You are currently browsing the tag archive for the ‘θρησκεία’ tag.

1

Η σφαγή στο gay club  του Ορλάντο συναρθρώνει πολλές όψεις της σύγχρονης απειλής για την ασφάλεια και τον χαρακτήρα των κοινωνιών μας. Αποτελεί έτσι αντανάκλαση του πιο δυστοπικού μέλλοντός μας.

Πρόκειται καταρχάς για ακραία μορφή ομοφοβικού εγκλήματος. Ο δράστης επέλεξε τα θύματα με κριτήριο τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, άρα έχουμε να κάνουμε με ένα μαζικό ρατσιστικό έγκλημα. Μάλλον όλοι θα συμφωνήσουμε επίσης πως η μαζική δολοφονία άοπλων θαμώνων κέντρου διασκέδασης συνιστά χαρακτηριστική μορφή τρομοκρατικού εγκλήματος, όσο δύσκολος κι αν είναι ένας αντικειμενικά αποδεκτός ορισμός της τρομοκρατίας. Επιπλέον, ρόλο φαίνεται να έπαιξε και μια ακραία φονταμενταλιστική εκδοχή του θρησκευτικού φαινομένου, με δεδομένη και την ανάληψη της ευθύνης από το ISIS. Τέλος, διερευνάται κατά πόσο η θρησκευτική ριζοσπαστικοποίηση του δράστη τροφοδοτήθηκε από τη ρητορική του μίσους στο διαδίκτυο. Έχουμε λοιπόν ένα ομοφοβικό ρατσιστικό έγκλημα, τρομοκρατικού χαρακτήρα, με θρησκευτικό υπόβαθρο και πιθανή σχέση με τη ρητορική του μίσους.

Η επόμενη μέρα κατέδειξε τις παράπλευρες περιπλοκές ενός τέτοιου εγκλήματος. Υπήρξαν ΜΜΕ, διαμορφωτές της κοινής γνώμης και πολιτικοί που επιχείρησαν να υπερτονίσουν ή  να υποβαθμίσουν κάποια πλευρά του εγκλήματος. Επέμειναν αποκλειστικά στο θρήσκευμα του δράστη και αποσιώπησαν ή υποβάθμισαν τον ομοφοβικό χαρακτήρα του εγκλήματος. Στα καθ’ ημάς, χαρακτηριστική, προβλέψιμη περίπτωση ο κ. Θεοδωρόπουλος: «Και μη μου πείτε για τον παράφρονα τζιχαντιστή ο οποίος έκανε το μακελειό στο gay bar του Ορλάντο. Πριν από μερικούς μήνες είχαμε τη σφαγή στο Bataclan, που δεν είχε καμία σχέση με ομοφοβία», (Καθημερινή, 16/6). Υπήρξαν μάλιστα ακόμα και μεγάλα ΜΜΕ σε άλλες χώρες, ευτυχώς μόνο περιθωριακά στην Ελλάδα, που παρουσίασαν το έγκλημα με τρόπο που υποτιμά τα θύματα, διαιωνίζει ομοφοβικά στερεότυπα και υπόρρητα (ή ρητά) συνδέει αιτιακά τη σεξουαλική συμπεριφορά των θυμάτων με το βίαιο τέλος τους. Ορισμένοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης επίμονα αρνήθηκαν να ονοματίσουν τον ομοφοβικό χαρακτήρα του εγκλήματος, ενδύοντας αυτή την άρνηση με μια γενικόλογη ανθρωπιστική ρητορική. Όταν όμως ο δράστης επιλέγει τα θύματα με ένα συγκεκριμένο κριτήριο, η αποσιώπηση αυτού του κριτηρίου ισοδυναμεί με άρνηση ή υποτίμηση του ίδιου του ρατσιστικού χαρακτήρα του εγκλήματος. Θα ήταν σα να αρνούμαστε τον αντισημιτικό χαρακτήρα μιας επίθεσης σε συναγωγή ή τον ισλαμοφοβικό χαρακτήρα μιας επίθεσης σε τζαμί λέγοντας «γενικά είναι κρίμα να σκοτώνονται άνθρωποι». Το να αρνούμαστε το κριτήριο της επιλογής του θύματος στο έγκλημα μίσους, τον λόγο για τον οποίο δολοφονήθηκε, ισοδυναμεί με την πλήρη αναίρεση της ύπαρξής του. Το παράλογο του θανάτου του γίνεται ακόμα πιο παράλογο, καθίσταται το απόλυτο κενό.

Ας επιμείνουμε λίγο σε αυτό. Η αναγωγή του θρησκευτικού σε μοναδικό κίνητρο εγκυμονεί πολλαπλές στρεβλές αναγωγές: οι μουσουλμάνοι είναι (οι μόνοι) τρομοκράτες, οι μουσουλμάνοι είναι (οι μόνοι) ομοφοβικοί. Έτσι, το έγκλημα απογυμνώνεται από κρίσιμα συμφραζόμενα. Παραβλέπεται πως το ρατσιστικό έγκλημα δε γεννιέται εν κενώ στο μυαλό του δράστη, συνδέεται άμεσα με τον ρατσισμό της κοινωνίας όπου διαπράττεται. Συνδέεται με τη ρητορική του μίσους που προλειαίνει τον δρόμο της βίας. Η ομοφοβία συνδέεται στενά με τον βίαιο σεξισμό, διαπίστωση που διευκολύνεται εν προκειμένω από το ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας που βαρύνει τον δράστη. Τέτοιες επιθέσεις συνδέονται επίσης άμεσα με την οπλοκατοχή στις ΗΠΑ, κι εκεί οι λευκοί χριστιανοί έχουν γράψει λαμπρές σελίδες τυφλής βίας. Σε ό,τι μάλιστα αφορά το ρατσιστικό έγκλημα, η λευκή χριστιανική πλειονότητα σε Ευρώπη και ΗΠΑ έχει πολλά να διδάξει. Αρκεί προς τούτο μια ματιά στα επιτεύγματα των ομόδοξων Ρώσων και Ελλήνων νεοναζί. Ίσως κάποιοι ανάμεσά τους κρυφά θαυμάζουν τον δολοφόνο του Ορλάντο, με έναν διεστραμμένο κι όμως τόσο ευανάγνωστο τρόπο.

Υπάρχει και μια αντίστροφη στρέβλωση: η αποσιώπηση του ρόλου που παίζει ο θρησκευτικός εξτρεμισμός, ειδικότερα μάλιστα το ριζοσπαστικό ισλάμ, στην επιθετική και βίαιη δυσανεξία προς το διαφορετικό. Φυσικά η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός, η ρητορική του μίσους και η ομοφοβία ενδημούν στις κοινωνίες μας και οριζόντια διατρέχουν κοινωνικές και κοινωνικές ομάδες. Όμως εθελοτυφλεί όποιος δεν βλέπει ιδιαίτερες πυκνώσεις και εντάσεις του φαινομένου σε ορισμένα τμήματα του πληθυσμού με γνώρισμα την θρησκευτική τους ταυτότητα και το πολιτισμικό υπόβαθρο.

Οι μονοσήμαντες αναγνώσεις των εγκλημάτων μίσους δεν βοηθούν στην κατανόησή τους. Χρησιμεύουν συνήθως για να επιβεβαιώσουν προκατασκευασμένες βεβαιότητες, να εκμεταλλευτούν αισθήματα θυματοποίησης ή να προωθήσουν άλλες πολιτικές σκοπιμότητες.

 

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών

Η είδηση ξαφνιάζει. Οι ΗΠΑ χορήγησαν πολιτικό άσυλο σε οικογένεια Γερμανών! Διώκονταν στη χώρα τους επειδή δεν έστελναν τα παιδιά στο σχολείο λόγω του «αντιχριστιανικού» προγράμματος. Σύμφωνα με το δικηγόρο τους, ο τρόπος με τον οποίο η Γερμανία μεταχειρίζεται τους κατ’ οίκον μαθητές αποτελεί παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υπαινίχθηκε ότι η ομοιομορφία που επιβάλλει με τον τρόπο αυτόν θυμίζει τρομαχτικά το παρελθόν της (!).

Περίπου 1,5 εκατομμύριο παιδιά στις ΗΠΑ δέχονται «κατ’ οίκον διδασκαλία» (homeschooling). Την επιλέγουν κυρίως δυο κατηγορίες γονέων. Η γενιά των χίπις θεωρεί το σχολείο μια «κρεατομηχανή» που καταπιέζει τις ιδιαίτερες κλίσεις των παιδιών. Η δεύτερη κατηγορία, θρησκευόμενοι που δεν εμπιστεύονται στο δημόσιο σχολείο τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, είναι πολυπληθής, οργανωμένη και δυναμική. Έχει αναγάγει το homeschooling σε προνομιακό πεδίο αμφισβήτησης και πριονίσματος μιας θεμελιακής κρατικής λειτουργίας που αφορά ένα δημόσιο αγαθό. Χαράς ευαγγέλια για τη μαχητική χριστιανική Δεξιά!

Το homeschooling είναι πλέον νόμιμο σε όλες τις πολιτείες και αυτό που ποικίλλει είναι ο βαθμός κρατικού ελέγχου. Αλλού είναι ανύπαρκτος, αλλού ελέγχονται τα προγράμματα σπουδών και η πιστοποίηση γνώσεων. Φιλελεύθεροι διανοητές υποστηρίζουν το homeschooling στη βάση ελευθερίας επιλογής, καλύτερων επιδόσεων και αποτελεσματικότερης αξιοποίησης των εκπαιδευτικών πόρων.

Είναι έτσι; «Όσο καλή και αν είναι η εκπαίδευση στο σπίτι δεν εξισώνεται με την πλήρη σχολική εκπαίδευση από καταρτισμένους και πιστοποιημένους δασκάλους» αποφάνθηκε εφετείο στην Καλιφόρνια το 2008. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει όμως αναγνωρίσει το δικαίωμα γονέων να κρατούν τα παιδιά εκτός σχολείου για θρησκευτικούς λόγους, να τα ανατρέφουν και να λατρεύουν το Θεό σύμφωνα με τη συνείδησή τους. Ο συνδυασμός οδηγεί στην αποδοχή ενός θεμελιώδους δικαιώματος στο homeschooling που συνοψίζεται στον εξής ακροβατισμό: Αφενός «οι γονείς δε μπορούν να αντικαταστήσουν τις κρατικές εκπαιδευτικές απαιτήσεις με τις δικές τους ιδιοσυγκρασιακές απόψεις σχετικά με τη γνώση που χρειάζεται ένα παιδί για να γίνει παραγωγικό και ευτυχισμένο μέλος της κοινωνίας». Αφετέρου «ενώ το κράτος μπορεί να θέσει εκπαιδευτικά πρότυπα, δεν μπορεί να προκαθορίσει την εκπαιδευτική διαδικασία απαιτώντας να παρακολουθήσουν τα παιδιά το δημόσιο σχολείο» (Wisconsin v. Yoder, 406 U.S. 205).

Πού φτάνει μια τέτοια λογική; Ζώντας σε όλο και πιο σύνθετες κοινωνίες δύσκολα μπορούμε να δεχτούμε μια εκπαίδευση που πολλαπλασιάζει την πολυπλοκότητα και τις διαφορές χωρίς να καλλιεργεί ένα κοινό αξιακό υπόβαθρο. Διότι –προσοχή- άλλο ο σεβασμός στην ετερότητα και άλλο η άρνηση ενός κοινού αξιακού πλαισίου στο όνομά της. Κάτι τέτοιο θα εισήγαγε εκπαιδευτικές νησίδες ανοχής στο φονταμενταλισμό, τη βίαιη σωματική τιμωρία ή τον γενετήσιο ακρωτηριασμό.

Η δυνατότητα των γονέων να επιλέγουν την εκπαίδευση των παιδιών τους περιορίζεται από το δικαίωμα των παιδιών να έχουν εκπαίδευση σύμφωνη με ορισμένες αξίες (όπως αυτές στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, άρθρο 29). Με απλά λόγια, τα παιδιά δεν «ανήκουν» στο κράτος αλλά δεν «ανήκουν» ούτε στους γονείς. Και βεβαίως, ανισότητες, αναχρονιστικές πρακτικές και κρούσματα βίας στο χώρο του δημόσιου σχολείου δεν αποτελούν λόγο για περαιτέρω αποδυνάμωσή του. Αντίθετα, ζητούμενη είναι μια συνεκτική εκπαιδευτική πολιτική που συνδυάζει ισχυρό επιτελικό ρόλο του κράτους με αναγκαία ευελιξία, πράγμα που συνεπάγεται δημόσιο έλεγχο στις καίριες περιοχές της εκπαίδευσης. Εντέλει, μια ανοιχτή κοινωνία (όλα τα προηγούμενα αφορούν δημοκρατίες και όχι τη σημερινή Βόρεια Κορέα ή τη Χιλή του ‘73) προϋποθέτει την αποδοχή βασικών λειτουργιών του κράτους που αντιπροσωπεύουν και επιβάλλουν τη συλλογική της βούληση.

Στη χτεσινή ορκωμοσία επανήλθε πλαγίως το θέμα του θρησκευτικού όρκου. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ένδειξη ότι ο όρκος οδεύει προς κατάργηση, αλλά από την άλλη ήταν αρκετοί (με τα μέτρα της κοινοβουλευτικής μας ανθρωπογεωγραφίας) οι βουλευτές που δε σήκωσαν το χέρι τους ή απείχαν αλλιώς. Ίδωμεν. Πάντως το θέμα σχολιάζεται σήμερα στα ΝΕΑ από τον Κωστή Μποτόπουλο ενώ μπορείτε να δείτε και την παλαιότερη πρόταση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου περί χωρισμού εκκλησίας – κράτους όπου υπάρχει σαφής πρόβλεψη για τον όρκο.

Δείτε ακόμα απόφαση της Εθνικής Επιτροπήςγια τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σχετικά με το θέμα.

iranΜυριόστομη κραυγή έρχεται από το Ιράν: «Πού πήγε η ψήφος μου;» Μαζικά οι πολίτες επιχείρησαν στις κάλπες να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων. Η προεκλογική περίοδος και ο δημόσιος διάλογος  αποτέλεσαν υπόσχεση δημοκρατικής συμμετοχής και έφεραν κυρίως τους νέους εγγύτερα στην πολιτική. Ήρθαν με τα δικά τους όπλα, το ίντερνετ και τα μηνύματα στα κινητά τηλέφωνα, όργανα ενός διεκδικητικού μέλλοντος. Και μετά οι κάλπες διέψευσαν την ελπίδα δείχνοντας τα όρια του καθεστώτος που δεν αντέχει ούτε την εσωτερική εναλλαγή προσώπων από την ίδια ισλαμική μήτρα. Ακολούθησαν οι υπέροχες ημέρες των διαδηλώσεων με αιτήματα που υπερβαίνουν την εκλογική συγκυρία: ελευθερία και δικαιώματα. Εκατομμύρια στους δρόμους όλη την εβδομάδα που πέρασε αψήφησαν τη βία. Νέοι και γυναίκες αποτελούν μια μεγάλη δύναμη αλλαγής. Οι νέοι ασφυκτιούν με τις παρεμβάσεις σε κάθε πτυχή κοινωνικής και προσωπικής ζωής. Από την άλλη, οι γυναίκες έθεσαν τα δικαιώματά τους στη δημόσια ατζέντα με πρωτοφανή ένταση και καθαρότητα. Απόδειξη η εκστρατεία του ενός εκατομμυρίου υπογραφών για τον τερματισμό των διακρίσεων. Και δίπλα τους οι εθνικές μειονότητες που ζητούσαν περισσότερα πολιτικά και πολιτιστικά δικαιώματα. Ακολούθησαν η τυφλή βία των ένοπλων κρανοφόρων του καθεστώτος και η λογοκρισία: η απαγόρευση των sms επειδή έβγαζαν τον κόσμο στους δρόμους δεν είναι παρά το έντρομο παρελθόν που απαγορεύει στο μέλλον να έρθει.

Οι νέοι κυρίως πληρώνουν τώρα το τίμημα. Τα πανεπιστήμια σε Τεχεράνη, Ταμπρίζ, Εσφαχάν, Σιράζ έγιναν πεδία βίαιης καταστολής. Αν βρίσκονταν σε άλλη χώρα, αυτά τα ονόματα θα ήταν ήδη σύμβολα ελευθερίας στα χείλη μας. Τώρα όμως αντιμετωπίζονται με αδιαφορία που δεν εξηγείται μόνο από τη σωρεία των εγχώριων προβλημάτων. Υπάρχουν δυο ακόμα παράγοντες. Ο ένας είναι ο άλογος αντιαμερικανισμός, αντίθετος εντέλει με την έλλογη αντίθεση σε συγκεκριμένες πλευρές της αμερικανικής πολιτικής. Αποτελεί το κυρίαρχο, υπόρρητο και συχνά ασυνείδητο φίλτρο στη θέαση κάθε διεθνούς γεγονότος. Η δημοκρατική εξέλιξη σε όποια χώρα ανήκει κατά τους αμερικανούς στον «άξονα του κακού» μοιάζει να μη μας αφορά, να μπαίνει σε μια δυσεξήγητη δεύτερη μοίρα. Ο «εχθρός του εχθρού μας» ή αλλιώς η «αγία επιλεκτικότητα». Κινούμαστε στο μήκος κύματος Πούτιν – Τσάβεζ – Κίνας που έσπευσαν να συγχαρούν τον Αχμεντινεζάντ. Μάταια αναζητήσαμε κάποια ανακοίνωση εγχώριου κομματικού φορέα για τη βίαιη καταστολή του κινήματος των ιρανών πολιτών. Καμία έκπληξη βέβαια. Δεν είναι άλλωστε μακριά ο καιρός που σφαγιάζονταν οι εξεγερμένοι στο Θιβέτ και κομματική ανακοίνωση (ΚΟΕ) τους αποκαλούσε «βατράχια της CIA».

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η ανάγκη μας να αποδιώξουμε μια τρομερή υποψία: κι αν ο ισλαμικός κόσμος δεν είναι αυτό που νομίζουμε; Αν δεν πρόκειται για ένα ενιαίο πλήθος θρησκόληπτων; Αν κάτω από την επιφάνεια βοούν αντιθέσεις και υπόγεια ρεύματα; Οι νέοι και οι γυναίκες με τα ακάλυπτα χαρούμενα πρόσωπα, τα νέα κοινωνικά μίντια που κλέβουν τη δύναμη μέσα από τα χέρια μιας φοβισμένης και γι’ αυτό επικίνδυνης εξουσίας κλονίζουν τις βεβαιότητές μας. Αντίθετα, το κοινότοπο εξουσιαστικό λεξιλόγιο («η ξένη υποστήριξη στους αναρχικούς διαδηλωτές είναι αδικαιολόγητη», δήλωσε η ιρανική πρεσβεία στις Βρυξέλλες) τις επιβεβαιώνει. Οι βεβαιότητές μας είναι απαραίτητες για να διαχειριστούμε και την εδώ ύπαρξη μουσουλμάνων. Αν όλοι οι μουσουλμάνοι όπου γης αποτελούν ένα πλήθος φανατικών με κοινά χαρακτηριστικά, τότε δικαιολογείται ο έμφοβος αυταρχισμός που η μιντιακή εξουσία και μέρος της πολιτικής ηγεσίας εκπέμπουν. Πώς λοιπόν να δούμε καθαρά όσα γίνονται στους δρόμους της Τεχεράνης;

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Ακούστηκε λοιπόν και το «Αλλάχ ου ακμπάρ» στους δρόμους της Αθήνας. Ο θεός είναι μεγάλος, αλλά είναι αλλιώς να το ακούμε από χιλιάδες μουσουλμάνους δίπλα μας. Φοβίζει πολλούς το θρησκευτικό συναίσθημα που εκφράζεται με τρόπο ξένο προς δικούς μας πολιτισμικούς και γλωσσικούς κώδικες. Ήρθαν νωρίτερα από όσο περιμέναμε όσα φοβόμασταν. Πολλοί επιχειρούν φυγή στο παρελθόν: «Δεν είμαι ρατσίστρια, θέλω απλώς να ζω όπως ζούσα πριν από 20 χρόνια», έλεγε Αθηναία στις κάμερες, χρεώνοντας στους μετανάστες με τρόπο σχεδόν μεταφυσικά νοσταλγικό όλα όσα άλλαξαν.

Το θέμα είναι τι λέμε τώρα. Προηγείται η επίσημη συγγνώμη για την καταστροφή του κορανίου ή φωτοτυπίας του (συγγνώμη αυτονόητη για όλους πλην ηγεσίας Υπουργείου Δημόσιας Τάξης). Ακολουθούν μέτρα υπερεπείγοντος χαρακτήρα: νομική ρύθμιση των δεκάδων χώρων λατρείας που λειτουργούν άτυπα και ανέλεγκτα, εφαρμογή του νόμου για την ανέγερση τζαμιού, μέριμνα για την κατασκευή μουσουλμανικού νεκροταφείου στο Σχιστό ή για την παραχώρηση τμημάτων στα υπάρχοντα κοιμητήρια για την ταφή μουσουλμάνων. Και ας πάψει επιτέλους η πρωτοφανής σιωπή και ακινησία της τοπικής αυτοδιοίκησης, με προεξάρχοντα τον Δήμο Αθηναίων σε ένα θέμα κατεξοχήν αρμοδιότητας και ευθύνης του. Χρειάζεται επίσης συνεχής συνεργασία με τις οργανώσεις των μουσουλμάνων. Δήλωσε ο πρόεδρος της Μουσουλμανικής Ένωσης Ελλάδος κ. Ελγαντούρ: «Κάνω έκκληση σε όλους να σταματήσουν τα παιχνίδια με το θρησκευτικό αίσθημα αυτών των νέων που είναι ήδη εξαιρετικά επιβαρυμένοι, έχουν άγνοια των πολιτικών παιχνιδιών και βιώνουν την πίστη ως έσχατο καταφύγιο στις τρομακτικές δυσκολίες τους». Θέλουμε ή δεν θέλουμε να συνομιλούμε με τέτοιες φωνές;

Η ελληνική πολιτεία καλείται να αντιληφθεί ότι το πολιτικό κόστος από τα απαραίτητα μέτρα είναι πολύ μικρότερο από το κόστος μιας ρήξης με τους μουσουλμάνους μετανάστες. Η καταγγελία του θρησκευτικού φανατισμού χωρίς αντιμετώπιση των αιτίων που τον τροφοδοτούν μοιάζει με ξόρκι. Όταν το θρησκευτικό συναίσθημα εξωθείται στα υπόγεια «τζαμιά» των πολυκατοικιών, δηλαδή κάτω από το χαλί, ενδέχεται να πάρει άλλους δρόμους, επικίνδυνους για την κοινωνική συνοχή. Να γιατί πρέπει να νιώθουμε ευτυχείς για την αντίδραση των μεταναστών που ευθέως μας λένε πως η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο.

Παράλληλα, η πολιτεία πρέπει εμπράκτως να δείξει πως κατανοεί την αγωνία των κατοίκων του κέντρου, τους οποίους είναι λάθος να χρεώνουμε και να χαρίζουμε συλλήβδην στο «ρατσιστικό μπλοκ». Χρειάζεται λοιπόν αποτελεσματική αστυνόμευση. Προσοχή όμως! Αστυνόμευση δεν είναι μόνο ή κυρίως καταστολή. Είναι ταυτόχρονα πρόληψη, κοινωνική ειρήνευση, μηχανισμοί διαμεσολάβησης, κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων του κάθε πληθυσμού, της κάθε γειτονιάς και κοινότητας, συνεργασία με δομές πρόνοιας. Αυτή η αστυνόμευση θα αφαιρούσε ζωτικό χώρο από τις συμμορίες αυτόκλητων υπερπατριωτών που έχουν αναλάβει δράση στους δρόμους της πόλης και στο πεδίο του κοινού ποινικού δικαίου. Με λίγα λόγια, αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση δυναμική που τροφοδοτείται από την αύξηση του αριθμού των μεταναστών που ζουν σε καθεστώς εικονικής ανυπαρξίας, από την διογκούμενη ανασφάλεια και από τον διαγκωνισμό φορέων που σπεύδουν να επενδύσουν στο πολιτικό κενό της ανασφάλειας. Το τι θα γίνει αύριο δεν μπορούμε λοιπόν να το αφήσουμε στα χέρια του θεού, όσο μεγάλος κι αν είναι.

Και κάτι τελευταίο: ο φιλελεύθερος λόγος παγίως υποστηρίζει τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και τον περιορισμό της θρησκείας στο πεδίο που της αναλογεί. Οι αντοχές του λόγου αυτού θα δοκιμαστούν, καθώς απευθυνόμενος στους μουσουλμάνους κινδυνεύει να χρεωθεί ξενοφοβικά κίνητρα. Πρέπει να επιμείνει στις ίδιες αρχές, διεκδικώντας ταυτόχρονα πλήρη σεβασμό των θρησκευτικών δικαιωμάτων. Η περίπτωση των σκίτσων του Μωάμεθ αποτελεί πολύτιμο μάθημα αμφισβήτησης θεμελιωδών αρχών της ανοιχτής κοινωνίας και ως τέτοιο πρέπει να το έχουμε διαρκώς κατά νου.


Δύσκολα μπορούμε να αντιληφθούμε την έκταση, την ένταση και τις προεκτάσεις της πανδημίας του AIDS στην Αφρική. Δεν είναι μόνο οι αριθμοί: το 70% των ανθρώπων που έχουν προσβληθεί από την ασθένεια ζουν εκεί. Είναι και ο συνδυασμός της αρρώστιας με τη φτώχεια, η διάρρηξη παραδοσιακών κοινωνικών δεσμών, ο απορφανισμός της οικογένειας, το ξεκλήρισμα της ηπείρου από τις παραγωγικές της δυνάμεις. Ταυτόχρονα, δύσκολα μπορούμε να αντιληφθούμε τους δυσμενείς όρους με τους οποίους δίνεται η μάχη εναντίον της μάστιγας, καθώς οι ανθρωπιστικές οργανώσεις με περιορισμένους πόρους καλούνται να αντιμετωπίσουν άγνοια, ήθη και πρακτικές που διασπείρουν τη νόσο. Μπορούμε εντούτοις να αντιληφθούμε τις συνέπειες της δήλωσης του Πάπα Βενέδικτου ΙΣτ’ μόλις πάτησε το έδαφος της Αφρικής. Είπε ότι το AIDS δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη διανομή προφυλακτικών, αλλά αντίθετα η χρήση τους επιδεινώνει το πρόβλημα. Στη θέση της πρόληψης δια του προφυλακτικού, ο Πάπας αντέτεινε «μία πνευματική και ανθρωπιστική αφύπνιση και τη συμπάθεια προς τους πάσχοντες».

Η εκκλησία μπορεί να προβάλλει την αποχή από τις ερωτικές σχέσεις (αυτή υποθέτουμε κρύβεται πίσω από την αφύπνιση) ως θεμελιακή αρχή μιας δογματικής Ηθικής και να κρίνεται από τον αποδέκτη του κηρυγματικού λόγου, πιστό ή μη. Απέναντι σε μια τέτοια δογματική θέση μπορεί λοιπόν κανείς να τοποθετηθεί, κινούμενος στο ίδιο ή άλλο αξιακό πεδίο. Μπορεί να κρίνει τον περί εγκράτειας λόγο με όρους ηθικούς, αισθητικούς, πολιτικούς. Μπορεί να τον αποδεχθεί, να τον απορρίψει ή να αδιαφορήσει. Μπορεί να αποφασίσει να υπαχθεί στο ενοχικό πλέγμα που αυτός ο λόγος προϋποθέτει και υφαίνει ή όχι. Η θρησκευτική ελευθερία επιτρέπει όλες τις παραπάνω επιλογές. Τα πράγματα όμως αλλάζουν όταν μια δογματική θέση δεν επιχειρεί να καθορίσει απλώς την ερωτική ζωή του κάθε πιστού αλλά τη ζωή ή το θάνατο ολόκληρων πληθυσμών. Εκεί η κριτική από ανθρωπιστική σκοπιά οφείλει να είναι αμείλικτη. Οφείλει να καταδικάζει απερίφραστα την αντιεπιστημονική εθελοτυφλία του επικεφαλής της Καθολικής εκκλησίας. Ο διευθυντής του Παγκόσμιου Ταμείου για την Καταπολέμηση του AIDS την χαρακτήρισε «άρνηση της επιδημίας». Πρόκειται όμως για κάτι πολύ χειρότερο. Στην ουσία, ενισχύει την επιδημία. Το AIDS έχει αναδείξει με οξύτητα την ανάγκη για συγκεκριμένες πολιτικές για τη δημόσια υγεία και επιταγές για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Η δήλωση του Πάπα τις υπονομεύει ευθέως. Αν δούμε λοιπόν την Αφρική ως το επόμενο πεδίο μάχης στον πόλεμο που αιώνες τώρα έχει κηρύξει η εκκλησία στην επιστήμη και τον ορθό λόγο, τότε η εκατόμβη δεν πρέπει να μας εκπλήσσει.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εξέτασε πρόσφατα την υπόθεση Αλεξανδρίδης κατά Ελλάδος και έκρινε ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Ο προσφεύγων δεν επιθυμούσε να δώσει το θρησκευτικό όρκο για να πάρει τη δικηγορική άδεια και αναγκάστηκε να αποκαλύψει ενώπιον δικαστηρίου ότι δεν ήταν ορθόδοξος χριστιανός.

Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει την ελευθερία επιλογής, διατήρησης, αλλαγής ή εγκατάλειψης μίας συγκεκριμένης θρησκείας, καθώς και της επιλογής ή εγκατάλειψης της θρησκείας εν γένει, της αθρησκείας ή της αθεΐας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η θρησκευτική ελευθερία «είναι ένα από τα πιο βασικά στοιχεία για την ταυτότητα των πιστών και τις αντιλήψεις τους για τη ζωή, αλλά είναι επίσης πολύτιμη για τους άθεους, τους αγνωστικιστές, τους σκεπτικιστές και τους αδιάφορους». Κατοχυρώνεται ακόμα το δικαίωμα να διατηρεί κάποιος μυστικές τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και να μη δίνει σε κανέναν λόγο για το είδος και τον αριθμό των θρησκειών τις οποίες πρεσβεύει ή την εκκλησία και θρησκεία στην οποία ανήκει. Με βάση τα ανωτέρω δε μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικά επιτρεπτή η επιβολή της υποχρέωσης δήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων κατά την ορκοδοσία.

Για τους λόγους αυτούς, η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (και άλλοι φορείς) έχει επανειλημμένα προτείνει την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου και την αντικατάσταση του από τον πολιτικό, όπου προβλέπεται ορκοδοσία. Ενδεικτικά: το άρθρο 408 (όρκος μάρτυρα) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας να αντικατασταθεί ως εξής: Πριν εξετασθεί, ο μάρτυρας οφείλει να δώσει τον ακόλουθο όρκο: «Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδησή μου ότι θα πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να κρύψω τίποτε».

Εντέλει, γιατί καλείται ένας μάρτυρας ενώπιον του δικαστηρίου; Καλείται για να προσφέρει όσα γνωρίζει για την εκδικαζόμενη υπόθεση. Με τον όρκο διαβεβαιώνει προκαταβολικά το δικαστήριο πως θα πει την αλήθεια και θα ανταποκριθεί στη σπουδαιότητα της διαδικασίας. Όμως, ποιο τεκμήριο ειλικρίνειας και εντιμότητας οποιουδήποτε χρειάζεται ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος, αν όχι την επίκληση της ιδιότητας του υπεύθυνου μέλους του συνόλου, του πολίτη με την πιο ευρεία και βαθιά έννοια του όρου; Με αυτή την ιδιότητα συμμετέχει στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης, όχι με την ιδιότητα του πιστού (ή του μη πιστού).

Υγ. Ειδικότεροι ημών υποστηρίζουν ότι η ορκοδοσία απαγορεύεται από τη χριστιανική θρησκεία, με βάση χωρία από το Ευαγγέλιο, Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας και Εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Άρα, όταν ορκίζονται οι ορθόδοξοι χριστιανοί ενεργούν κατά τρόπο που παραβιάζει τις επιταγές της θρησκείας τους και τη θρησκευτική τους συνείδηση. Κατά συνέπεια, μολονότι αποτελούν την πλειονότητα, θίγονται εξίσου από την  υποχρεωτικότητα του θρησκευτικού όρκου, καθώς για να τον αποφύγουν θα έπρεπε να δηλώσουν ετερόδοξοι.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Όσο διαρκούσαν οι αντιπαραθέσεις γύρω από το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού, με τη γνωστή κατάληξη, η αναθεώρηση του διδακτικού εγχειριδίου Θρησκευτικών της Β΄ Λυκείου έδειχνε έναν δρόμο τελείως διαφορετικό. Οι Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά Ελλάδας είχαν προσφύγει στο Συνήγορο του Πολίτη διαμαρτυρόμενοι για ανακριβή παρουσίαση του δόγματός τους και μειωτικούς χαρακτηρισμούς σε βάρος τους. Κατόπιν τοποθέτησης της Ανεξάρτητης Αρχής, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο επανεξέτασε το βιβλίο και κατέληξε στη διόρθωση συγκεκριμένων τμημάτων του στην τρέχουσα έκδοση του 2007. Ενδεικτικά, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν κατατάσσονται πια στα παραθρησκευτικά φαινόμενα αλλά στις νέες θρησκευτικές διδασκαλίες. Δεν αναφέρεται πως ο ιδρυτής του δόγματος ήταν «πλούσιος αμερικανός έμπορος» (σε τι αποσκοπούσε άραγε η αναφορά;). Υποτιμητικές φράσεις όπως «οργανωμένη προπαγάνδα», «αντιστρατεύονται το ισχύον κοινωνικό και εθνικό σύστημα», «λαθεμένη πίστη», «προπαγανδιστική και προσηλυτιστική κινητοποίηση αντίθετη προς το Σύνταγμα», «απευθύνονται σε ανθρώπους με ασταθή πίστη και ελλιπή ενημέρωση» και υπαινιγμοί περί οικονομικών κινήτρων των Μαρτύρων του Ιεχωβά απαλείφθηκαν.

Δεν θα μνημονευόταν ίσως αυτή η εξέλιξη σε μια άλλη χώρα. Η επιτυχής έκβαση μιας τέτοιας υπόθεσης στην Ελλάδα αποτελεί όμως ένα σημαντικό μάθημα προς πολλές κατευθύνσεις. Κατά πρώτον, μια θρησκευτική κοινότητα που αισθάνεται πως αδικείται απαιτείται να έχει πρόσβαση σε ταχείες διαδικασίες αποκατάστασης της νομιμότητας. Δεύτερον, εσχάτως οι Ανεξάρτητες Αρχές δέχονται επιθέσεις και επιχειρείται να απαξιωθούν (ακόμα και μέσω μιας αδιανόητης ομηρίας που έγκειται στην αέναη μη ανανέωση της θητείας χωρίς όμως και αντικατάστασή τους). Γι’ αυτό ακριβώς είναι πολυσήμαντο μήνυμα οι επιτυχείς παρεμβάσεις τους. Τρίτον, μετά την ήττα των θεμελιωδών αρχών που πρέπει να διέπουν μια συντεταγμένη πολιτεία με τη συνοπτική «εκτέλεση» του βιβλίου Ιστορίας δια υπουργικής απόφασης, οφείλουμε να εμμείνουμε στην ανάγκη τήρησης των προβλεπόμενων διαδικασιών τις οποίες έθεσε σε κίνηση ο Συνήγορος του Πολίτη. Δεν είναι πολυτέλεια οι προβλεπόμενες διαφανείς διαδικασίες, είναι στοιχειώδης εγγύηση για την αποτελεσματική λειτουργία των εκπαιδευτικών θεσμών και το συνδυασμό του επιστημονικού κύρους με το δημόσιο έλεγχο.

Έχουμε και άλλοτε υποστηρίξει το ουδετερόθρησκο αλλά όχι αποθρησκειοποιημένο σχολείο. Ακόμα όμως και σε ένα σχολείο που επιλέγει τον κατηχητικό, ομολογιακό χαρακτήρα διδασκαλίας των θρησκευτικών, δεν έχει χώρο η απαξίωση άλλων δογμάτων. Όσα μπορεί να λέγονται σε ένα κατηχητικό ή σε ένα ναό, ως κριτική σε άλλες θρησκείες στο πλαίσιο της ενίσχυσης του θρησκευτικού φρονήματος των πιστών, δεν έχουν θέση στη δημόσια εκπαίδευση. Ακόμα περισσότερο, η επισήμανση δογματικών διαφορών δεν μπορεί να απολήγει σε αμφισβήτηση της προσωπικότητας και της νομιμοφροσύνης των ετερόδοξων πολιτών. Το σχολείο είναι πεδίο ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του παιδιού, χώρος καλλιέργειας του σεβασμού στην ετερότητα και επικοινωνίας των θρησκευτικών και άλλων κοινοτήτων.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Πρόσφατα στην Κοπεγχάγη συναντήθηκαν εκπρόσωποι Ευρωπαϊκών και Αραβικών θεσμών προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, επιδιώκοντας να χτίσουν γέφυρες επικοινωνίας. Έξω από το κτίριο είχαν συγκεντρωθεί μερικές δεκάδες Δανοί που διατράνωναν την αντίθεσή τους στην παρουσία μουσουλμάνων στη χώρα. Κάποιος θα μπορούσε απλώς να χαρακτηρίσει την αντίδραση ρατσιστική, τους διαδηλωτές γραφικούς, το συμβάν μεμονωμένο. Θα πρέπει όμως να λάβει υπόψη του πως στη Δανία ζει μεγάλος μεταναστευτικός πληθυσμός. Στην πόλη του Μάλμε πάνω από τα μισά παιδιά που γεννιούνται παίρνουν το όνομα Μοχάμεντ. Το ακροδεξιό κόμμα απέσπασε 10% διακηρύσσοντας «έξω οι ξένοι». Καλό είναι λοιπόν να ακούμε με προσοχή κάθε τέτοια έκφραση ξενόφοβης δυσφορίας ακριβώς γιατί αποτυπώνει ένα σοβαρό ρεύμα σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Ας μην ξεχνάμε εξάλλου πως στη Δανία άναψε η φωτιά για τα σκίτσα του Μωάμεθ που σάρωσε τον μισό πλανήτη. Η αμοιβαία κατανόηση έχει όρια και μάλιστα στενά. Σε πολλές δυτικές χώρες με δημοκρατική παράδοση, ένα τοξικό κοκτέιλ προκαταλήψεων και άγνοιας για την αραβική κουλτούρα οδηγεί στην αναζωπύρωση εξτρεμιστικών απόψεων ενώ η πνευματική ελίτ οχυρώνεται πίσω από την ελευθερία λόγου με τρόπο αυτάρεσκο και ενίοτε αυτιστικό. Ταυτόχρονα, το πολύτιμο για εμάς «ευρωπαϊκό κεκτημένο» που κατοχυρώνει την κριτική, σατιρική αντιμετώπιση συμβόλων της θρησκευτικής εξουσίας, σε πολλές αραβικές χώρες θεωρείται ευθεία επίθεση κατά της απαραβίαστης ιερής σφαίρας και οι υπέρ της θεοκρατίας φωνές δυναμώνουν. Είμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια υπεραπλούστευση, μια βαθιά πόλωση.

Στην  Κοπεγχάγη διαπιστώσαμε τις δυσκολίες του διαπολιτισμικού διαλόγου. Οι  ευρωπαίοι στιγματίσαμε τις διακρίσεις λόγω φύλου, φυλής ή καταγωγής στις χώρες μας.  Αρκετοί άραβες εντόπισαν τις ίδιες διακρίσεις. Στις χώρες μας όμως πάλι, όχι στις δικές τους. Οι σοβαρότατες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποσιωπώνται από τους άραβες και το εν μέρει δικαιολογημένο αίσθημα του αδικημένου κινδυνεύει να γίνει μόνιμο σύνδρομο αμυντικής ωραιοποίησης της «αραβικότητας» συλλήβδην. Έτσι όμως φτάνουμε να μην υπάρχει κοινή γλώσσα και συνεννόηση ακόμα και για βασικές έννοιες.

Ο διάλογος πρέπει να είναι διαρκής και ανοιχτός. Σε μια επόμενη κρίση, σαν αυτή των σκίτσων, όσοι περισσότεροι αποστασιοποιηθούν από τη θεωρία περί σύγκρουσης πολιτισμών τόσο το καλύτερο. Οι  αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της μιας και μόνης αλήθειας, εκείνοι που δεν έχουν αντικρίσει με θάρρος το πραγματικό τους πρόσωπο στον καθρέφτη, είναι πάντα οι πρώτοι που πυροδοτούν την ένταση. Η πρόκλησή μας  είναι οι νηφάλιες φωνές να διαλέγονται και όταν χρειάζεται να ακούγονται δυνατά, υπερασπίζοντας μια κοινή βάση αξιών που πρέπει να χτίσουμε.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Ο κυνηγός τρύπωσε στον φρουρούμενο χώρο. Πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει στάθηκε μπροστά στο θήραμα και το σημάδεψε. Η φωτογραφική μηχανή πυροβόλησε δυο φορές ολοκληρώνοντας την κορυφαία «δημοσιογραφική αποστολή»: να απαθανατιστεί ο ασθενής Αρχιεπίσκοπος. Ο κυνηγός ήταν απεσταλμένος εφημερίδας που εκδίδουν δυο γνωστοί τηλεοπτικοί αστέρες (με αξιόλογες επιδόσεις στους ρόλους του τηλεδικαστή και του τηλεγελωτοποιού). Δεν ήταν εξάλλου ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά. Εκείνοι που φωτογράφισαν τον Μάνο Χατζιδάκι ενώ ψυχορραγούσε, εκείνοι που κυνηγούσαν τη Νταϊάνα στις σήραγγες του Παρισιού και τον άρρωστο Αρχιεπίσκοπο στο διάδρομο ενός νοσοκομείου είναι τα ίδια τυφλά όργανα μιας αποκρουστικής σχολής δημοσιογραφικής ανθρωποφαγίας.

Εμείς όμως, γιατί γινόμαστε ηδονοβλεψίες της οδύνης; Γιατί μας προκαλεί ενδιαφέρον η κλεμμένη στιγμή ενός αρρώστου; Το αργόσυρτο βήμα στον διάδρομο ενός νοσοκομείου; Το μπαστούνι που τον στηρίζει; Τα σωληνάκια που φεύγουν από το αδύναμο σώμα; Ένα φοβισμένο βλέμμα, μια έκφραση πόνου; Γιατί να θέλουμε να δούμε τον Αρχιεπίσκοπο σε έναν καινούριο ρόλο που όλοι δυστυχώς έχουμε παρακολουθήσει με κάποιον άλλον πρωταγωνιστή, έναν ηλικιωμένο άρρωστο συγγενή, έναν πρόωρα χαμένο φίλο; Μα ακριβώς γιατί είναι ο Αρχιεπίσκοπος, θα πει κάποιος. Και επιπλέον, γιατί στην προκειμένη περίπτωση η ταχύτητα της διαδρομής ήταν ιλιγγιώδης. Από τη φαινομενική παντοδυναμία μιας εύθραυστης κοσμικής εξουσίας στην εξέδρα του Συντάγματος με τα «λάβαρα της Επανάστασης» μέχρι τον 15ο όροφο του νοσοκομείου στο Μαϊάμι μοιάζει να μη μεσολάβησε τίποτα. Κι ας μεσολάβησαν τόσα. Κι ας είπε τόσα πολλά. Κι ας στάθηκε τόσες φορές σε άμβωνες, αυλές σχολείων, κάμερες τηλεόρασης. Κι ας είπαμε κι εμείς πολλά για όσα είπε και έπραξε.

Ο εκκλησιαστικός λόγος οφείλει να κατευνάζει τα πάθη, να φέρνει κοντά μας τον ξένο και τον διαφορετικό. Οφείλει να μην κάνει τους μύθους του παρελθόντος τροφή που γιγαντώνει τις φοβίες μας. Αντί να μας περιχαρακώνει στα στενά όρια της εθνικής μας μοναξιάς οφείλει να ανοίγει διαύλους συνεννόησης με άλλες θρησκείες και πολιτισμούς. Να είναι λόγος καταλαγής και απάντησης στις μεταφυσικές αγωνίες, όχι κινδυνολογική αντίδραση σε κάθε προσπάθεια να αποκτήσει η εκκλησία διακριτή θέση σε ένα κράτος δικαίου. Όσοι έχουν αυτή την άποψη έχουν ήδη αποτιμήσει τη διαδρομή του Αρχιεπισκόπου. Όμως τώρα είναι η ώρα της σιγής, του σεβασμού μπροστά στην ανθρώπινη δοκιμασία. Ο Αρχιεπίσκοπος ως ασθενής έχει πάνω απ’ όλα δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής του ζωής και αξιοπρέπειας.

Τελευταία παρατήρηση: είναι άραγε τυχαίο που όσοι αντιπαρατέθηκαν μαζί του δείχνουν τώρα σεβασμό στο δράμα του ενώ εκείνοι που τον αποθέωναν, δημοσιογράφοι και ιεράρχες, έχουν ήδη αρχίσει πρόωρα να ανατέμνουν το σώμα και τη μνήμη του;

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιεύονταν ως επιφυλλίδες στα ΝΕΑ μέχρι το καλοκαίρι του 13. Τα υπόλοιπα βλέπουν το φως κατευθείαν στο blog. Η πάνω φωτό είναι από την καμπάνια της Διεθνούς Αμνηστίας Use your freedom to write wrongs

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Τα καθαρά χέρια

Ας μιλήσουμε καθαρά

Λεξεις κλειδια

Άγιος Παντελεήμονας Ακροδεξιά Αριστερά Βαλκάνια Βουλή Βουλγαράκης Γάζα Δήμος Αθηναίων Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας Δεκέμβριος Διεθνής Αμνηστία ΕΕΔΑ ΕΛΑΣ Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ΗΠΑ Ισλάμ Ισραήλ Κίνα Κακλαμάνης Καμίνης Καρατζαφέρης ΛΑΟΣ Λοβέρδος ΜΚΟ ΜΜΕ ΟΗΕ Ολυμπιακοί Σαμαράς ΣτΕ Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Συνήγορος του Πολίτη Χριστόδουλος Χρυσή Αυγή ανήλικοι ανθρωπισμός απαγωγές αστυνομία αστυνομική βία βία βασανιστήρια διακρίσεις διαμαρτυρία διαφάνεια διεθνή εθελοντισμός εθνικισμός εκκλησία εκλογές εκπαίδευση ελευθερία έκφρασης εργασιακά θανατική ποινή θρησκεία θρησκευτική ελευθερία ιθαγένεια κάμερες κρίση μειονότητες μετανάστες μνημόνιο περιβάλλον προσωπικά δεδομένα πτήσεις CIA ρατσισμός ρατσιστική βία ρατσιστικός λόγος σεξουαλικός προσανατολισμός σχολείο σωφρονισμός τράφικιν τρομοκρατία φυλακές φύλο χούντα όπλα