποιηθούν. Και βεβαίως, στο επίκεντρο οφείλουμε να θέσουμε την Κίνα, την πρωταθλήτρια των εκτελέσεων, που επιδιώκει να φκιασιδώσει το πρόσωπό της ενόψει Ολυμπιακών.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Ο Σαντάμ Χουσεΐν καταδικάστηκε σε θάνατο. Η εξουσία του οδήγησε αμέτρητους ανθρώπους στον πόνο και το θάνατο. Κι όμως, οι πανηγυρισμοί στους δρόμους της Βαγδάτης δεν αρκούν για να δικαιωθεί η εσχάτη των ποινών. Ακόμα και όταν πρόκειται για τον Σαντάμ, η θανατική ποινή είναι έγκλημα. Η ηρωοποίησή του θα ήταν ολέθριο λάθος. Η δίκη του δεν ήταν δίκαιη και η ποινή αναπαράγει την τυφλή βία του καθεστώτος του.

Ο Chibli Mallat, υποψήφιος για την Προεδρία του Λιβάνου, έχει υπερασπιστεί συχνά θύματα παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Μέση Ανατολή. Πριν λίγες μέρες έγραψε στη Ντέιλι Σταρ: «Για δικαστές σαν εμένα και άλλους πιο διακεκριμένους συναδέλφους που κληθήκαμε το 2003, όταν συνελήφθη ο Σαντάμ, ήταν επικίνδυνο να πάμε και να μείνουμε στη Βαγδάτη. Απέρριψα την προσφορά». Ο πρώτος Πρόεδρος του δικαστηρίου εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί όταν δήλωσε πως ο Σαντάμ δεν ήταν δικτάτορας. Ο γαμπρός του διαδόχου του στην έδρα δολοφονήθηκε. Δεκατρείς δολοφονίες ως τώρα σχετίζονται άμεσα με τη δίκη. Ο Mallat καταλογίζει πλήθος λαθών: συνεχείς καθυστερήσεις και προσπάθειες αναβολής, πακτωλοί χρημάτων προς δικηγόρους με άγνωστη προέλευση, ανοχή στη δημόσια υποστήριξη του κατηγορουμένου προς τις συνεχιζόμενες δολοφονίες αλλά και φόνοι δικών του δικηγόρων. Ακόμα και η κεντρική στόχευση του δικαστηρίου ήταν λάθος. Δεν επικεντρώθηκε στη διαβόητη γενοκτονία Κούρδων στην Anfal και τη σφαγή Σιιτών κατά δεκάδες χιλιάδες το 1991. Στηρίχτηκε μόνο στο Dujail, μια ασαφή και ελάσσονα περίπτωση φόνων του 1983, την ίδια δηλαδή εποχή που ο πόλεμος του Σαντάμ με το Ιράν οδηγούσε σε ένα εκατομμύριο νεκρούς.

Η απονομή δικαιοσύνης σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πολλαπλά απαραίτητη. Όχι μόνο για την ίδια τη δικαιοσύνη αλλά και για το πολιτικό μέλλον της περιοχής. Αν κάτι προσθέταμε στην κριτική του Mallat, θα ήταν η ανάγκη να στιγματιστούν όσοι στήριξαν το καθεστώς Σαντάμ. Η εύκολη απάντηση είναι οι ΗΠΑ που τον χρησιμοποίησαν όσο τους συνέφερε. Μόνο που στη χώρα μας ξεχνάμε το δικό μας πλούσιο μητρώο επαφών και εμπορικών συναλλαγών (πολλές οι καταγγελίες και για εμπόριο όπλων) με μια χώρα που δολοφονούσε τους κατοίκους της με χημικά και βασάνιζε τους αντιφρονούντες κατά χιλιάδες. Η σιωπή των ελληνικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του 1980 στις εκκλήσεις της Διεθνούς Αμνηστίας ήταν εκκωφαντική.

Και τώρα τι; Προσυπογράφουμε την προτροπή του Mallat: «Η απονομή δικαιοσύνης στη Βαγδάτη είναι ακατόρθωτη. Μόνη λύση η μεταφορά του δικαστηρίου στο εξωτερικό και η μετατροπή του σε διεθνές ή μεικτό δικαστήριο(…) Το μόνο που χρειάζεται είναι μια αίτηση της Ιρακινής κυβέρνησης στο Συμβούλιο Ασφαλείας».

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Ο Γε Γκουοζού και η οικογένειά του εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους για να κατασκευαστεί εκεί κάποιο έργο υποδομής για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Όταν υπέβαλε αίτημα για διοργάνωση ειρηνικής διαμαρτυρίας συνελήφθη με την κατηγορία της απειλής κατά της κοινωνικής γαλήνης. Καταδικάστηκε σε 4ετή φυλάκιση.

Οι Ολυμπιακοί έχουν επιτείνει τις συνέπειες της επίσημης πολιτικής των οικονομικών μεταρρυθμίσεων.  Όσοι υφίστανται αυτές τις συνέπειες, εκατομμύρια ανθρώπων, αντιμετωπίζουν την άρνηση στο αίτημα για αποζημίωση, ανεξάρτητα αν πρόκειται για εξώσεις, απαλλοτριώσεις γης ή απολύσεις. Δεδομένου μάλιστα πως η ελευθερία έκφρασης και ο ανεξάρτητος συνδικαλισμός αποτελούν πικρό αστείο στην Κίνα, το Πεκίνο γίνεται συχνά στόχος μαζικών διαμαρτυριών που αντιμετωπίζονται σαν ανατρεπτικές ενέργειες. Όσοι ταξιδεύουν στην πρωτεύουσα για να  αμφισβητήσουν διοικητικές αποφάσεις, μη βρίσκοντας δικαίωση στο τοπικό επίπεδο, συλλαμβάνονται και κρατούνται. Την ίδια ώρα, ο θεσμός της «επανεκπαίδευσης μέσω εργασίας» δίνει τον τόνο στην αντιμετώπιση τάσεων αμφισβήτησης. Αυτή η εξωδικαστική μορφή κράτησης αποφασίζεται από την αστυνομία και ο κρατούμενος δεν έχει πρόσβαση σε δικηγόρο ή ανοιχτή δικαστική διαδικασία. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι «επανεκπαιδεύονται» ακόμα και για 4 χρόνια.

Είναι άξια απορίας η σιωπή που καλύπτει αυτές τις πρακτικές. Η δικαιολογία πως η Κίνα είναι εξαιρετικά κλειστή χώρα δεν επαρκεί. Πολλά στοιχεία εξάλλου είναι γνωστά: ο κομπασμός των αρμοδίων για τις 10.000 εκτελέσεις το χρόνο (μεταξύ άλλων για μη απόδοση φόρου, μεγάλες απάτες κλπ), τα συστηματικά βασανιστήρια, η άρνηση εισόδου σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Φαίνεται πως στα μάτια πολλών η Κίνα, ιδίως μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ, αποτελεί ελπίδα για ανάσχεση της αμερικανικής μονοκρατορίας. Τέτοιοι μύχιοι πόθοι ή ιδεολογικές συγγένειες δεν μπορούν όμως να δικαιολογήσουν τη διεθνή ανοχή απέναντι στην απροκάλυπτη κρατική βία, ιδίως μάλιστα όταν η ρητορική της καταστολής σε Κίνα και ΗΠΑ είναι ταυτόσημη και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας αναγορεύεται σε υπέρτατο σκοπό. Η ταύτιση αυτή παίρνει ενίοτε κωμικοτραγικές διαστάσεις, όπως στην περίπτωση των 22 μελών της εθνικής κοινότητας Uighur που κρατούνται στη βάση του Γκουαντανάμο ως ύποπτοι για τρομοκρατικές ενέργειες. Η Κίνα ζητά την έκδοσή τους και οι ΗΠΑ αρνούνται διότι αν εκδοθούν κινδυνεύουν με βασανιστήρια ή θανατική ποινή, ακριβώς ό,τι δηλαδή τους απειλεί και στα χέρια των Αμερικανών!

Πριν λίγες ημέρες συμπληρώθηκαν 16 χρόνια από τη σφαγή στην Τιενανμέν. Η Ντινγκ Ζιλίν που ίδρυσε τις «Μητέρες της Τιενανμέν» για να ζητήσει δικαιοσύνη για το θάνατο του γιου της και των άλλων φοιτητών, τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό για να μην υποβάλει επίσημο αίτημα έρευνας. Αν ζούσε σε άλλη χώρα, η διεθνής αλληλεγγύη θα έφτανε ως την πόρτα του σπιτιού της. Τώρα τη συνοδεύει η εκκωφαντική σιωπή μας.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Παραδοσιακά οι εκλογικές μάχες στις ΗΠΑ στρέφονται γύρω από τον διαφορετικό τρόπο που ρεπουμπλικάνοι και δημοκρατικοί τοποθετούνται σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως οι διακρίσεις σε βάρος μειονοτήτων, η θανατική ποινή ή η άμβλωση. Είναι μάλιστα αυτά τα θέματα που ως πιο «καυτά» τραβούν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Αυτό που έχει τούτη τη φορά ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η συζήτηση γύρω από τα δικαιώματα στην πρώτη «μετά Δίδυμους Πύργους» εκλογική μάχη. Με τον ορίζοντα να φέγγει στο χρώμα της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας και το αίσθημα φόβου να αυξομειώνεται ανάλογα με τη συγκυρία και τις διαθέσεις της Αλ Κάιντα, πολλά θέματα αποκτούν μια νέα διάσταση.

Δεν είναι λοιπόν μόνο οι εκτρώσεις, οι γάμοι μεταξύ ομοφυλοφίλων, η καθιέρωση της προσευχής στα σχολεία. Σε τέτοια θέματα νομοτελειακά έρχονται οι δυο υποψήφιοι να ηγηθούν ο καθένας της μερίδας που συντάσσεται με τις απόψεις του. Είναι επίσης οι αντιλήψεις για τη διεθνή θέση των ΗΠΑ και τη στάση τους απέναντι σε διεθνείς θεσμούς (υπήρξε μνημειώδης η υπονόμευση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου από την κυβέρνηση Μπους, σε αγαστή σύμπνοια με τον τέως άξονα του κακού, δηλαδή Λιβύη, Κίνα, Ρωσία κλπ).

Συχνά βέβαια υπάρχουν εκπτώσεις ακόμα και σε θέματα αρχών. Εκπτώσεις εξηγήσιμες αλλά όχι αμελητέες. Έτσι, ο Πρόεδρος Μπους, αμετανόητος πρωταθλητής ο ίδιος των εκτελέσεων ως Κυβερνήτης του Τέξας, είναι αναμενόμενο να τάσσεται ενθέρμως υπέρ της θανατικής ποινής. Όμως, ο Γερουσιαστής Κέρρι από την άλλη νερώνει την κατά της ποινής δική του θέση, εξαιρώντας εσχάτως από την κατάργηση όσους εμπλέκονται σε τρομοκρατικές ενέργειες μετά την 11/9.

Το χάσμα ανάμεσα στις δυο πλευρές φαντάζει αγεφύρωτο όταν μιλάμε για την οπλοκατοχή. Εκεί το πανίσχυρο λόμπι των όπλων παίζει έναν απροκάλυπτα παρεμβατικό ρόλο στην εκλογική μάχη υπέρ του Μπους και προβάλλει τη θέση Κέρρι ως ένα μάλλον αδύνατο σημείο της εκστρατείας του. Δυστυχώς για όσους θεωρούμε αδιανόητη την τωρινή κατάσταση.

Υπάρχει εντούτοις ακόμα ένα θέμα που θα έπρεπε να αποτελεί κρίσιμο μέγεθος.. Η διοίκηση Μπους όχι απλώς έκλεισε τα μάτια αλλά κατηγορείται ότι διέταξε και στήριξε ευθέως παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Γκουαντάναμο, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και σε άλλους μυστικούς τόπους κράτησης. Δημιούργησε κρατητήρια -πλανητικές μαύρες τρύπες για τα ανθρώπινα δικαιώματα- με αδιανόητες μεθόδους κράτησης και ανάκρισης σε απομόνωση, αυθαίρετες συλλήψεις και «εξαφανίσεις» σε βάρος ανθρώπων που συστηματικά δαιμονοποιήθηκαν για να μειωθούν οι φωνές διαμαρτυρίας. Επιλεκτικά αγνόησε τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη Σύμβαση της Γενεύης για τους αιχμαλώτους πολέμου. Ακόμα και σήμερα υποστηρίζει τη στρατιωτική δράση χωρίς τη συγκατάθεση του ΣΑ του ΟΗΕ, στέλνοντας το μήνυμα ότι στον πόλεμο «κατά της τρομοκρατίας» όλα επιτρέπονται εκ των προτέρων και δικαιολογούνται εκ των υστέρων.

Κι όμως, στην εκλογική μάχη το ζήτημα αυτό περιθωριοποιήθηκε. Δε χαρακτηρίστηκαν ως βασανιστήρια όσα είδαμε στις φωτογραφίες από το Αμπού Γκραϊμπ και δεν υποστηρίζεται η δημιουργία μιας ανεξάρτητης Επιτροπής Έρευνας για την απόδοση ευθυνών. Οι υποψήφιοι επέλεξαν να αφήσουν στην άκρη το κεφάλαιο αυτό και ανταγωνίζονται ποιος θα μπορούσε να διεξαγάγει έναν πιο έξυπνο και αποτελεσματικό πόλεμο «κατά της τρομοκρατίας» χωρίς όμως ρητές εγγυήσεις για σεβασμό των δικαιωμάτων.

Συμπερασματικά, κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει πως οι διαφορές ανάμεσα στους δυο υποψηφίους είναι σημαντικές και φανερώνουν διαφορετική αντίληψη για την ίδια τη θέση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πολιτική ατζέντα. Εντούτοις, ειδικά τα θέματα που σχετίζονται με τους όρους του πολέμου «κατά της τρομοκρατίας» έχουν τεθεί με τρόπο αποστασιοποιημένο από ουσιαστικές δεσμεύσεις, έτσι που να έχουν ήδη μείνει ανοιχτά τα παράθυρα για συνέχιση των απαράδεκτων πρακτικών και στο μέλλον.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Ας υποθέσουμε πως στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών αγώνων η Δήμαρχος Αθηναίων παρέδιδε τη σημαία των αγώνων όχι στο Δήμαρχο του Πεκίνου αλλά της Νέας Υόρκης, της Ουάσιγκτον ή του Λος Άντζελες. Σφυρίγματα θα ακούγονταν στο στάδιο, ενώ θα είχαν προηγηθεί εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και δημοσιογραφικά ρεπορτάζ για την πολιτική Μπους, τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό των ΗΠΑ και τη χρήση της θανατικής ποινής. Ευλόγως. Δικαιολογημένες θα ήταν οι διαμαρτυρίες και η Διεθνής Αμνηστία θα συμμετείχε σε αυτές, όπως έχει κάνει όλο το τελευταίο διάστημα.

Απέναντι όμως στην προοπτική της διοργάνωσης των αγώνων από την Κίνα η ελληνική κοινή γνώμη τηρεί στάση μάλλον θετική. Τα ΜΜΕ μιλούν για το θαύμα που πραγματοποιείται στην τεράστια αυτή χώρα. Οι ελάχιστες φωνές διαμαρτυρίας χάνονται στη σιωπή. Χαρακτηριστικά, το Διεθνές Δίκτυο Υποστήριξης του Θιβέτ καταγγέλλει πως τρεις μεγάλες Αθηναϊκές εφημερίδες αρνήθηκαν χωρίς αιτιολόγηση να δημοσιεύσουν πληρωμένη καταχώριση.

Εντούτοις, το επόμενο διάστημα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στην κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα. Τα τέσσερα αυτά χρόνια είναι μοναδική ευκαιρία να πιέσουμε για θεμελιώδεις αλλαγές. Ο Ολυμπιακός Χάρτης, τον οποίο υποτίθεται πως υιοθετεί η διοργανώτρια χώρα προβλέπει «μια ειρηνική κοινωνία που ασχολείται με την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας». Από την άλλη, οι αγώνες αποτελούν για την κυβέρνηση της Κίνας επίσης μια μοναδική ευκαιρία: θέλει να αναβαπτιστεί στην κολυμπήθρα του διεθνούς αθλητικού κατεστημένου, των μεγάλων ΜΜΕ και των χορηγών.

Η σημερινή κατάσταση δεν επιτρέπει καμία αισιοδοξία. Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι μαζικές, συστηματικές και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα:

Η χρήση της θανατικής ποινής, ακόμα και για αδικήματα όπως η φοροδιαφυγή ή η σωματεμπορία, έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Χιλιάδες άνθρωποι καταδικάζονται σε θάνατο και εκτελούνται, συχνά μπροστά σε πλήθη στα στάδια που θα φιλοξενήσουν τους αγώνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγους μήνες πριν από την ανάληψη των αγώνων, στο πλαίσιο της αντεγκληματικής της εκστρατείας, η κυβέρνηση θανάτωσε σε τρεις μήνες 1700 ανθρώπους, περισσότερους από όλον τον υπόλοιπο κόσμο μαζί σε τρία χρόνια! Τον Μάρτιο οι αρχές στην επαρχία Yunnan απέκτησαν 17 κινητές μονάδες εκτελέσεων με ένεση για να απλοποιηθούν και επιταχυνθούν οι διαδικασίες!

Όσοι διαμαρτύρονται για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις ή τα δημόσια έργα κινδυνεύουν. Στις μεγάλες πόλεις, όπου σπίτια κατεδαφίζονται για την κατασκευή ολυμπιακών εγκαταστάσεων, οι ιδιοκτήτες συχνά καταλήγουν στη φυλακή επειδή αντέδρασαν. Τα ανεξάρτητα εργατικά συνδικάτα εξακολουθούν να είναι παράνομα.

Μέλη πνευματικών και θρησκευτικών ομάδων εξακολουθούν να καταπιέζονται και να διώκονται.

Οι πολιτικοί ακτιβιστές διώκονται και φυλακίζονται, η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί είδος εν ανεπαρκεία. Είναι χαρακτηριστικό πως η χρήση του ίντερνετ για τη διάδοση πολιτικών ιδεών και πληροφοριών μπορεί να οδηγήσει σε πολυετή φυλάκιση. Στις ευαίσθητες πληροφορίες που δεν επιτρέπεται να διακινούνται περιλαμβάνεται ακόμα και η έξαρση του υιού SARS!

Τα βασανιστήρια οι αυθαίρετες κρατήσεις και οι ανέντιμες δίκες αποτελούν συνήθη πρακτική. Ξυλοδαρμοί, ηλεκτροσόκ, κρέμασμα με χειροπέδες, στέρηση τροφής και ύπνου. Εκτός αυτών, η «επανεκπαίδευση μέσω εργασίας» επιτρέπει την κράτηση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων έως 3 χρόνια χωρίς καμιά κατηγορία ή δίκη. Αλλά και στις αίθουσες των δικαστηρίων η ανθρώπινη αξιοπρέπεια γελοιοποιείται. Η πρόσβαση στους δικηγόρους περιορίζεται, όσοι διώκονται σχετικά με «κρατικά μυστικά» ή «τρομοκρατία» δικάζονται κεκλεισμένων των θυρών, με βάναυσο περιορισμό των δικαιωμάτων τους.

Στις αυτόνομες περιοχές του Θιβέτ και του Xinjiang οι αρχές συνεχίζουν την σκληρή καταστολή.

Η Κίνα διεξάγει το δικό της «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», σε αγαστή σύμπνοια με τις ΗΠΑ. Στο όνομα αυτού του πολέμου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια εξευτελίζεται, τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα ακυρώνονται.

Με λίγα λόγια, η Κίνα έχει πολλά δικά της Γκουαντάναμο και οι Ολυμπιακοί αγώνες πρέπει να τα φωτίσουν, όχι να τα συγκαλύψουν.

Πριν από τους αγώνες της Αθήνας, αρκετές οργανώσεις και φορείς διατυπώσαμε τις ανησυχίες μας για ζητήματα δικαιωμάτων που σχετίζονταν με την ασφάλεια των αγώνων. Κάποια ζητήματα είναι ακόμα εκκρεμή και συνεχίζουμε να τα παρακολουθούμε. Κάποια έκλεισαν. Ορισμένοι φόβοι επιβεβαιώθηκαν, άλλοι όχι, ίσως και λόγω της ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης.

Θα είμαστε όμως συνεπείς, μόνο αν ευαισθητοποιηθούμε και για τις μείζονες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα.

Η Κίνα θέλει τη σιωπή μας ως τους αγώνες. Δεν πρέπει να την έχει.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Η πρόταση των βουλευτών περί επαναφοράς της ποινής του θανάτου έφερε πάλι στη δημοσιότητα ένα θέμα που πιστεύαμε πως είχε θέση μόνο στα παράθυρα των τηλεοπτικών καναλιών, που επιδιώκουν να συνδυάσουν στυγερά εγκλήματα με υψηλή τηλεθέαση. Εντούτοις, αυτός ο διάλογος ενδεχομένως παρουσιάζει ενδιαφέρον, αν κρίνει κανείς και από το άρθρο του κ. Θ. Π. Λιανού στο «Βήμα» της 30ής Νοεμβρίου. Το άρθρο αυτό τελείωνε με τη φράση «θα ήθελα κάποιος που υποστηρίζει τη μη επαναφορά να εξηγήσει γιατί η κοινωνία μας πρέπει να σέβεται τη ζωή στυγερών φονιάδων».

Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στην καρδιά του προβληματισμού για τη θανατική ποινή. Υπάρχουν κοινωνίες που σέβονται την ανθρώπινη ζωή και άλλες που την περιφρονούν. Κατά πάσα πιθανότητα όλοι μας επιλέγουμε τις πρώτες. Η θεώρηση όμως της ανθρώπινης ζωής ως υπέρτατης αξίας δεν μπορεί παρά να αφορά εξίσου τον άγιο και τον δολοφόνο, ειδάλλως ήδη παζαρεύουμε την αξία της ζωής. Αν δεχόμαστε πως το δικαίωμα στη ζωή είναι το ύψιστο δικαίωμα, τότε πώς θα επιτρέψουμε σε οποιαδήποτε κοινωνία να εξαιρέσει από αυτό τους δολοφόνους; Μήπως θα πρέπει να επανεξετάσουμε και το 2ο άρθρο του Συντάγματός μας, που θεωρεί καθήκον της πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου;

Ο αντίλογος που ακούγεται συχνά είναι πως δεν έχουμε καμία υποχρέωση να σεβαστούμε τη ζωή κάποιου που δεν σέβεται άλλες ζωές. Συνειδητοποιούν άραγε όσοι το λένε ότι ουσιαστικά προτρέπουν μια ολόκληρη κοινωνία να εξισωθεί με τον χειρότερο εγκληματία, να δράσει με τα δικά του κριτήρια περί σημαντικού και ασήμαντου; Συνειδητοποιούν ότι περιγράφουν μορφές κοινωνικής οργάνωσης από τις οποίες η ανθρωπότητα προσπαθεί να ξεφύγει;

Εξάλλου, πειστικό ακούγεται, μέσα στη διέγερση του θυμικού που προκαλεί, και το υποθετικό ερώτημα: τι θα έκανες όμως αν κάποιος σκότωνε την οικογένειά σου; Η απάντηση είναι απλή, αρκεί να διατηρούμε την απαραίτητη ψυχραιμία για να θυμόμαστε δύο αυτονόητα στοιχεία.

Πρώτον, ότι η διάθεση αυτοδικίας που μπορεί να θολώσει το μυαλό κάποιου δεν μπορεί να προβάλλεται ως πρότυπο απονομής δικαιοσύνης. Δεύτερον, ότι οι έννοιες ποινή και εκδίκηση απέχουν πολύ μεταξύ τους και είναι κοινός τόπος πως μια σύγχρονη κοινωνία δεν μπορεί να εκδικείται. Αν θυμόμαστε αυτά τα στοιχεία, είναι προφανές πως δεν έχει καμία σημασία η απάντηση στο «εντυπωσιακό» αυτό ερώτημα διότι είναι άσχετη με τη θανατική ποινή.

Επιπλέον, οφείλει κανείς να εξετάσει και ορισμένες πιο πρακτικές πλευρές της θανατικής ποινής, όπως αυτή της ενδεχόμενης πλάνης. Στις ΗΠΑ έχουν καταδικαστεί σε θάνατο τουλάχιστον 350 αποδεδειγμένα αθώοι και τουλάχιστον 23 έχουν εκτελεστεί. Οι άνθρωποι αυτοί έπεσαν θύματα «νόμιμης» δολοφονίας από την πλευρά του κράτους. Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι η θανατική ποινή είναι η μόνη που δεν επανορθώνεται και δεν υπάρχει τρόπος να αποκλειστεί το ενδεχόμενο λάθους.

Στο άρθρο του κ. Λιανού αναφέρεται επίσης πως «έχει αποδειχτεί ότι δολοφόνοι που δεν εκτελέστηκαν μετά την καταδίκη τους, επανέλαβαν το έγκλημα μέσα τη φυλακή ή έξω». Χωρίς να αποκλείει κανείς αυτό το ενδεχόμενο, είναι εντούτοις υπερβολική η γενίκευση με τον τρόπο που διατυπώνεται και προφανέστερα απέχει πάρα πολύ από την πραγματικότητα.

Τελικά ας δούμε και το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της θανατικής ποινής, όπως τουλάχιστον διατυπώνεται από τους υποστηρικτές της: η θανατική ποινή καταπολεμά την εγκληματικότητα. Ξεχνούν βέβαια πως αυτό δεν έχει αποδειχτεί σε καμία απολύτως αξιόπιστη μελέτη. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις που κατ’ εξοχήν χάνουν τη μάχη με την εγκληματικότητα καταφεύγουν στην εύκολη λύση της θανατικής ποινής (π.χ. Κίνα, ΗΠΑ, Ρωσία). Ο ΟΗΕ διαπίστωσε επισήμως το 1988 την αποτυχία όσων μελετών προσπάθησαν να αποδείξουν πως οι εκτελέσεις είναι πιο αποτρεπτικές από τα ισόβια δεσμά. Σε καμία χώρα δεν πιστοποιήθηκε σχέση ανάμεσα στη θανατική ποινή και στη μείωση της εγκληματικότητας.

Θα μπορούσαμε πολλά να πούμε για τη ρατσιστική χρήση της ποινής αυτής εις βάρος μειονοτήτων και ασθενέστερων τάξεων, για τις εκτελέσεις ανήλικων παραβατών, για το μαρτύριο ανθρώπων επί ώρες στην ηλεκτρική καρέκλα. Κυρίως όμως δηλώνουμε ότι επιθυμούμε ένα κράτος που δεν θα παραβιάζει την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και μια σειρά άλλους διεθνείς κανόνες. Αισθανόμαστε περισσότερο άνθρωποι όσο απομακρύνεται το 1972, όταν ήχησε τελευταία φορά το εκτελεστικό απόσπασμα στην Ελλάδα.

Για όλους αυτούς τους λόγους η Διεθνής Αμνηστία ζήτησε επισήμως από την Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος να προβλέψει τη συνταγματική κατάργηση της ποινής του θανάτου.

Απαντώντας και πάλι στο ερώτημα με το οποίο ξεκίνησε αυτό το κείμενο: δεν μπορεί μια κοινωνία να σκοτώνει ανθρώπους για να τους δείξει ότι είναι κακό να σκοτώνουν.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 1997
Ο

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιεύονταν ως επιφυλλίδες στα ΝΕΑ μέχρι το καλοκαίρι του 13. Τα υπόλοιπα βλέπουν το φως κατευθείαν στο blog. Η πάνω φωτό είναι από την καμπάνια της Διεθνούς Αμνηστίας Use your freedom to write wrongs

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Τα καθαρά χέρια

Ας μιλήσουμε καθαρά

Λεξεις κλειδια

Άγιος Παντελεήμονας Ακροδεξιά Αριστερά Βαλκάνια Βουλή Βουλγαράκης Γάζα Δήμος Αθηναίων Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας Δεκέμβριος Διεθνής Αμνηστία ΕΕΔΑ ΕΛΑΣ Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ΗΠΑ Ισλάμ Ισραήλ Κίνα Κακλαμάνης Καμίνης Καρατζαφέρης ΛΑΟΣ Λοβέρδος ΜΚΟ ΜΜΕ ΟΗΕ Ολυμπιακοί Σαμαράς ΣτΕ Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Συνήγορος του Πολίτη Χριστόδουλος Χρυσή Αυγή ανήλικοι ανθρωπισμός απαγωγές αστυνομία αστυνομική βία βία βασανιστήρια διακρίσεις διαμαρτυρία διαφάνεια διεθνή εθελοντισμός εθνικισμός εκκλησία εκλογές εκπαίδευση ελευθερία έκφρασης εργασιακά θανατική ποινή θρησκεία θρησκευτική ελευθερία ιθαγένεια κάμερες κρίση μειονότητες μετανάστες μνημόνιο περιβάλλον προσωπικά δεδομένα πτήσεις CIA ρατσισμός ρατσιστική βία ρατσιστικός λόγος σεξουαλικός προσανατολισμός σχολείο σωφρονισμός τράφικιν τρομοκρατία φυλακές φύλο χούντα όπλα